• Σχόλιο του χρήστη 'Γιώργος Λαζαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών' | 2 Ιουλίου 2025, 16:27

    1. Η διάταξη του άρ. 216 ΚΠολΔ αποτέλεσε μέχρι σήμερα διάταξη, που εντάσσεται στις θεμελιώδεις επιλογές του νομοθέτη και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την εν γένει φυσιογνωμία της πολιτικής δίκης στη Χώρα μας. Η διαμόρφωση του αγωγικού δικογράφου δεν μπορεί να λησμονείται ότι συναρτάται και με τη δυνατότητα άμυνας του εναγομένου. Με την απάλειψη των σχετικών λέξεων από τη διάταξη του άρ. 216 ΚΠολΔ ούτε ακριβής ούτε σαφής είναι αναγκαίο να είναι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Κατά το μάλλον ή ήττον, δηλαδή, ο ενάγων αρκεί να εκθέσει τα δεδομένα στο εισαγωγικό του δικόγραφο κατά προσέγγιση. Για την αποφυγή της αθεράπευτης νομικής αοριστίας θα αρκεί μια στοιχειώδης επανάληψη των ορισμών του νόμου. Για την πραγματική αοριστία, ωστόσο, θα αρκούν δυο λόγια, ούτε σαφή ούτε ακριβή. Για τη θεραπεία, το βάρος μετακυλύεται στην προβλεπόμενη σχετικώς Διάταξη του Δικαστή. Ωστόσο, ο εναγόμενος δικαιούται υπεράσπισης της υπόθεσής του και αυτός. Και όσο οι ασάφειες και οι ελλείψεις πληθαίνουν, τόσο φαλκιδεύεται το δικαίωμά του σε λυσιτελή άμυνα. Βέβαια και υπό το νυν ισχύον καθεστώς, η πραγματική αοριστία θα μπορούσε να θεραπευτεί από τον ενάγοντα, ενδεχομένως και με αξιοποίηση του καθοδηγητικού καθήκοντος του Δικαστή. Ωστόσο, εν προκειμένω εισάγεται αλλαγή παραδείγματος. Ο διάδικος δεν είναι αναγκαίο να μεριμνά για την υπεράσπιση της υπόθεσής του, ενώ ο επιμελής δικηγόρος εν τέλει δεν μπορεί να ξεχωρίσει για την ποιότητα της προετοιμασίας της υποθέσεως του εντολέα του από μέρους του, αφού υπάρχει πάντα η ασφαλιστική δικλείδα του Δικαστηρίου. Ωστόσο, το καθήκον καθοδήγησης δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του ορίου υποκατάστασης του δικηγόρου, όπως πλέον επιχειρείται. Δεδομένου δε ότι διάδικος είναι και ο εναγόμενος, που προβάλλει μέσα επίθεσης και άμυνας, ήτοι στην τελευταία περίπτωση ενστάσεις, που υφίστανται και αυτές αξιολόγηση ως προς το ορισμένο, το παραδεκτό της προβολής τους και τη νομική τους βασιμότητα, πώς συμβιβάζεται με την αρχή της ισότητας των όπλων, η μονομερής παρέμβαση του Δικαστή υπέρ του ενάγοντος με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις ως προς την αοριστία ; Ως προς το ότι ούτως ή άλλως οι συνθήκες απονομής, με τις υφιστάμενες χρεώσεις, καθιστούν αδύνατο έναν τέτοιο έλεγχο, αρκεί η αναφορά στον οικείο τόπο, σε έτερο σχολιασμό. 2. Η διάταξη του άρ. 227 ΚΠολΔ εφαρμοζόταν μέχρι σήμερα τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, λειτουργούσε δε κατά τρόπο απλό και ομαλό, αφού αρκούσε η τηλεφωνική ή άλλως πως κλήση – ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου προς συμπλήρωση της τυπικής έλλειψης. Στη νέα διάταξη ορίζεται πλέον ότι «1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν…» (ενν. μάλλον να συμπληρωθούν) «…ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης». i. Κατ’ αρχάς δημιουργείται η εύλογη απορία : Παρά τον εν γένει επιταχυντικό οίστρο, γιατί η διάταξη τροποποιείται εις τρόπον, ώστε με τήρηση συγκεκριμένων προθεσμιών, να προϋποθέτει πλέον για την εφαρμογή της, την έκδοση σχετικής Διάταξης του Δικαστή, αντί της τηλεφωνικής ή άλλως πως (πχ με email) ειδοποίησης ; ii. Από άποψη νομοτεχνική, αν η αοριστία λογίζεται πλέον ως είδος τυπικής κατ’ αρχάς παράλειψης, όπως διαφαίνεται, γιατί το ζήτημα ρυθμίζεται και στη διάταξη του άρ. 227 και στη διάταξη του άρ. 237 ΚΠολΔ και, μάλιστα, με άλλες προθεσμίες ; Ειδικώς ως προς την αοριστία και, μάλιστα, σε αντίθεση με τις άλλες τυπικές παραλείψεις, εισάγεται απλώς διαφοροποίηση μεταξύ τακτικής διαδικασίας αφενός (οπότε και εφαρμόζεται το άρ. 237 ΚΠολΔ) και ειδικών διαδικασιών (οπότε και εφαρμόζεται το άρ. 227 σε συνδ. με το άρ. 591 ΚΠολΔ) ή μήπως το 237 ΚΠολΔ, παρότι δεν το αναφέρει ρητά, αφορά πλέον και τυπικές παραλείψεις εν συνόλω, οπότε στην τακτική διαδικασία δεν εφαρμόζεται ποτέ το άρ. 227 ΚΠολΔ; iii. Συναφώς με τα στο υπό στ. ii εκτιθέμενα, εφαρμόζεται υπό τη νέα μορφή του το άρ. 227 ΚΠολΔ και στις ειδικές διαδικασίες (όπως είναι το λογικό) ή μόνο στις ειδικές διαδικασίες (ώστε να έχει νόημα η διαφοροποίηση των ρυθμίσεων με το άρ. 237 ΚΠολΔ) και, αν ναι, πότε θα μελετά τις δικογραφίες της ειδικής διαδικασίας ο Δικαστής, που κατά τα λοιπά ενημερώνεται για τις πολιτικές υπηρεσίες του πχ στις 30 του μηνός και ενδεχομένως δικάζει στις 3 του επομένου μηνός, ώστε να εκδώσει διάταξη 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο ; iv. Αν ισχύει διαφορετική ρύθμιση για τις ειδικές διαδικασίες ως προς τη συμπλήρωση των λοιπών τυπικών ελλείψεων, ποια είναι αυτή ; Ισχύει τότε η ρύθμιση του άρ. 227 παρ. 2 ΚΠολΔ περί τηλεφωνικής κλήσης ή απαιτείται και πάλι έκδοση Διάταξης ; v. Τι εξυπηρετεί να προτείνεται από τον εναγόμενο η τυπική παράλειψη 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο σε μια ειδική διαδικασία ; Μέχρι σήμερα ο Δικαστής, είτε λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του εναγομένου στις προτάσεις του, είτε ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, καλούσε για τη συμπλήρωση της έλλειψης. Ποια ανάγκη καλύπτει η σύνθετη αυτή διάταξη, που δεν καλυπτόταν μέχρι σήμερα ; Θεσπίζεται η διάταξη χάριν της νέας ρύθμισης περί τη συμπλήρωση της πραγματικής αοριστίας, αλλά θα συμπαρασύρει στο διάβα της και όλες τις τυπικές λοιπές ελλείψεις ; Και για ποιόν αιφνιδιασμό του ενάγοντος μέσω της προβολής αιφνιδιαστικής προβολής ενστάσεων αοριστίας κατά τη συζήτηση γίνεται λόγος στην ανάλυση ρύθμισης, όταν ο Δικαστής ούτως ή άλλως ελέγχει αυτεπάγγελτα την αοριστία ; vi. Όπως και κατωτέρω στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρ. 237 ΚΠολΔ επισημαίνεται, πώς μπορεί να μελετήσει μια δικογραφία ο Δικαστής, ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα περί αοριστίας, αν αυτή (η αοριστία) δεν είναι απολύτως πρόδηλη ; Θα περιορίζεται ο έλεγχος στα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την ιστορική βάση ή θα επεκτείνεται και σε κάθε ένα εκ των αιτημάτων της αγωγής ; Και αφού ασχοληθεί με όλα αυτά πριν τη δικάσιμο ο Δικαστής, πότε θα προλάβει να εκδώσει -μαζί με όλα τα άλλα- τις οικείες Διατάξεις ; Και θα εγκαταλείψει τη δικογραφία, μετά την έκδοση της Διάταξης και την πιθανή συμπλήρωση της αγωγής, ώστε αυτή (η αγωγή) να συζητηθεί, και εν συνεχεία, στο πλαίσιο της σχετικής ρητής εξέτασης του νόμου και του προγραμματισμού της εργασίας του Δικαστή, θα ασχοληθεί εκ νέου με τη δικογραφία από την αρχή σε επόμενο χρονικό σημείο, καταβάλλοντας διπλό κόπο, που θα επιφέρει καθυστέρηση ; Ρυθμίσεις, όπως η προκείμενη, έχουν νόημα σε ένα περιβάλλον μικρού αριθμού υποθέσεων, ώστε να παρέχεται η πολυτέλεια εξέτασης της αγωγής από το αρχικό στάδιο. Οι ελληνικοί αριθμοί στις χρεώσεις δεν επιτρέπουν ούτε κατά διάνοια τον σχετικό προκαταρτικό έλεγχο. Για να αποφανθεί ο Δικαστής επί των σχετικών ζητημάτων, θα πρέπει να μελετήσει τη δικογραφία. Δεν είναι μηχανιστική ή διεκπεραιωτική διαδικασία, όπως υπολαμβάνεται. Εξαιρέσεις θα μπορούσαν να είναι επιτρεπτές μόνο για τις όλως πρόδηλες τυπικές παραλείψεις. Αλλά τότε ποια η προστιθέμενη αξία της σύνθετης ρύθμισης ; 2. Με το άρθρο 237 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό και με τα άρ. 215 παρ. 1 και 2 και 238 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώνονται) μεταβάλλεται για μία ακόμα φορά η δομή της τακτικής διαδικασίας. Επ’ αυτής επισημαίνονται τα ακόλουθα : i. Ο ευθύς εξ αρχής, με την κατάθεση του δικογράφου, προσδιορισμός δικασίμου στις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας εντός κατ’ αρχάς εξαμήνου έως επταμήνου από την κατάθεση, έχει υπολογιστεί με συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα ως προς το σε τι είδους (υδροκέφαλα κατά πάσα πιθανότητα) πινάκια θα καταλήξει ; Η μέχρι σήμερα αδυναμία προσδιορισμού των υποθέσεων σε εγγύτερες δικασίμους, σε όσα Πρωτοδικεία αυτό συνέβαινε, οφείλετο στο αναντίρρητο γεγονός ότι δεν υπήρχε τέτοιο περιθώριο, με βάση των αριθμό των Δικαστών και την δυνατή κατά κεφαλή χρέωση. Πέραν της ωφέλειας, που σε κάποιο άγνωστο ακόμα βαθμό θα προκύψει από την ενοποίηση, ποιο άλλο μέτρο έχει λάβει εκ παραλλήλου η Πολιτεία, ώστε να καταστήσει εφικτό αυτόν τον θεμιτό κατά τα λοιπά στόχο ; Αν η απάντηση είναι ο πολλαπλασιασμός των υποθέσεων, που θα χρεωθεί ο εξαθλιωμένος εργασιακά ούτως ή άλλως Δικαστής, τότε το επιλεγέν μέσον προς επίτευξη του στόχου, όσες κυρώσεις και αν απειληθούν, δεν θα επιτευχθεί. Διότι κατά βασική αρχή : Impossibilium nulla est obligatio. ii. Ποιο το ουσιαστικό όφελος από τη σπουδή επίδοσης της αγωγής εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την κατάθεσή της στις ειδικές διαδικασίες, δεδομένου ότι ουδείς Δικαστής μπορεί εκ των πραγμάτων (για τους λόγους που ανωτέρω εξηγήθηκαν) να ασχοληθεί με αυτήν ; Γιατί εγκαταλείπεται εν προκειμένω η προπαρασκευαστική προθεσμία ; iii. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρ. 9 του Ν. 4640/2019, που προβλέπει αναστολή, μεταξύ άλλων, δικονομικών προθεσμιών για το αναφερόμενο στη διάταξη χρονικό διάστημα, στο νέο άρ. 237 ΚΠολΔ για την κατάθεση των προτάσεων, που εκκινεί από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της αγωγής μέχρι και τη συμπλήρωση 90 ή 120 ημερών από το κατά τα ως άνω αφετήριο χρονικό σημείο, προβλέπεται ότι η διαδικασία διαμεσολάβησης δεν οδηγεί σε αναστολή της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Η σπουδή για ταχύτητα, όμως, κατά τον τρόπο αυτό δεν συμβιβάζεται με την κουλτούρα διαμεσολάβησης, που κατά τα λοιπά καλλιεργείται, αφού η τελευταία δεν εκβιάζεται με εσπευσμένες διαδικασίες, αλλά καταλείπεται εν τέλει στους διαδίκους, στο πλαίσιο της μέχρι σήμερα θεμελιώδους αρχής της διαθέσεως. Αν, όμως, η προθεσμία για την κατάθεση των προτάσεων δεν αναστέλλεται, οι διάδικοι πρέπει από τη μια πλευρά να φροντίσουν για τη διαμεσολαβητική διευθέτηση της διαφοράς τους και την ίδια στιγμή να καταστρώνουν και να ξεδιπλώνουν τη στάση τους στη δίκη, ως να είχε ήδη καταδικαστεί η διαμεσολαβητική προσπάθεια. Αν ληφθούν υπόψη και οι δυσκολίες, που στην πράξη εμφανίζονται ενίοτε κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, η ρύθμιση δεν φαίνεται επιτυχής. Πέραν της προθεσμίας του άρ. 237 ΚΠολΔ, εξάλλου, οι λοιπές δικονομικές προθεσμίες θα εξακολουθήσουν να αναστέλλονται κατ’ άρ. 9 του Ν. 4640/2019 ; iv. Με βάση τη διάταξη του προτεινόμενου άρ. 237 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Δικαστής ή η σύνθεση θα οριστεί 125 έως 135 ημέρες μετά την κατάθεση της αγωγής (ή 155 έως 165 επί κατοίκων αλλοδαπής κλπ.), ενώ στις 180 ημέρες έως 210 ημέρες από την κατάθεση θα έχει οριστεί ήδη και η δικάσιμος κατά τα προαναφερθέντα. Στο ενδιάμεσο ασφυκτικό διάστημα και δη σε αρχικό στάδιο, δηλαδή σε 30 ημέρες από τον ορισμό του Δικαστή θα πρέπει να έχει εκδοθεί μια (μη οριστική κατ’ αρχάς) Διάταξη, που, μεταξύ άλλων, αν συντρέχει περίπτωση, θα αφορά στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης ή στη θεώρησή της ως μη ασκηθείσας ή στην ενεργοποίηση των ρυθμίσεων των άρ. 246 έως 250 ΚΠολΔ κ.ο.κ.. Ο Δικαστής, που στο μεταξύ θα ασχολείται με τη σύνταξη των αποφάσεων προηγούμενης δικασίμου, θα πρέπει, παραμερίζοντας προσωρινά τα λοιπά καθήκοντα, να σπεύσει να μελετήσει σε κάποιο βάθος τις νεότερες δικογραφίες, που θα χρεώνεται. Σε ποιόν χρόνο, όμως, υπολογίζεται ότι θα συμβούν αυτά ; Και, μάλιστα, ποιος Δικαστής επί πολυμελούς ; Αναγράφεται ο Εισηγητής. Είναι, όμως, ποτέ δυνατόν, κατά παράκαμψη της πολυμελούς σύνθεσης, όπου έχουν δικαίωμα λόγου και ψήφου άπαντες οι μετέχοντες, να αποφασίζει και να εκδίδει τη Διάταξη μόνος του ο Εισηγητής για ζητήματα τοσούτον σημαντικά όσο τα προαναφερθέντα, μεταξύ των οποίων σημειωτέον και το ζήτημα της αοριστίας ; Θα πρέπει να προηγηθεί διάσκεψη και στον Εισηγητή θα απομένει απλώς η έκδοση της Διάταξης ; Πώς, όμως, σχεδιάζεται ρεαλιστικά να μπορεί να διασκέπτεται και γι’ αυτά τα ζητήματα όλη η πολυμελής σύνθεση παράλληλα με όλα τα άλλα καθήκοντα ενός εκάστου των μελών της σύνθεσης ; Έχει προϋπολογιστεί χρονικά με ακρίβεια η συγκεκριμένη παράμετρος ; v. Η ρύθμιση περί την αναγκαιότητα εξέτασης ή μη μάρτυρα στην υπόθεση στο πρώιμο αυτό στάδιο είναι κατά τη γνώμη μου θετική. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από τις δυνατότητες του δικάζοντος να μελετήσει έστω και στοιχειωδώς τις δικογραφίες του πινακίου και δυστυχώς αυτές οι δυνατότητες ναρκοθετούνται με κάθε σχεδόν διάταξη του σχεδίου νόμου. vi. Στη διάταξη του προτεινόμενου νέου άρ. 237 παρ. 3 ΚΠολΔ εισάγεται η ρύθμιση για τη θεραπεία της πραγματικής αοριστίας και πάλι με Διάταξη, αλλά και η δυνατότητα του ενάγοντος να τη θεραπεύσει με προσθήκη στις προτάσεις 10 ημέρες πριν τη συζήτηση, ώστε στη συζήτηση (άρ. 269 παρ. 3 ΚΠολΔ) να μπορεί να αντιλέξει ο εναγόμενος. Δεν εξηγείται, βέβαια, τι θα γίνει εν προκειμένω, αν η αοριστία δεν συμπληρωθεί. Θα ισχύσουν όσα αναφέρονται στο άρ. 227 ΚΠολΔ ; Ισχύουν, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση οι ήδη ως άνω γενόμενες παρατηρήσεις. Χρόνος επαρκής για μια τέτοια ενέργεια δεν υφίσταται, ενώ εν τέλει είναι ασαφές και το πότε η έκδοση της Διάταξης είναι υποχρεωτική ή ως προς το τι θα συμβεί, αν δεν εκδοθεί τέτοια Διάταξη και εν συνεχεία διαπιστωθεί το απαράδεκτο ή ο λόγος αναστολής κλπ. Η αοριστία, εξάλλου, κακώς συγχέεται με την καθυστέρηση στην απονομή. Γιατί αποτελεί καθήκον κατ’ αρχάς του διαδίκου δια του δικηγόρου του η κατάστρωση του δικογράφου και μπορεί με ενέργειές του να θεραπευθεί κάθε τυχόν ελάττωμα ή έλλειψη. Αντιθέτως, εν προκειμένω καθ’ υπέρβαση των λελογισμένων ορίων του καθοδηγητικού καθήκοντος του Δικαστή, επιχειρείται κατ’ ουσίαν η υποκατάσταση του δικηγόρου – συλλειτουργού. Αν και όπου έχει παρατηρηθεί μια εκφεύγουσα των απώτατων ορίων ενέργεια Δικαστή για απόρριψη αγωγής ή αιτήματος αυτής ως αορίστων, κατά τρόπο αποκλίνοντα, υπάρχει όχι μόνο η δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, αλλά ενδεχομένως και αναζήτησης τυχόν ευθύνης του επί βαρείας αμέλειας, αν συντρέχουν οι όροι της. Δεν είναι, όμως, αυτό επαρκής λόγος, για την κατάστρωση ρυθμίσεων, όπως η προκείμενη. vii. Στην νέα παρ. 4 του άρ. 237 ΚΠολΔ, δεν είσαι σαφές, αν το ρυθμιστέο αντικείμενο εξαντλείται στην ειδικότερη περίπτωση της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης με την αρχική μη οριστική Διάταξη λόγω της επισημαινόμενης αοριστίας ή αν αφορά κάθε Διάταξη, που εκδίδεται κατά την παρ. 3, ανεξάρτητα από το αν πχ γίνεται αναφορά σε «μη ασκηθείσα αγωγή» ή «αναστολή κατ’ άρ. 249 ΚΠολΔ» κοκ. Γίνεται, πάντως, λόγος για οριστική απόρριψη της αγωγής ως «απαράδεκτης» με επικύρωση της σχετικής Διάταξης και αποτελέσματα ανάλογα της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, εφόσον ο ενάγων δεν επιμείνει με την υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος για την εκδίκαση της διαφοράς εντός μόλις 5 ημερών από την έκδοση της μη οριστικής αρχικής Διάταξης, κατόπιν καταβολής και σχετικού παραβόλου από μέρους του εν λόγω διαδίκου. Τι νόημα, όμως, έχει η εκδίκαση από τον ίδιο Δικαστή, που προηγουμένως εκφράστηκε επί του επίμαχου ζητήματος της διαφοράς με την έκδοση της σχετικής Διάταξής του, της οποίας σημειωτέον δεν είναι σαφές και πώς λαμβάνει γνώση ο ενάγων ; Όπως και τι νόημα θα είχε, αντιθέτως, ο ορισμός νέου Δικαστή για την εκ νέου έρευνα της υπόθεσης ; viii. Στις λοιπές περιπτώσεις, πλην αοριστίας, ήτοι στην περίπτωση εντοπισμού αγωγής, που θεωρείται μη ασκηθείσα ή στην περίπτωση Διάταξης για ενεργοποίηση των ρυθμίσεων των άρ. 249 και 250 ΚΠολΔ, μπορεί να αντιλέξει ο ενάγων ή η αρχική ήδη Διάταξη είναι οριστική ; Δεν θα έπρεπε αυτό να είναι σαφές στις σχετικές Διατάξεις του άρ. 237 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ ; ix. Επί έκδοσης Διάταξης, ο χρόνος για την περαίωση της δικογραφίας, εκκινεί από το πρώιμο αυτό στάδιο κατά το νέο άρ. 307 ΚΠολΔ, δηλαδή ο χρόνος εκκινεί πριν καν η υπόθεση συζητηθεί ! Η ρύθμιση είναι ανεδαφική, όπως και οι λοιπές σχετικές. x. Στη νέα διάταξη του άρ. 237 παρ. 5 ΚΠολΔ αναφέρεται ότι, παρά το γεγονός ότι μπορεί να διαταχθεί μία πραγματογνωμοσύνη, αν αυτή δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει τη διάταξη περί τη διενέργειά της. Δυνατότητα ανάκλησης εγένετο ούτως ή άλλως δεκτή και με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, δυνατότητα της οποίας εγένετο, μάλιστα, ευρεία χρήση κατά το τρέχον έτος, οπότε και αποφασίστηκε ο έλεγχος έκδοσης τυχόν Διατάξεων με ενέργειες του Τμήματος Επιθεώρησης, δεδομένου ότι, μολονότι ο Δικαστής, όσο αναμένει τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ουδέν μπορεί να πράξει, θεωρήθηκε εντούτοις ότι είναι δυνατό ο χρόνος, που κυλά, να διερευνάται (κατ’ αρχάς) ως πιθανώς καταλογιζόμενη στον ίδιο καθυστέρηση στην περαίωση της δικογραφίας. Η ρητή ρύθμιση της δυνατότητας ανάκλησης δεν είναι αρνητική, αν δεν προέδιδε την αληθή εικόνα : Ότι σημασία, δηλαδή, δεν έχει η ορθότητα, αλλά η ταχύτητα και τούτο για τον εξής λόγο : Ο Δικαστής, που διατάσσει πραγματογνωμοσύνη, καταλήγει στην αναγκαιότητά της. Έχει πεπερασμένες ιατρικές γνώσεις, γνώσεις μηχανικής ή γνώσεις λογιστικής κοκ. και δεν μπορεί να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα. Για να φθάσει ως εκεί, μάλιστα, θα πρέπει να έχει διερευνήσει όχι μόνο το παραδεκτό, αλλά και το νόμω βάσιμο, διαδικασία όλως κοπιώδης ενίοτε και σύνθετη. Αν ο μηχανισμός διενέργειας της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης είναι κοστοβόρος ή αν οι διάδικοι δεν επιθυμούν να επιβαρυνθούν κατ’ αρχάς με τα έξοδα (τα οποία ο νικητής διάδικος ούτως ή άλλως πάντως θα λάβει μέσω της επιδίκασης της δικαστικής δαπάνης), αυτό δεν μπορεί να καταλήξει σε ανάκληση της διάταξης περί πραγματογνωμοσύνης, αφού ο Δικαστής θα αντέφασκε με τα όσα ήδη προηγουμένως έχει κρίνει. Υπονοείται, συνεπώς, με τη διάταξη ότι η διάταξη περί πραγματογνωμοσύνης είναι συνήθως περιττή και αν δεν μπορεί να γίνει, τότε είναι προτιμότερο ίσως να συνταχθεί η απόφαση όπως – όπως, χάριν επίτευξης της ταχύτητας και σε βάρος προφανώς της ορθότητας της κρίσης. xi. Αντί όλων των ανωτέρω, απαιτείται επειγόντως απλοποίηση, ευκρίνεια, ενοποίηση των διαδικασιών και υιοθέτηση μόνο διαδικαστικών αποκλίσεων, όπου είναι απολύτως αναγκαίο για τις ιδιαιτερότητες της οικείας κατηγορίας διαφορών, καθώς και έμπρακτη εκδήλωση εμπιστοσύνης στον Δικαστή ως προς το να χρησιμοποιεί κάθε φορά τα εργαλεία εκείνα, που θα καταλήξουν σε ορθή κρίση, με τα εχέγγυα που προς τούτο απαιτούνται. Οι αλλεπάλληλες προθεσμίες επί προθεσμιών, αλλά και οι αντικρουόμενες και ασαφείς ρυθμίσεις, με τη δορυφορούσα αυτές δυσκίνητη γραφειοκρατία, ναρκοθετούν έτι περαιτέρω το επιβαρυμένο πεδίο της πολιτικής δίκης.