• Σχόλιο του χρήστη 'Κατερίνα Καραϊνδρου, Πρωτοδίκης' | 1 Ιουλίου 2025, 10:05

    Άσκηση του καθοδηγητικού καθήκοντος του δικαστή αναφορικά με τη συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας της αγωγής Η προτεινόμενη ρύθμιση του νομοσχεδίου προβλέπει ότι εντός τριάντα (30) ημερών από τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη χωρίς αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία. Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει με προσθήκη στις προτάσεις έως και δέκα (10) ημέρες πριν τη συζήτηση, ενώ η αντίκρουση των συμπληρωθέντων ισχυρισμών από τον εναγόμενο πραγματοποιείται με προσθήκη έως και τη συζήτηση, σύμφωνα με την παραπομπή στο άρθρο 269 §3 ΚΠολΔ. Η σύλληψη αυτής της ρύθμισης, παρότι στοχεύει στην προδικαστική εξυγίανση της δίκης, δημιουργεί πλειάδα θεσμικών, πρακτικών και ερμηνευτικών προβλημάτων, που πρέπει να αναδειχθούν 1. Η υλικοτεχνική υποδομή των δικαστηρίων Ο προέλεγχος προϋποθέτει ότι ο Δικαστής διαθέτει κατάλληλο χώρο, τεχνικά μέσα και πραγματική πρόσβαση στους φακέλους των υποθέσεων, ενόψει της ανάγκης μελέτης τους σε εύλογο χρόνο πριν τη συζήτηση. Εντούτοις, στην πράξη, τα πινάκια είναι υπερφορτωμένα, οι δικογραφίες στοιβάζονται σε ανεπαρκείς ή δυσπρόσιτους χώρους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η φυσική πρόσβαση σε αυτές δεν καθίσταται εφικτή σε χώρο κατάλληλο για μελέτη καθιστώντας τον προσδοκώμενο προέλεγχο ουτοπικό. 2. Ο φόρτος εργασίας των δικαστών: Ο ρυθμός και ο όγκος υποθέσεων που καλείται να χειριστεί ο Δικαστής δεν επιτρέπει, στην πράξη, τη διενέργεια ουσιαστικής προεξέτασης όλων των αγωγών ως προς την πληρότητα και το παραδεκτό τους. Η επισήμανση πραγματικής αοριστίας, που προϋποθέτει ενίοτε ενδελεχή ανάλυση, ανταγωνίζεται τον χρόνο που απαιτείται για τη σύνταξη αποφάσεων σε εκκρεμείς υποθέσεις, και ως εκ τούτου παραμερίζεται από τη δικαστική πράξη. 3. Η αντικειμενική δυσχέρεια εντοπισμού της αοριστίας Η διάγνωση πραγματικής αοριστίας δεν είναι δυνατή μέσω απλής επισκόπησης. Αντιθέτως, σε αντίθεση με τις πρόδηλες τυπικές πλημμέλειες του άρθρου 227 ΚΠολΔ (π.χ η έκθεση επίδοσης της αγωγής, το πιστοποιητικό εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων, η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου, η μη προσαγωγή του ενημερωτικού εντύπου περί διαμεσολάβησης.) , η αοριστία που άπτεται του περιεχομένου του ουσιαστικού ισχυρισμού απαιτεί πλήρη κατανόηση της φύσης της διαφοράς. Προϋποθέτει την πλήρη και ουσιαστική αξιολόγηση του εισαγωγικού δικογράφου, όχι μόνο από τυπική, αλλά από ουσιαστική δικονομική άποψη, δηλαδή ως προς το κατά πόσον τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά είναι επαρκή για υπαγωγή στον κανόνα δικαίου και ικανά να επιτρέψουν στον εναγόμενο την άσκηση πλήρους άμυνας. Η διάγνωση αυτή δεν είναι μηχανική. Απαιτεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, σύνθετη ερμηνευτική εργασία, γνώση της νομολογίας σε ανάλογες περίπτώσεις και αναγωγή σε θεωρητικά κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ πραγματικής και νομικής αοριστίας, και μεταξύ θεραπεύσιμων και μη θεραπεύσιμων ελλείψεων. Πρόκειται για έλλειψη η οποία συνήθως δεν είναι εμφανής ούτε στον επιμελή δικηγόρο του ενάγοντος, πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να εντοπιστεί αβιάστως από τον Δικαστή με την απλή ανάγνωση του εισαγωγικού δικογράφου κατά το στάδιο της διαχείρισης του πινακίου. Συνεπώς, η απαίτηση εντοπισμού της αοριστίας σε σύντομη προθεσμία 30 ημερών είναι μη ρεαλιστική και θεσμικά αμφίβολη. 4. Η επισήμανση αοριστίας από τον εισηγητή του πολυμελούς πρωτοδικείου Κατά το γράμμα της διάταξης, ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου δύναται να επισημάνει ότι η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, εκδίδοντας σχετική διάταξη. Η ρύθμιση αυτή είναι θεσμικά προβληματική, καθώς η κρίση περί ύπαρξης πραγματικής αοριστίας δεν αποτελεί απλή πράξη προετοιμασίας της συζήτησης και συλλογής του πραγματικού υλικού αυτής, αλλά προκαταρκτική έκφραση δικαιοδοτικής κρίσης επί του παραδεκτού της αγωγής. Ενδεχόμενη μονομερής έκδοση διάταξης συμπλήρωσης χωρίς προηγούμενη διάσκεψη του σχηματισμού συνιστά θεσμικά προβληματική μεταφορά ουσιώδους νομικής κρίσης σε μεμονωμένο δικαστή, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη συλλογικότητα της λειτουργίας του πολυμελούς σχηματισμού. Αντιθέτως, εάν θεωρηθεί ότι ο εισηγητής μπορεί να εκδώσει διάταξη μόνο κατόπιν συνεδρίασης του σχηματισμού και διάσκεψης, τότε καθίσταται αναγκαίο το πολυμελές πρωτοδικείο να συνέρχεται εντός 30 ημερών από τη χρέωση για κάθε υπόθεση, προκειμένου να αποφανθεί εάν συντρέχει πραγματική αοριστία. Η λύση αυτή, όμως, είναι πρακτικά ανεφάρμοστη, καθώς οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των διασκέψεων σε πρώιμο στάδιο και επιβαρύνει σοβαρά την ήδη δυσκίνητη διαδικασία συγκρότησης και λειτουργίας των πολυμελών σχηματισμών, ειδικά σε μεγάλα πρωτοδικεία. Η θεσμική αμηχανία είναι προφανής: είτε η επισήμανση γίνεται μονομερώς, οπότε προσκρούει στη συλλογικότητα της κρίσης, είτε απαιτείται διάσκεψη, οπότε η προθεσμία των 30 ημερών καθίσταται ανεφάρμοστη. Και στις δύο περιπτώσεις, η ρύθμιση αποδεικνύεται μη βιώσιμη. 5. Η απουσία πρόβλεψης για τις συνέπειες της μη επισήμανσης της αοριστίας με διάταξη Η νέα ρύθμιση του 237 ΚΠολΔ δεν προβλέπει ρητώς τι συμβαίνει αν η αοριστία δεν διαγνωστεί εντός των 30 ημερών και το δικαστήριο διαπιστώσει το απαράδεκτο μεταγενέστερα κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη επί πολυμελούς συνθέσεως. Κατ΄ ορθότερη προσέγγιση το δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να απορρίψει αυτεπαγγέλτως την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την οριστική του απόφαση εκ των υστέρων, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική επισήμανση (επιχείρημα εκ του άρθρου 227§1εδ. ΚΠολΔ ως παρουσιάζεται στο νομοσχέδιο). Επομένως καθίσταται σαφές ότι η προδικαστική επισήμανση της πραγματικής αοριστίας δεν έχει το θεσμικό και νομικό βάρος που προσδοκούν οι συντάκτες του, αναγνωρίζοντας ότι η ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη κρίση επί του παραδεκτού της αγωγής δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τον κατά σύλληψη ατελή και επιφανειακό έλεγχο του με την έκδοση διάταξης.