• Σχόλιο του χρήστη 'Κατερίνα Καραϊνδρου, Πρωτοδίκης' | 1 Ιουλίου 2025, 08:01

    Προθεσμίες έκδοσης αποφάσεων και εισαγωγή προληπτικού πειθαρχικού ελέγχου των δικαστικών λειτουργών 1. Αυθαίρετες και ανεφάρμοστες προθεσμίες έκδοσης δικαστικών αποφάσεων Οι νέες προθεσμίες αγνοούν πλήρως το φόρτο υποθέσεων ανά δικαστικό λειτουργό και τα παράλληλα καθήκοντα του Δικαστή σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Η επιβολή ασφυκτικών χρονικών ορίων σε ένα περιβάλλον διαρκούς υπερχρέωσης όχι μόνο δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά υποβαθμίζει την ποιότητά της, ωθώντας σε διεκπεραιωτικού τύπου κρίσεις. Ειδικά στις υποθέσεις υψηλής κοινωνικής και οικονομικής σημασίας (π.χ. οικογενειακές διαφορές, εμπορικές διαφορές, ιατρική ευθύνη, ), η προσήλωση στην ποιότητα και τη σε βάθος διερεύνηση δεν πρέπει να θεωρείται αντικειμενικά επιλήψιμη συμπεριφορά. 2. Προκαταβολικός πειθαρχικός έλεγχος – Αποδόμηση της λειτουργικής ανεξαρτησίας Η υποχρέωση του δικαστή να προειδοποιήσει τη Διοίκηση του Δικαστηρίου και την Επιθεώρηση πριν ακόμη παραβιαστεί η προθεσμία, εισάγει έναν μηχανισμό προληπτικού πειθαρχικού ελέγχου, χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο ελέγχου και χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται για μοναδική διεθνώς σύλληψη, σύμφωνα με την οποία η πρόθεση ή πιθανότητα καθυστέρησης ισοδυναμεί με ενεργοποίηση εποπτικού μηχανισμού και οι συνθήκες προσωπικής ή οικογενειακής φύσης, που ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης εντός της προθεσμίας, μετατρέπονται σε αντικείμενο κρατικής παρακολούθησης. Μόλις χρειάζεται να επισημανθεί ότι η πρόβλεψη ενημέρωσης των διαδίκων για τις καθυστερήσεις, ενδέχεται να οδηγήσει σε κατάφωρη προσβολή προσωπικών δεδομένων, ακόμα και όταν πρόκειται για λόγους υγείας ή προσωπικής φύσης, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας. Η διαρκής απειλή για τη δημόσια έκθεση του δικαστή μέσω ενός μηχανισμού διαρκούς προκαταβολικής επιτήρησης υπονομεύει την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστών, δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά αποθαρρύνει την εις βάθος μελέτη των υποθέσεων και οδηγεί σε υπαλληλοποίηση της δικαστικής λειτουργίας. 3. Διαστρέβλωση της έννοιας της λογοδοσίας - Μετατόπιση της ευθύνης από την Πολιτεία προς τον δικαστή Η εν λόγω ρύθμιση εμφανίζεται να στοχεύει στην ενίσχυση της λογοδοσίας, στην πραγματικότητα όμως καταλήγει σε ένα σύστημα συνεχούς ελέγχου, όπου ο δικαστής οφείλει να λογοδοτεί προληπτικά, πριν ακόμη ανακύψει η καθυστέρηση, φέρει πλήρες προσωπικό βάρος για συστημικά και οργανωτικά ελλείμματα (έλλειψη στελέχωσης, καθυστερήσεις στην καθαρογραφή κ.λπ.), και απειλείται ουσιαστικά με πειθαρχικό έλεγχο, όχι για παραλείψεις ή παραβίαση καθήκοντος, αλλά για την εκτίμησή του ότι μια υπόθεση χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Η ανωτέρω ρύθμιση παραγνωρίζει πλήρως ότι η καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων συχνά οφείλεται όχι στην ολιγωρία του δικαστή, αλλά σε αντικειμενικά εμπόδια που σχετίζονται με την υποχρηματοδότηση των δικαστηρίων Η γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη βρίσκεται σε οριακό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρακτικά των υποθέσεων, ακόμη και εκείνων χωρίς μάρτυρες, παραδίδονται στους δικαστές με καθυστέρηση τριών έως τεσσάρων μηνών, λόγω της χαμηλής αποδοτικότητας της ιδιωτικής εταιρείας απομαγνητοφώνησης. Παρά ταύτα, η προτεινόμενη ρύθμιση επιρρίπτει συλλήβδην την ευθύνη στον δικαστή, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ελέγχου και λογοδοσίας χωρίς ισορροπία και χωρίς θεσμική εντιμότητα. Η Πολιτεία μετατοπίζει τις ευθύνες που της αναλογούν –ως προς την επάρκεια των μέσων, της στελέχωσης και της οργάνωσης– προς τον δικαστικό λειτουργό, που καλείται να λογοδοτεί για καθυστερήσεις τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει. Ρύθμιση για ανώτατη χρέωση δικαστικών λειτουργών Με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, εισάγεται ρύθμιση περί καθορισμού ανώτατου αριθμού δικογραφιών που μπορούν να χρεώνονται ετησίως στους δικαστικούς λειτουργούς των Πρωτοδικείων και των Εφετείων. Η ρύθμιση αυτή προβάλλεται ως μέτρο εξισορρόπησης των νέων, ασφυκτικών χρονικών απαιτήσεων για την έκδοση αποφάσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερχρέωση και να διασφαλιστεί η ποιότητα του δικαστικού έργου. Ωστόσο, η πραγματική της λειτουργία είναι προσχηματική. Αντί να λειτουργεί ως φίλτρο προστασίας της δικαστικής απόδοσης, η διάταξη επιβεβαιώνει το μέγεθος της επερχόμενης επιβάρυνσης, δίνοντας στον νόμο τη μορφή επίφασης ισορροπίας, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα 1. Τα εξαιρετικά υψηλά όρια και η ουσιαστική αποδυνάμωση του μέτρου Ο καθορισμός ανώτατης χρέωσης σε 150 δικογραφίες ετησίως στο Πρωτοδικείο και 70 στο Εφετείο, αφορά αριθμούς που, αφ’ εαυτών, συνιστούν πλήρη και βαρύτατη ετήσια επιβάρυνση. Πρόκειται για νούμερα που, στην πράξη, δεν θωρακίζουν τον δικαστή απέναντι στον υπερβολικό φόρτο, αλλά καθορίζουν ως κανονικότητα το οριακά ανεκτό. Ακόμη σοβαρότερη, όμως, είναι η ρήτρα εξαίρεσης από το πλαφόν συγκεκριμένων κατηγοριών υποθέσεων , όπως ασφαλιστικών μέτρων, υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας και μικροδιαφορών. Η επιλογή αυτή αδρανοποιεί πλήρως τον προστατευτικό χαρακτήρα της ρύθμισης. Οι ανωτέρω υποθέσεις αποτελούν μεγάλο ποσοστό της πραγματικής ύλης των πρωτοβάθμιων σχηματισμών. Η συστηματική τους εξαίρεση έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πραγματικού φόρτου πολύ πέραν του προβλεπόμενου ορίου, την υποτίμηση του σύνθετου χαρακτήρα αρκετών εξ αυτών και την παραγνώριση της πραγματικής επίδρασής τους στον χρόνο και στην ενέργεια που απαιτεί η διεκπεραίωσή τους. Ειδικά οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ενιαία: είναι άλλης φύσης και βαρύτητας οι ακούσιες νοσηλείες από τις τις εμπορικές διαφορές και τις πτωχευσεις, και δεν δικαιολογείται η συνολική απαλοιφή τους από τον υπολογισμό της επιβάρυνσης. Ομοίως, τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν εξελιχθεί σε δίκες ουσίας με αυξημένες δικονομικές και ουσιαστικές απαιτήσεις, ενώ οι μικροδιαφορές, ακόμη κι αν δεν προσμετρώνται ισοδύναμα, δεν μπορούν να εκμηδενίζονται ως έργο. 2. Πλήρης αποσιώπηση των ποινικών καθηκόντων – Θεσμική και ουσιαστική στρέβλωση Η ρύθμιση αγνοεί πλήρως τα ποινικά καθήκοντα των πολιτικών δικαστών, τα οποία συνιστούν ισότιμο και κοινωνικά κρίσιμο μέρος του έργου τους. Εκτός ελαχίστων σχηματισμών, όπως το Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν λειτουργούν αυτοτελή ποινικά τμήματα, και επομένως οι ίδιοι δικαστές που δικάζουν τις αστικές διαφορές παράλληλα δικάζουν ποινικές υποθέσεις, Η μη αναγνώριση αυτού του έργου στον υπολογισμό της συνολικής χρέωσης συνιστά θεσμική υποβάθμιση της ποινικής δικαιοσύνης και παραβιάζει την αρχή της ισομερούς κατανομής του δικαστικού φόρτου. Πέρα από το ποσοτικό βάρος, η κοινωνική σημασία της ποινικής λειτουργίας είναι εξαιρετικά υψηλή. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν την προστασία της δημόσιας τάξης, των θυμάτων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και απαιτούν συγκέντρωση, υπευθυνότητα και ακρίβεια. Το να μην αναγνωρίζονται στο σύστημα υπολογισμού της ετήσιας επιβάρυνσης υπονομεύει τον πυρήνα της δικαιοδοτικής αποστολής του δικαστή.