Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΗΣ - ΕΦΕΤΗΣ | 29 Ιουνίου 2025, 12:12
Ξεκινώντας τον σχολιασμό των διατάξεων, που έχουν ως στόχο την ταχύτερη έκδοση των δικαστικών αποφάσεων στις πολιτικές (αστικές) υποθέσεις, επιτρέψτε μου να παραθέσω μία μαθηματική εξίσωση, ας την πούμε, που την είδα διατυπωμένη από κάποιον συνάδελφο και μου άρεσε (του ζητώ συγγνώμη για την αντιγραφή): Όταν κάποιος φορτώνει ένα μουλάρι με φορτίο βάρους x, για να διανύσει απόσταση y, σε χρόνο z και στην συνέχεια αυξάνει το φορτίο (x • 2) και μειώνει τον χρόνο (z ÷ 2), τότε το μουλάρι - όσο και να το χτυπά - έχει μόνο τις εξής επιλογές: α) να ρίξει το φορτίο, β) να επιβραδύνει και γ) να πεθάνει. Την παραπάνω «εξίσωση» μπορεί κανείς να την δει αναλυτικότερα και με επιχειρήματα στο άρθρο του δικηγόρου Αθηνών K. Μίχου με τίτλο «Νέος ΚΠΟΛΔ: Γιατί οι προθεσμίες και τα πειθαρχικά δεν θα λύσουν το πρόβλημα», που έχει δημοσιευθεί στον ιστότοπο www.dikastiko.gr. Στα σχόλια που ήδη έχουν δημοσιευθεί, και σε πολλά που θα ακολουθήσουν, εκτίθενται και αναλύονται οι συνέπειες των προτεινόμενων με το νομοσχέδιο νομοθετικών ρυθμίσεων, οι οποίες επιβεβαιώνουν την παραπάνω «εξίσωση». Εκφράζω δε την απορία μου ως προς το εάν δεν είναι αυτονόητες για τον καθένα οι εν λόγω συνέπειες και με ποια λογική δεν ελήφθησαν υπ’ όψη κατά την σύνταξη του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου (ή ελήφθησαν, αλλά κρίθηκαν ήσσονος σημασίας). Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως διακηρυγμένο στόχο την επιτάχυνση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης, σύμφωνα δε με δηλώσεις και εξαγγελίες (που υιοθετούνται άκριτα από τα ΜΜΕ, δυστυχώς και από τους πλέον έμπειρους συντάκτες του δικαστικού ρεπορτάζ), θα έχουν ως αποτέλεσμα την μείωση του χρόνου που μεσολαβεί από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου (αγωγής, αιτήσεως, ανακοπής) μέχρι την έκδοση οριστικής (του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αποφάσεως σε ένα (1) μόλις έτος ή λίγο παραπάνω, την δε έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως σε δύο (2) το πολύ έτη, μείωση εντυπωσιακή (εγώ θα έλεγα εξωπραγματική για τα ελληνικά δεδομένα και με βάση τις υπάρχουσες υποδομές) σε σχέση με τους αντίστοιχους χρόνους που ισχύουν σήμερα. Είναι, όμως, προφανές ότι είναι απολύτως προσβλητικές για τους δικαστές της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, για το σύνολο αυτών και όχι μόνο για τους «λίγους ανεπαρκείς, ράθυμους, νωχελικούς κλπ. κλπ.», καθώς, με έμμεσο πλην σαφή τρόπο, μεταθέτουν σε μεγάλο βαθμό – αν όχι αποκλειστικά – την ευθύνη για την καθυστέρηση στους δικαστές και δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο συνθηκών εργασίας, αφενός προσθέτοντας σε αυτούς μεγαλύτερο βάρος, μεγαλύτερο όγκο εργασίας, αφετέρου μειώνοντας τον χρόνο (τις «προθεσμίες») εντός του οποίου θα πρέπει να εκδώσουν τις αποφάσεις, εκ τρίτου δε απειλώντας με εμφατικό τρόπο με άμεσο και άνευ ετέρου («αυτοματοποιημένο») πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση που δεν τηρούνται τα σχετικά χρονικά όρια. Και εδώ τίθεται το εξής ζήτημα: Αν ανατρέξει κανείς στο διαδίκτυο, εύκολα θα βρει πάμπολλες στομφώδεις δηλώσεις υπουργών (Δικαιοσύνης και όχι μόνο), βουλευτών κλπ., διαχρονικά και όχι μόνο της παρούσας κυβερνήσεως και Βουλής, με πανομοιότυπο περιεχόμενο («κλισέ»), όταν τίθεται προς συζήτηση το θέμα της καθυστερήσεως στην απονομή της δικαιοσύνης: «Οι Έλληνες δικαστές, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εργάζονται σκληρά και επιτελούν το έργο τους με αυταπάρνηση, παρά τις αντίξοες συνθήκες στον χώρο της Δικαιοσύνης» και «μια μικρή μερίδα, μόνο, δικαστών δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους». Όμως, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, έρχεται καταφανώς σε αντίθεση με τις παραπάνω δηλώσεις και διακηρύξεις. Και τούτο, διότι οι σχετικές ρυθμίσεις που αφορούν την αύξηση της δικαστικής ύλης (με τον άμεσο/σύντομο προσδιορισμό όλων των υποθέσεων εντός εξαμήνου από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου - άρθρο 24 του νσχ, τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών κατά της εκτελέσεως και την άμεση εκδίκασή τους με το σύστημα της «πλατφόρμας» παρόμοιας με εκείνης που είχε εφαρμοσθεί για τις υποθέσεις του Ν. 3869/2020 - άρθρα 127-137 του νσχ), την καθιέρωση ενός είδους «δικαστικού προελέγχου» πριν την συζήτηση κάθε υποθέσεως, που περιλαμβάνει την εντός 10 ημερών έρευνα, μελέτη και διαπίστωση τυχόν «απαραδέκτων», αοριστιών, ανάγκη εξετάσεων μαρτύρων και πολλά άλλα, ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ για όλες τις υποθέσεις που χρεώνεται αυτός σε κάθε δικάσιμο (άρθρο 28 του νσχ), ώστε «να μην μένει αναξιοποίητος ο χρόνος από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου μέχρι την συζήτηση της υποθέσεως» (!!!), την μείωση του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να εκδίδονται οι αποφάσεις μετά την συζήτησή τους (αντί για 8μηνο, που ισχύει σήμερα, σε 6μηνο και 4μηνο για τις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας - άρθρο 32 του νσχ) και την απειλή με εμφατικό τρόπο άμεσου και «αυτοματοποιημένου» πειθαρχικού ελέγχου σε περίπτωση καθυστερήσεως (και όχι απαραίτητα υπερβολικής ή αδικαιολόγητης καθυστερήσεως), είναι προφανές ότι αφορούν το σύνολο των δικαστών της πολιτικής/ποινικής δικαιοσύνης και όχι μόνο την μικρή μερίδα των «ραθύμων», «νωχελικών» και γενικά μη ανταποκρινομένων στα καθήκοντά τους. Τι λέει, λοιπόν, το εν λόγω νομοσχέδιο στην «συντριπτική πλειοψηφία των σκληρά εργαζομένων και με αυταπάρνηση επιτελούντων τα καθήκοντά τους δικαστών»? Προφανώς, ότι δεν δουλεύουν όσο σκληρά και με όση αυταπάρνηση θα έπρεπε και, άρα, θα πρέπει να εντατικοποιήσουν την εργασία τους, δουλεύοντας «σκληρότερα και με περισσότερη αυταπάρνηση» και αξιοποιώντας τον κατά τα ως άνω αναξιοποίητο με τα σημερινά δεδομένα χρόνο. Επομένως, οι παραπάνω στομφώδεις δηλώσεις είτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και δημιουργούσαν μια ψευδή εικόνα για την εργασία των δικαστών (της συντριπτικής πλειοψηφίας) και την επιτέλεση των καθηκόντων τους είτε γίνονταν προσχηματικά, ή έστω εν είδει φιλοφρονήσεων, κενών ουσιαστικού περιεχομένου… Απλά τα πράγματα… Επισημαίνω δε και το εξής, για να καταδείξω ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις προσβάλλουν και θίγουν την μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών και όχι την μικρή μερίδα των «ραθύμων» κλπ.: Με βάση την γενική εικόνα, που έχω σχηματίσει από συζητήσεις με συναδέλφους και γενικότερες πληροφορίες, στο ισχύον πλαίσιο, με την υπάρχουσα δικαστική ύλη, το σημερινό σύστημα προσδιορισμού και αναβολών και την προθεσμία του 8μήνου από την συζήτηση για την έκδοση αποφάσεων, η μεγάλη πλειοψηφία των δικαστών ανταποκρίνεται μεν «εμπροθέσμως», πλην όμως οριακά, εξαντλώντας (ή και υπερβαίνοντας, σε λογικά πλαίσια) σε ουκ ολίγες περιπτώσεις την παραπάνω προθεσμία, ιδίως σε δύσκολες και περίπλοκες υποθέσεις. Φυσικά, πάντα υπάρχουν και οι εξαιρετικές περιπτώσεις συναδέλφων, που, είτε λόγω ιδιαίτερης ικανότητας είτε λόγω συνθηκών, καταφέρνουν να εκδίδουν τις αποφάσεις τους πολύ γρήγορα, χωρίς καν να πλησιάζουν τα σχετικά χρονικά όρια. Αν, λοιπόν, ισχύει τούτο, σε συνδυασμό με το ότι το εν λόγω αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με υπερένταση των προσπαθειών των δικαστών («σκληρή εργασία και αυταπάρνηση»), τι διαφορετικό μπορεί να περιμένει κανείς, εάν ψηφισθούν και τεθούν σε εφαρμογή οι παραπάνω ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που αφορούν την αύξηση της δικαστικής ύλης και την μείωση της προθεσμίας, πέρα από το ότι η πλειοψηφία των δικαστών (το σύνολο, πλην κάποιας μικρής μερίδας εξαιρετικών) θα είναι αδύνατο να ανταποκριθούν και θα καταστούν αυτομάτως εκπρόθεσμοι, αν και ενδεχομένως ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν τέτοιο ζήτημα? Αναφέρομαι, επομένως, και πάλι στην προπαρατεθείσα εξίσωση με το μουλάρι…