Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη ΗΓ | 1 Ιουλίου 2025, 18:30
Άρθρο 27 Σχεδίου Nομου: Το ζήτημα της σύνταξης των δικογράφων πρέπει να συνιστά έργο αποκλειστικό των δικηγόρων και να μη μετακυλίεται το στους δικαστές. Η ρύθμιση αυτή βαίνει εις βάρος του εναγόμενου, αφού σε αντίστοιχη περίπτωση που οι ενστάσεις κριθούν αόριστες, δυνατότητα συμπλήρωσης δεν υπάρχει. Επίσης, η διάταξη αυτή δεν εξυπηρετεί και δεν προωθεί την επιτάχυνση, αφού προυποθέτει πρόσθετο χρόνο και ενασχόληση με τη δικογραφία. Πολλές φορές οι υποθέσεις αφορούν σε σύνθετα νομικά ζητήματα ( ουσιαστικά ή δικονομικά) και η κρίση περί του ορισμένου ή μη προυποθέτει μελέτη βιβλιογραφίας και νομολογίας. Ουτε καν η υποδομή στα δικαστήρια δεν υπάρχει ώστε ο δικαστής να είναι σε θέση να διαβάζει λεπτομερώς τη δικογραφία. Το περιεχόμενο της διάταξης πρέπει να περιοριστει μονο στη διόρθωση- συμπλήρωση πρόδηλων τυπικών πλημμελειών όπως η έκθεση επίδοσης της αγωγής, το πιστοποιητικό εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων, η μη καταβολή δικαστικού ενσήμου, η μη προσαγωγή του ενημερωτικού εντύπου περί διαμεσολάβησης. Ακόμη, πώς αναμένεται να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή στο πλαίσιο των πολυμελών συνθέσεων; Η μονομερής έκδοση διάταξης από τον εισηγητή καταργεί την έννοια της διάσκεψης και της πολυμελούς σύνθεσης. Από την άλλη πλευρά, αν η διάταξη θα εκδίδεται μετά από διάσκεψη αυτό έρχεται σε αντίθεση με την οποια επιταχυνση αφού οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των διασκέψεων σε πρώιμο στάδιο και επιβαρύνει σοβαρά την ήδη δυσκίνητη διαδικασία συγκρότησης και λειτουργίας των πολυμελών σχηματισμών, ειδικά σε μεγάλα πρωτοδικεία Αρθρο 32 Σχεδίου Νομου: Οι νέες προθεσμίες θα οδηγήσουν σε υποβάθμιση της ποιότητας και θα προσδώσουν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα στο έργο του Δικαστή εις βάρος του πολίτη. Αναφορικά με τον προκαταβολικό πειθαρχικό έλεγχο, η προτεινομενη ρύθμιση είναι ατυχής. Η πρόθεση ή πιθανότητα καθυστέρησης ισοδυναμεί με ενεργοποίηση εποπτικού μηχανισμού και οι συνθήκες προσωπικής ή οικογενειακής φύσης, που ενδέχεται να επηρεάζουν τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης εντός της προθεσμίας, μετατρέπονται σε αντικείμενο κρατικής παρακολούθησης και οδηγεί σε κατάφωρη προσβολή προσωπικών δεδομένων, υπονομεύει την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστών, δεν επιταχύνει τη δικαιοσύνη, αλλά αποθαρρύνει την εις βάθος μελέτη των υποθέσεων και αναγκάζει το δικαστή να περιοριστεί σε διεκπεραιωτικο έργο. Αρθρο 147 Σχεδίου Νόμου: Ακόμη, η ρύθμιση για ανώτατη χρέωση δικαστικών λειτουργών δεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης. Τα όρια που έχουν τεθεί (150 δικογραφίες ετησίως για το Πρωτοδικείο) είναι υψηλά, όταν μάλιστα στον αριθμό αυτό θα προσμετράται ξεχωριστά μεγαλο τμήμα υποθέσεων που ασχολείται ο δικαστής όπως είναι οι υποθεσεις ασφαλιστικών, εκουσίας και μικροδιαφορών. Επίσης, για ποιο λόγο εισάγεται μια διάκριση στο είδος των υποθέσεων. Η ρήτρα εξαίρεσης σε συγκεκριμένες υποθέσεις δεν δικαιολογείται διότι οι υποθέσεις ασφαλιστικών λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους δεν χαρακτηρίζονται ως εύκολες. Υποθέσεις ασφαλιστικών νομής ή προσωρινής ρύθμισης καταστάσεων απαιτούν ημέρες προετοιμασίας, μελέτης και διαβάσματος και συχνά εμφανίζουν δύσκολα δικονομικά ή ουσιαστικά ζητήματα. Ομοίως, οι υποθέσεις εκουσίας, λ.χ πτωχεύσεις, εταιρικές, με ποια δικαιολογητική βάση εξαιρούνται, όταν συχνά εμφανίζουν σφοδρές αντιδικίες και απαιτούν την επιλυση σημαντικών ζητημάτων οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφεροντος. Παράλληλα, αναφορικά με τις μικροδιαφορές, οι αντιμωλία υποθέσεις εμφανίζουν δυσκολίες που σε συνδυασμό με την έλλειψη ενδίκων μέσων (πλην της αναίρεσης), καθιστούν επιβεβλημένη την προσεκτική μελέτη το φακέλου και τη συνταξη της απόφασης, ειδικά τώρα που με την προτεινόμενη ρύθμιση και την σημαντική αύξηση του ορίου, οι μικροδιαφορές μόνο τυπικά αναφέρονται ως τέτοιες. Η εκμηδένιση και η εξαίρεση στη χρέωση ουσιαστικά είναι σα να εισάγει διάκριση στις υποθέσεις σε σημαντικές και μη και να οδηγεί το δικαστή να επιλέγει σε ποιες υποθεσεις θα δινει βαρύτητα ή όχι, όταν κανονικά κάθε υπόθεση πρέπει να μελετάται και να αντιμετωπίζεται με την ίδια σπουδαιότητα. Τέλος, η ρύθμιση αγνοεί πλήρως τα ποινικά καθήκοντα των πολιτικών δικαστών, αφού εκτός ελαχίστων σχηματισμών, όπως το Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν λειτουργούν αυτοτελή ποινικά τμήματα, και επομένως οι ίδιοι δικαστές που δικάζουν τις αστικές διαφορές παράλληλα δικάζουν ποινικές υποθέσεις. Η μη αναγνώριση αυτού του έργου στον υπολογισμό της συνολικής χρέωσης συνιστά θεσμική υποβάθμιση της ποινικής δικαιοσύνης και παραβιάζει την αρχή της ισομερούς κατανομής του δικαστικού φόρτου.