• Σχόλιο του χρήστη 'Γιώργος Λαζαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών' | 2 Ιουλίου 2025, 17:17

    Πέραν του ήδη γενόμενου σχολίου που αφορά στις κεντρικές, πλην ατυχείς διατάξεις των άρ. 32 και 147 του Σχεδίου Νόμου, ας επιτραπεί και μία ακόμα επισήμανση, όπως και μία απάντηση στον ανώνυμο σχολιαστή Σ.Α., που αναφέρεται σε εμένα ονομαστικά σε σχετικό σχόλιό του. 1. Κατά τη διάταξη του άρ. 32 του Σχεδίου Νόμου, με την οποία τροποποιείται το άρ. 307 ΚΠολΔ, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι θα ενημερώνει το Δικαστήριο τον πολίτη για την ενδεχόμενη καθυστέρηση και για τον προβλεπόμενο νέο χρόνο έκδοσης της απόφασης, και προβάλλεται αυτό ως ένδειξη σεβασμού προς αυτόν. Ο Δικαστής, δηλαδή, που για λόγους που αφορούν στον νομοθέτη και συνίστανται στην ενδεχόμενη αδυναμία συγκρότησης μιας νέας, εκ θεμελίων πρωτότυπης και συνολικής πρότασης, ανταποκρινόμενης στις προκλήσεις των καιρών, θα αδυνατεί από τη μία πλευρά να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, θα έχει, όμως ταυτόχρονα και το επιπλέον ηθικό, αλλά και πραγματικό βάρος, να απολογείται στην κοινωνία. Αντί να ασχολείται με τις δικογραφίες, θα συντάσσει κάθε είδους εξηγήσεις προς πάσα κατεύθυνση και θα ενημερώνει ως προς το ότι ενδεχομένως πενθεί προσωρινά για την απώλεια των γονέων του, ως προς το ότι αρρώστησε, ως προς το ότι υπερχρεώθηκε, ως προς το ότι δεν πέτυχε το ανέφικτο κ.ο.κ. Ο πολίτης επιθυμεί ταχεία, αλλά και ορθή απόφαση, τα δε αιτήματά του είναι απολύτως δικαιολογημένα. Η λύση, όμως, δεν μπορεί να είναι η κατασυκοφάντηση του Δικαστή στην κοινωνία. Ούτε ο εξευτελισμός του. Η εική και ως έτυχε, πλην ταχέως εκδοθείσα απόφαση, άλλωστε, είναι ασύγκριτα πιο επιζήμια και επιβαρύνει συνολικά τον δικαιοδοτικό μηχανισμό, σε σχέση με την επιμελώς συνταχθείσα, η δε ταχεία απόφαση, όπως και πρέπει να είναι, είναι δυνατή, μόνο όταν η επιβάρυνση του Δικαστή, συγκρινόμενη με τον συνολικό αριθμό εκκρεμών υποθέσεων (και όχι τον αριθμό των πολιτών σε αναλογία προς τον αριθμό Δικαστών), είναι στα αποδεκτώς ευρωπαϊκά όρια. Η μη έχουσα ανάλογο στον ευρωπαϊκό Χώρο κατά τα ως άνω ρύθμιση θα τρώσει ακόμα περισσότερο την εικόνα του Δικαστή στην κοινωνία, η οποία έχει την ανάγκη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, να αισθάνεται την ανακούφιση ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Προς τούτο, όμως, απαιτείται να τον πείσουν άπαντες οι εμπλεκόμενοι παράγοντες και δη έκαστος στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, συμπεριλαμβανομένου και του νομοθέτη. Σε διαφορετική περίπτωση ρυθμίσεις, όπως οι προκείμενες, δεν βάλλουν κατά των Δικαστών ως μιας μορφής συνήθους συντεχνίας, όπως επιχειρείται και εικάζεται ότι θα επιχειρηθεί να προβληθεί, αλλά σε βάρος τελικώς της ίδιας της κοινωνίας. Για όσους τυχόν είναι πραγματικά ράθυμοι και για όσους τυχόν δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν από την πλευρά των Δικαστών να ανταποκριθούν στο σύγχρονο απαιτητικό περιβάλλον, ούτε οι Δικαστές επιθυμούν την προστασία τους. Αλλά η (συνειδητά ; ) καλλιεργούμενη εικόνα της γενικευμένης ανικανότητας και πόρρω απέχει από την πραγματικότητα και είναι όλως επιζήμια σε ένα κράτος Δικαίου. Ο Δικαστής ομιλεί προεχόντως δια των αποφάσεών του και υπόκειται σε κριτική γι’ αυτές πρωτίστως από την επιστημονική κοινότητα, αλλά δευτερευόντως και από την κοινωνία, που είναι καθήκον της Πολιτείας να την ενημερώσει με ειλικρίνεια και διαφάνεια για τις κρατούσες συνθήκες απονομής της δικαιοσύνης στη Χώρα μας. 2. Ανώνυμε κύριε Σ.Α. Από τη στιγμή, που αναφέρεστε ονομαστικά σε εμένα, η αναγκαία ευπρέπεια του διαλόγου επιτάσσει την αναφορά του ονοματεπωνύμου Σας, όπως πράττω και εγώ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη των λεγομένων μου. Δεν γνωρίζω, εξάλλου, και την ιδιότητά Σας, αλλά και τις γνώσεις Σας για τα τεκταινόμενα στην ελληνική Δικαιοσύνη. Ανέγνωσα το σχόλιό σας με προσοχή. Αναφέρεστε όλως εκτεταμένα στο πρόβλημα (: καθυστέρηση απονομής στη Χώρα μας), αλλά και στις καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ, που έχουν ανακύψει από το πρόβλημα αυτό, αν και όχι πάντα στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης και όχι υπό τη γενικευμένη μορφή, που αποδίδετε Εσείς στο ζήτημα. Μολονότι το πρόβλημα δεν είναι πια της έκτασης που περιγράφεται σε κάθε περίπτωση, όπως στο παρελθόν, ασφαλώς και παραμένει σημαντικό ζήτημα. Και είναι αίτημα και των Δικαστών η ταχεία, αλλά πάντα επιμελημένη, εκδίκαση των υποθέσεων. Παρά την, κατά την αναφορά Σας, νηφάλια προσέγγισή Σας, ωστόσο, απουσιάζουν δύο κρίσιμα στοιχεία στον συλλογισμό Σας, αν μου επιτρέπετε. Το πρώτον είναι ότι δεν εισφέρετε κάποια πρόταση για την επίλυση του ζητήματος. Προφανώς με βάση τον σχολιασμό Σας, φαντάζει σε Εσάς ως εύλογη λύση του προβλήματος η έτι περαιτέρω επιβάρυνση των Δικαστών, η οποία δεν θα επιχειρήσω να Σας εξηγήσω, γιατί είναι πέραν κάθε δυνατού ορίου. Προτίμησα, άλλωστε, στο σχόλιό μου να καταγράψω τις κουραστικές λεπτομέρειες, για να καταστήσω σαφές, γιατί οι ρυθμίσεις δεν είναι ρεαλιστικές στην κατεύθυνση αυτή και δεν ανέγνωσα κάποια ανάλογη λεπτομερειακή αντίκρουση. Όπως προσφυώς αναφέρθηκε από έναν συνάδελφο, την εικαζόμενη συναίνεση του οποίου έχω, ελπίζω, για να αναπαραγάγω το περιεχόμενο της σκέψης του, η επίλυση του ζητήματος της αναμονής στα χειρουργεία των δημοσίων Νοσοκομείων δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η επιβολή της επί ποινή απολύσεως των ιατρών, επαύξηση του αριθμού των ημερήσιων χειρουργείων. Το πού, το πώς και το ποιος δεν είναι αδιάφορες λεπτομέρειες εν προκειμένω· Είναι η καρδιά του ζητήματος. Δεν έγκειται, συνεπώς, στον στόχο η διαφωνία (: εύλογη διάρκεια δίκης). Έγκειται στον modus. Το δεύτερο σημείο, εξάλλου, που θα ήθελα να Σας επισημάνω, είναι ότι Εσείς αρκείστε στο να αναφέρετε ότι οι ρυθμίσεις είναι ρεαλιστικές, χωρίς οιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση ως προς το πόθεν αρύεσθε τη βεβαιότητα αυτή. Αναφέρεστε σε καλούς και εμπρόθεσμους Δικαστές. Ακόμα και αν είστε Δικηγόρος, έχετε άραγε δικάσει με το σύνολο ή μέγα μέρος των Δικαστών, ώστε να γνωρίζετε τα στατιστικά ενός εκάστου ; Και είστε σε θέση να γνωρίζετε, αν οι ίδιοι Δικαστές, σε κάποιο άλλο στάδιο της υπηρεσιακής τους πορείας, δεν καθυστέρησαν λόγω των συνθηκών ; Γνωρίζετε την ποιότητα των αποφάσεων ενός εκάστου ; Θεωρείτε ότι ένας Δικαστής είναι αμελής καθυστερησίας, επειδή άλλοτε δημοσίευσε εμπρόθεσμα και άλλοτε εξέφυγε των νομίμων προθεσμιών ; Επιπλέον, παρότι φοβούμαι ότι έχετε εδραία πεποίθηση περί του αντιθέτου, Σας διαβεβαιώ πως ούτε «υπήρχε έως τώρα απεριόριστη διακριτική ευχέρεια» ούτε έχουμε ανάγκη από «μηχανισμούς παρακολούθησης», αν και η φρασεολογία επιβεβαιώνει τα περί φαλκίδευσης της Ανεξαρτησίας κατά τρόπο εύγλωττο. Είμαστε Δικαστές και έχουμε προεχόντως αυτοσεβασμό και επίγνωση της ευθύνης μας έναντι της κοινωνίας. Οι ατελείωτες ώρες εργασίας και η αφοσίωσή μας είναι η και η λογοδοσία μας. Για τους νωθρούς, αν τέτοιοι υφίστανται, υπήρχαν και υπάρχουν τα αρμόδια και δραστήρια πειθαρχικά όργανα, ενώ οι μη διευκρινιζόμενοι ευρωπαϊκοί κανόνες, που επικαλείστε, είναι βέβαιο πως δορυφορούνται και από ευρωπαϊκές συνθήκες εργασίας εν γένει κατά την απονομή. Το πλήγμα στην Ανεξαρτησία είναι δεδομένο και εκθέτω τους λόγους συνοπτικά στο έτερο σχετικό σχόλιό μου. Μπορείτε, αν θέλετε, να ανατρέξετε εκ νέου σε αυτό. Ρυθμίσεις, όπως οι προκείμενες, δεν βάλλουν κατά των Δικαστών ως μιας μορφής συνήθους συντεχνίας, όπως επιχειρείται και εικάζεται ότι θα επιχειρηθεί να προβληθεί, αλλά σε βάρος τελικώς της ίδιας της κοινωνίας. Για όσους τυχόν είναι πραγματικά ράθυμοι και για όσους τυχόν δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν από την πλευρά των Δικαστών να ανταποκριθούν στο σύγχρονο απαιτητικό περιβάλλον, ούτε οι Δικαστές επιθυμούν την προστασία τους, όπως ανεγράφη και ανωτέρω. Η ειλικρινής και πέραν των ατομικών συμφερόντων δίψα ενός εκάστου για Δικαιοσύνη ουδέποτε θα μπορούσε να φέρει αντιμέτωπους Δικαστές και Δικηγόρους. Ούτε είναι τέτοιοι αντίπαλοι οι ανωτέρω ούτε θα επιτρεπόταν ποτέ να είναι αντίπαλοι, όπως αναδύεται από άλλα έμπλεα μίσους ανώνυμα σχόλια ούτε θα έπρεπε να επιτραπεί στους επιθυμούντες τέτοια αντιδικία η εκτροπή της νομοθέτησης σε τέτοιο πεδίο μάχης μεταξύ συλλειτουργών, αν έκαστος εξ ημών κατανοεί το βάρος της τελευταίας λέξεως. Αφού ο στόχος είναι κοινός, δηλαδή, αρκεί να συμβάλλουμε όλοι δημιουργικά με πρωτότυπες και ρηξικέλευθες ιδέες για τη βελτίωση της ταχύτητας της απονομής, χωρίς παραίτηση, ωστόσο, στις αξιώσεις ποιότητας και με όριο ασφαλώς το εφικτό. Ούτε ατιμωρησία, τέλος, ούτε ασυδοσία ζητείται. Ούτε και υπήρξε τέτοια ποτέ κατά τα τελευταία πολλά έτη. Ούτε και ζητείται εν τέλει κατανόηση. Ζητείται Δικαιοσύνη. Και θα επιτρέψετε σε εμάς που Την υπηρετούμε με απόλυτη αφοσίωση, να Της έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη και να αγωνιούμε για τα τεκταινόμενα, χωρίς τον φόβο ότι η αγωνία μας θα μπορούσε να τύχει δύσπιστης ειρωνείας παρ’ οιουδήποτε.