• Σχόλιο του χρήστη 'Φανή Βακράτσα' | 30 Ιουνίου 2025, 23:55

    Μερικές παρατηρήσεις ως προς τις εσφαλμένες αναγνώσεις της νομολογίας του ΕΔΔΑ σε σχέση με την εύλογη διάρκεια της δίκης, με την ελπίδα να συμβάλουν σε μια ορθολογική αντιμετώπιση ενός φαινομένου οφειλόμενους σε πολλούς παράγοντες και πάντως όχι στην καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων, με βάση την ρητορική που επικρατεί την τελευταία 15ετία. Με βάση τις διαπιστώσεις της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4239/2014 : "Είναι γνωστό ότι το µεγαλύτερο πρόβληµα καθυστέρησης των δικών στη χώρα µας είχε παρατηρηθεί στις υποθέσεις που εκδικάζονταν από τα διοικητικά δικαστήρια. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την έκδοση από το ΕΔΔΑ της πιλοτικής απόφασης Αθανασίου κατά Ελλάδας της 10.12.2010. Με την απόφαση αυτή τέθηκε προθεσµία ενός έτους από τη στιγµή που η απόφαση θα γινόταν τελειωτική (δηλαδή έως 10.3.2012), προκειµένου η ελληνική πολιτεία να θεσπίσει προσφυγή ή συνδυασµό προσφυγών µε αποζηµιωτικό ή/και επιταχυντικό χαρακτήρα. Ο έλληνας νοµοθέτης, σεβόµενος την ανωτέρω προθεσµία και τη σχετική νοµολογία του ΕΔΔΑ, θέσπισε τα άρθρα 53-59 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51). .." . Αναφέρεται στη συνέχεια στην αιτιολογική έκθεση η δημιουργία θετικού κλίματος από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ως προς την εικόνα της χώρας που σέβεται τις διεθνείς υποχρεώσεις της. Επίσης αναφέρεται ότι : "Αν και ο στόχος παραµένει η ταχεία απονοµή της δικαιοσύνης, η αποκατάσταση σε περίπτωση διαπίστωσης υπέρβασης του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας µπορεί να είναι και χρηµατική, σύµφωνα και µε τη σχετική νοµολογία του ΕΔΔΑ (Scordino1 ό.α., ιδίως παράγραφοι 186, 187 και πιλοτικές αποφάσεις Μιχελιουδάκη παρ. 77 και Γλύκαντζη παράγραφοι 77-79). Η εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί βεβαίως µέληµα ενός κράτους δικαίου, στοιχείο του οποίου είναι η ταχεία απονοµή της δικαιοσύνης που ενδιαφέρει πρωτίστως τους έλληνες πολίτες και τους εν γένει εµπίπτοντες στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Η απονοµή της δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου και η υιοθέτηση προσφυγής ή συνδυασµού προσφυγών για την αποκατάσταση, κατά κύριο λόγο, της ηθικής βλάβης των διαδίκων, σε περίπτωση υπέρβασης του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας, µε βάση τα κριτήρια της νοµολογίας του ΕΔΔΑ, σε εθνικό συµβάλλει σηµαντικά στην πολιτική εικόνα της χώρας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αλλά και µε την κρατούσα αντίληψη της νοµολογίας του ΕΔΔΑ (βλ.ιδίως Cochiarella κατά Ιταλίας, απόφαση της Μείζονος Συνθέσεως της 29.3.2006) οδηγεί σε εξορθολογισµό των επιδικαζοµένων αποζηµιώσεων για υπέρβαση του ευλόγου χρόνου της διαδικασίας..." Ο νομοθέτης στη συνέχεια με τις ρυθμίσεις του νόμου 4239/2014 παρά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο μετρά την παραβίαση της εύλογης διάρκειας δίκης ενιαία σε όλους τους βαθμούς από την κατάθεση του δικογράφου ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, επέλεξε να διασπάσει την κρίση περί της παραβίασης του ευλόγου χρόνου καθορίζοντας στο άρθρο 2§1 ξεχωριστή αρμοδιότητα για κάθε βαθμό. Είναι αυτό συμβατό με τις εξαγγελίες της αιτιολογικής έκθεσης ως προς το σκοπό της ρύθμισης. Προφανώς όχι. Γιατί; Επιχειρώντας μια απάντηση, θα έλεγα ότι ο Έλληνας νομοθέτης γνωρίζοντας τις συστημικές αδυναμίες της οργάνωσης και όχι της απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, ηθελημένα δεν θέλει ουσιαστική κρίση περί την εύλογη διάρκεια δίκης και την αποκατάσταση με χρηματική ικανοποίηση, κατά τη νομολογία του ΕΔΑΑ σε όλους τους βαθμούς, διότι γνωρίζει ότι το Δημόσιο θα κληθεί να αναλάβει την αποκατάσταση σε περίπτωση διαπίστωσης υπέρβασης, σε υπερβολικά μεγάλο αριθμό υποθέσεων, με κίνδυνο για την οικονομική ισορροπία την οποία στο χρόνο θέσπισης του βοηθήματος, επιδίωκε. Το κύριο μέλημά του νομοθέτη όπως τονίζεται στην αιτιολογική παραμένει η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Ας δούμε λοιπόν μερικές κρίσεις του ΕΔΔΑ ως προς το σχετικό θέμα : Όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. αποφάσεις Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδας της 21.2.2008 σκ. 30, Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας της 6.4.2000 σκ. 24, κ.ά.), τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται οι εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η έκδοση των αποφάσεων των δικαιοδοτικών τους οργάνων εντός εύλογης προθεσμίας [βλ., πχ για τις αποχές των δικηγόρων, αποφάσεις ΕΔΔΑ Πίκουλα κ.λπ. κατά Ελλάδας της 7.1.2010 σκ. 30 & 23 συνδ. 24, Σταυρινουδάκης κατά Ελλάδας της 29.10.2009 σκ. 29 & 22 συνδ. 24, Μηλιώνης κ.λπ. κατά Ελλάδας της 24.4.2008 σκ. 58 & 54 συνδ. 51, Μαριέττος και Μαριέττου κατά Ελλάδας της 21.2.2008 σκ. 27 & 23 συνδ. 22, Φιλιώτη κατά Ελλάδας της 11.10.2007 σκ. 24 - 25 & 20 συνδ. 19, Ξενόπουλος κατά Ελλάδας της 28.3.2002 σκ. 21 συνδ. 18, ενδ ΣτΕ μον. 918, 1/2022). Είναι δε γνωστό ότι οι περισσότερες καταδίκες της χώρας, αφορούν καθυστερήσεις στην επιδίκαση οριστικής αποζημίωσης σε δίκες απαλλοτριώσεων. Είναι επίσης γνωστό, για όσους έχουν και μικρή έστω ενασχόληση με το αντικείμενο ότι κθοριστικό για τη διάρκει της δίκης ζήτημα αποτελεί η διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων και η εκτέλεση πραγματογνωμοσύνης που έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο. Ουδέποτε καταλογίζεται ως παραβίαση η έκδοση προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου ούτε και ελέγχεται η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εύλογη διάρκεια [βλ υπό την επισήμανση της στάθμισης της επίτευξης ισότιμης ισορροπίας μεταξύ της ταχείας δικαιοσύνης και της δικαιοσύνης κατά το ουσιαστικό περιεχόμενό της (EΔΔΑ, Nideröst–Huber κατά Ελβετίας, απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1997, § 30, Acquaviva κατά Γαλλίας, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1995, § 66)]. Η έλλειψη στοιχείων ωστόσο, βαρύνει πάντα το Δημόσιο, αφού αποτελεί ευθύνη του η σχετική οργάνωση των υπηρεσιών του (Οmingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας [GC], no. 35382/97, § 24, CEDH 2000-IV, Νταλή κατά Ελλάδος, απόφαση της 6 Νοεμβρίου 2008, § 31, Λιτοσελίτης κατά Ελλάδας, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, § 30). Η παραβίαση της εύλογης διάρκειας επομένως κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και με βάση τον τρόπο μέτρησης της παραβίασης της εύλογης διάρκειας, ουδεμία σχέση έχει με τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων, τουλάχιστον στις υποθέσεις των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων αλλά με την οργάνωση του δικαστικού συστήματος. Συνοψίζοντας, καθοριστικής σημασίας για το ΕΔΔΑ είναι Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑΣ για να διαπιστώσει παραβίαση και όχι Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΠΌΦΑΣΗΣ ανά βαθμό δικαιοδοσίας. Καθοριστικής σημασίας είναι η οργάνωση του δικαστικού συστήματος για την διαπίστωση συνδρομής των όρων παραβίασης και όχι ο χρόνος έκδοσης αποφάσεων μεμονωμένα. Πρόκειται οι προτεινόμενες ρυθμίσεις να συμβάλλουν στη μείωση του χρόνου της εκκρεμοδικίας; Ναι μεν σε σχέση με το σύντομο προσδιορισμό των υποθέσεων (αν εφαρμοσθεί) ωστόσο με υπέρογκη χρέωση των Δικαστών στους οποίους ευθέως μετακυλίεται η τήρηση της εύλογης διάρκειας. Οπότε ο νομοθέτης την επιβεβλημένη οργάνωση των υπηρεσιών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ την αντιλαμβάνεται ως πλήρη μετακύλιση στον αυξημένο (πράγματι) σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα αριθμό των Δικαστικών λειτουργών της Χώρας.Τούτο συνδυαζόμενο με απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και με παράλληλη διατήρηση των διατάξεων ως προς τη σύνθεση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Αν η συγκεκριμένη επιλογή, δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερα ουσιώδες για τη δικαστική ανεξαρτησία και την ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης σε ένα περιβάλλον συνεχών μεταβολών, υπό τη συνθετότητα των συναλλακτικών σχέσεων που διέπουν τη σύγχρονη πραγματικότητα, δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο θα έπρεπε να συμβεί για να σημαίνει κάτι. Ιδιαιτέρως θα πρέπει να τονιστεί η διαχρονική αδράνεια του νομοθέτη να επιλύσει κομβικής σημασίας ζητήματα σχετικά με την παραβίαση της εύλογης διάρκειας δίκης και την πολυπόθητη επιτάχυνση. Η έλλειψη προβληματισμού και ρητορικής ως προς τη διαχρονική αποτυχία των συστημάτων εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς όπως και της διαμεσολάβησης, δείχνουν να απουσιάζουν από το μεταρρυθμιστικό πεδίο . Η οργάνωση των υπηρεσιών της δικαιοσύνης εξάλλου, δεν μπορεί να παραγνωρίζει ότι υπό την όλη του λειτουργία η οργάνωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης φαίνεται να οργανώνεται γύρω από έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό δικηγόρων, γεγονός που πλήττει τους όρους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και δυσχεραίνει την ποιότητα εκτέλεσης των υπηρεσιών τους με παράλληλη τήρηση των αυξημένων δεοντολογικών υποχρεώσεων τους εκ του ρόλου τους ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Το γεγονός ότι αυτός ο ρόλος δεν έχει παγιωθεί ως προσλαμβάνουσα στο μέσο πολίτη κατέχει κομβική θέση σε σχέση με τη διάρκεια της δίκης. Συνοψίζοντας επί των διατάξεων : 1) ως προς το άρθρο 24§2 του σχεδίου νόμου εξαιρετικά προβληματική η διατύπωση του άρθρου στα τελευταία δύο εδάφια. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως θεωρείται μη ασκηθείσα. Ωστόσο είναι νόμιμη η άκυρη επίδοση ως προς τη διακοπή της παραγραφής όπως ορίζεται πιο κάτω; 2) Οι διατάξεις των άρθρων 25, 27 σχετικά με το περιεχόμενο της αγωγής και την τον τρόπο συμπλήρωσης αυτής, είναι εξαιρετικά προβληματικές καθόσον προσκρούουν σε συνταγματικού υποβάθρου κανόνες δικαίου. 3) Οι διατάξεις του άρθρου 32, ιδίως ως προς την τροποποίηση του άρθρου 307§2 πρέπει να αποσυρθεί. Εκτός από περιττή, δεδομένου ότι ήδη τα στοιχεία καθυστέρησης αποστέλλονται αρμοδίως επιβαρυντική για τους υπάρχοντες μηχανισμούς που επιφορτίζονται με νέο αντικείμενο εργασιών, ενώ ήδη ενημερώνουν αρμοδίως, η όλη διαδικασία δημιουργεί την εντύπωση ότι κατατείνει στη δημιουργία συνθηκών πειθαρχικού ελέγχου σε πρώιμο στάδιο, με τη συγκέντρωση στοιχείων πριν τον έλεγχο, για την περίπτωση καθυστερήσεων. Η συγκέντρωση αυτών των δεδομένων και μάλιστα σε αρχείο, ενδεχομένως χωρίς κανένα λόγο, με πρόσβαση ενδεχομένως δικαστικών μηχανισμών ελέγχου σε μεταγενέστερο χρόνο, φαίνεται ιδιαίτερα προβληματική. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 147 επόμενα, περί των προτεινόμενων ρυθμίσεων στον Κώδικα οργανισμού Δικαστηρίων, απηχούν όλες τις στρεβλώσεις που επισημάνθηκαν. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση αποφάσεων ποινικών (και κακουργημάτων!), ασφαλιστικών μέτρων, εκουσίας δικαιοδοσίας και βουλευμάτων αποκλείει αντικείμενο εργασιών χωρίς κανένα απολύτως δικαιολογητικό λόγο