• Σχόλιο του χρήστη 'Ευφροσύνη Πάκου' | 7 Ιουλίου 2025, 11:06

    Άρθρο 227 παρ. 1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.». Μερικές (πρόχειρες) απορίες στο άρθρο 227 παρ. 1: 1) Το άρθρο 227 παρ. 1 εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες και στην τακτική ή μόνο στις ειδικές διαδικασίες? 2) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (ποιες ειδικές άραγε δικάζονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο?) η κρίση περί αοριστίας δεν ανήκει στον Πρόεδρο ή τον Εισηγητή αλλά στο Δικαστήριο. Επομένως, πώς θα εκδώσει διάταξη περί συμπλήρωσης της πραγματικής αοριστίας αυτοτελώς ο Πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή ο Εισηγητής? Και αν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μελών της σύνθεσης? Σε περίπτωση μειοψηφίας, τι θα συμβεί? 3) Η έκδοση της διάταξης είναι δυνητική («μπορεί») ή υποχρεωτική, δεδομένου ότι η τυχόν απόρριψη για πραγματική αοριστία, χωρίς έκδοση διάταξης, συνιστά λόγο έφεσης? 4) Οι υπηρεσίες διαμορφώνονται και γνωστοποιούνται στους δικαστές στο τέλος του μήνα για τον επόμενο μήνα. Αν ένας δικαστής λάβει τις υπηρεσίες στα τέλη λ.χ. Ιανουαρίου και έχει υπηρεσία αρχές Φεβρουαρίου, πώς θα εκδώσει διάταξη τουλάχιστον 15 μέρες πριν τη δικάσιμο? Και για ποιες από όλες τις υποθέσεις που έχουν εγγραφεί στο πινάκιο για τη συγκεκριμένη δικάσιμο να εκδώσει διάταξη, αφού κάποιες είναι δεδομένο ότι θα αναβληθούν? Ακόμα και αν υπάρχει το χρονικό περιθώριο έκδοσης διάταξης (των 15 ημερών πριν τη δικάσιμο), τι νόημα έχει να εκδοθεί διάταξη για υπόθεση που εν τέλει θα αναβληθεί (και πιθανότατα θα χρεωθεί στη μετ’ αναβολή δικάσιμο σε άλλο δικαστή)? 5) Πώς υποβάλλεται η πρόταση του εναγομένου? με νέο δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία? 6) Πώς λαμβάνει γνώση της διάταξης ο ενάγων? Δεν θα πρέπει να ενημερωθεί και ο εναγόμενος? 7) Πώς γίνεται η συμπλήρωση από τον ενάγοντα? Εφόσον η συμπλήρωση γίνεται 5 μέρες πριν τη δικάσιμο και οι προτάσεις στις ειδικές διαδικασίες κατατίθενται επί της έδρας, η συμπλήρωση δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις. Και πώς θα λάβει γνώση της συμπλήρωσης ο εναγόμενος (ώστε να αντιλέξει κατά τη συζήτηση)? 8) Πώς αυτή η διάταξη συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας των όπλων? Ο Δικαστής θα επισημαίνει τις αοριστίες της αγωγής, βοηθώντας έτσι τον ενάγοντα. Δεν θα κάνει όμως το ίδιο για τις ενστάσεις (αλλά μη βάζω ιδέες …) 9) Το άρθρο 227 παρ. 2 παραμένει ως έχει. Ποια η διαφορά μεταξύ των τυπικών παραλείψεων του άρθρου 227 παρ. 1 και αυτών του άρθρου 227 παρ. 2, ώστε να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης? Μήπως η παρ. 1 αφορά μόνον την αοριστία? Και αυτά μόνο από ένα άρθρο… Και μερικές (καθόλου πρόχειρες) σκέψεις : Οι δικαστές, οι γραμματείς και οι δικηγόροι δεν είναι πειραματόζωα. Και το ίδιο ισχύει και για τους διαδίκους. Όσοι υπηρετούμε τη δικαιοσύνη γνωρίζουμε πόσο αντίξοες είναι οι συνθήκες, ειδικά τα τελευταία έτη με τις αλλεπάλληλες (εμπνευσμένες) τροποποιήσεις. Επίσης, γνωρίζουμε πως το μόνο που σώζει την κατάσταση είναι το φιλότιμο, η ευσυνειδησία και ο σεβασμός προς τον διάδικο, τον μαχόμενο δικηγόρο και προς τον εαυτό μας. Αλλά υπάρχουν όρια, που τίθενται κυρίως από την κοινή λογική, τον χρόνο (η μέρα έχει τον ίδιο αριθμό ωρών για όλους) και τις ανθρώπινες (βιολογικές και ψυχικές) αντοχές. Και αυτά τα όρια, με τις νέες ρυθμίσεις ξεπερνιούνται … Ο φιλόδοξος στόχος περί επιτάχυνσης της δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται με διατάξεις όπως η προαναφερόμενη [Σημειωτέον ότι δεν σχολιάζω άλλες διατάξεις, όχι λόγω ραθυμίας αλλά γιατί πρέπει να γράψω πλειστηριασμούς και ασφαλιστικά που επείγουν, να διαβάσω τις αιτήσεις για προσωρινές διαταγές, να τις δικάσω και να τις γράψω, να μελετήσω τις δικογραφίες οικογενειακού από υποθέσεις που έχω ήδη δικάσει κατά το τρέχον δικαστικό έτος, να δω τα παιδιά στο πλαίσιο του άρθρου 612 Κ.Πολ.Δ., να γράψω τις αποφάσεις οικογενειακού, να γράψω τις αποφάσεις εκουσίας (προσωρινές διοικήσεις) και να προλάβω τις προθεσμίες που τρέχουν αδυσώπητα]. Με τις νέες τροποποιήσεις, πολύ φοβάμαι ότι θα έχουμε δυστυχώς αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά (όσο και αν υπερβάλλουμε των δυνάμεών μας οι δικαστές). Το πρόβλημα δεν είναι η καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης. Το πρόβλημα είναι ο τεράστιος αριθμός των υποθέσεων, ο όγκος των δικογραφιών, η δικομανία, η έλλειψη διάθεσης συμβιβασμού («Θα σε φτάσω στον Άρειο Πάγο»), η έλλειψη επαρκών υλικοτεχνικών υποδομών, η έλλειψη δικαστικών υπαλλήλων κλπ. Αν πραγματικά θέλουμε και επιτάχυνση και δικαιοσύνη, πρέπει να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και να προωθηθεί η διαμεσολάβηση (στην τελευταία αυτή περίπτωση, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή αμοιβή για τους δικηγόρους). Βέβαια, όταν και οι νέες αυτές διατάξεις αποτύχουν, τουλάχιστον και πάλι θα ξέρουμε ποιος φταίει ... Ο ράθυμος δικαστής. Και τότε όμως, ας έχουμε στον νου μας ότι η κατασυκοφάντηση των δικαστών δεν είναι τυχαία, αντίθετα είναι εργαλείο. Γιατί, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να υπονομεύσεις τον έλεγχο, είναι να απαξιώσεις τον ελεγκτή. Ευφροσύνη Πάκου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών