• Σχόλιο του χρήστη 'ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ' | 10 Ιουνίου 2026, 09:27

    Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών αντιμετωπίζει θετικά την πρωτοβουλία για την επαναφορά μιας έκτακτης ρύθμισης οφειλών, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε χιλιάδες φορολογούμενους και επαγγελματίες να τακτοποιήσουν τα χρέη τους με πιο διαχειρίσιμο τρόπο. Παράλληλα, προσφέρει σημαντικά οφέλη, όπως η φορολογική ενημερότητα, η αναστολή αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και η παύση ποινικών διώξεων. Παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση, όπως παρουσιάζεται σήμερα, δύσκολα θα πετύχει τον στόχο της ευρείας συμμετοχής των οφειλετών και δεν θα συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση του ιδιωτικού χρέους προς το Δημόσιο. Καταρχάς, η δυνατότητα ένταξης αφορά μόνο οφειλές που έγιναν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Αυτό δημιουργεί μια άνιση μεταχείριση μεταξύ παλαιών και νεότερων χρεών, αναγκάζοντας τους οφειλέτες να εξυπηρετούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία ρυθμίσεις. Έτσι, ένας φορολογούμενος που θα ενταχθεί στις 72 δόσεις για παλαιότερες οφειλές θα συνεχίσει να πληρώνει ξεχωριστά φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ ή ασφαλιστικές εισφορές που προέκυψαν από το 2024 και μετά. Το αποτέλεσμα είναι μια συνολική μηνιαία επιβάρυνση που συχνά γίνεται δυσβάσταχτη. Για τον λόγο αυτό προτείνουμε τη δυνατότητα ένταξης όλων των βεβαιωμένων οφειλών σε μία ενιαία ρύθμιση. Επιπλέον, θεωρούμε άδικη την εξαίρεση όσων έχουν ήδη ενταχθεί σε άλλες ρυθμίσεις. Πολλοί φορολογούμενοι καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια για να παραμείνουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, παρότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις συχνά έχουν λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Είναι εύλογο να τους δοθεί η δυνατότητα μεταφοράς στη νέα ρύθμιση, εφόσον αυτή εξυπηρετεί καλύτερα την αποπληρωμή των οφειλών τους. Ανησυχία προκαλεί και το ύψος του επιτοκίου. Ένα επιτόκιο 5,84% σε μια ρύθμιση 72 δόσεων θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά κόστη και περιορισμένη ρευστότητα. Η εμπειρία έχει δείξει ότι χαμηλότερα επιτόκια οδηγούν σε μεγαλύτερη συμμετοχή και καλύτερα αποτελέσματα για τα δημόσια έσοδα. Κατά την άποψή μας, το επιτόκιο δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 3%, ενώ για οικονομικά ευάλωτες ομάδες θα μπορούσε να προβλεφθεί ακόμη και μηδενική επιβάρυνση. Παράλληλα, απουσιάζει οποιαδήποτε πρόβλεψη για μείωση ή διαγραφή προσαυξήσεων και τόκων. Σε προηγούμενες ρυθμίσεις, η μερική απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις αυτές αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο συμμετοχής και συνέβαλε ουσιαστικά στην αύξηση των εισπράξεων του Δημοσίου. Αντίθετα, η παρούσα πρόταση περιορίζεται στην επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, χωρίς να μειώνει ουσιαστικά το συνολικό βάρος του χρέους. Η πρόβλεψη διαγραφής μέρους των προσαυξήσεων, των τόκων και των προστίμων θα ενίσχυε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης. Τέλος, οι όροι διατήρησης της ρύθμισης είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Η απώλειά της μετά από μόλις δύο απλήρωτες δόσεις δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν σήμερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μια πρόσκαιρη δυσκολία δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτόματα στην κατάργηση της ρύθμισης και στην επαναφορά όλων των αναγκαστικών μέτρων. Θα ήταν πιο ρεαλιστικό να προβλεφθεί απώλεια της ρύθμισης μετά από τρεις ή τέσσερις ληξιπρόθεσμες δόσεις. Η Πολιτεία έχει σήμερα την ευκαιρία να διαμορφώσει μια ουσιαστική και λειτουργική ρύθμιση, που θα επιτρέψει στους φορολογούμενους να επανέλθουν σε καθεστώς συνέπειας και ταυτόχρονα θα ενισχύσει τα δημόσια έσοδα. Για να επιτευχθεί αυτό, οι όροι της πρέπει να προσαρμοστούν στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και της κοινωνίας. Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών