• Σχόλιο του χρήστη 'ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΡΙΑ' | 9 Ιουλίου 2025, 18:17

    Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του ν. 4640/2019 σχετικά με τον θεσμό της Διαμεσολάβησης επί αστικών κι εμπορικών διαφορών, έγκειται στη δυνατότητα που παρέχει το αρ. 9 παρ. 1 περί αναστολής παραγραφών και αποσβεστικών προθεσμιών, καθώς και των δικονομικών προθεσμιών των αρ. 237 και 238 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι "Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης του άρθρου 5, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης." Η ρύθμιση αυτή παρέχει στα Μέρη της διαφοράς και στους νομικούς τους παραστάτες τη δυνατότητα και την άνεση να εργαστούν προς εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης, όπως άλλωστε είναι και η ουσία της Διαμεσολάβησης, χωρίς να φέρουν το άγχος απώλειας προθεσμιών και ως εκ τούτου έννομης προστασίας. Η προβλεπόμενη στο αρ. 28 του υπό διαβούλευση σχέδιου νόμου διάταξη, σύμφωνα με την οποία στο άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ θα προβλέπεται ότι η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων στη νέα τακτική διαδικασία δεν θα αναστέλλεται κατά το διάστημα της Διαμεσολάβησης (άραγε αφορά μόνο στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης αυτής καθ' εαυτής ή και στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης;), σε αντίθεση με όσα προβλέπει ο ν. 4640/2019, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και ως εκ τούτου αποτρέπει τα Μέρη να συμφωνήσουν την υπαγωγή της διαφοράς τους σε Διαμεσολάβηση και τους Νομικούς Παραστάτες των Μερών να ενθαρρύνουν τους εντολείς τους να χρησιμοποιήσουν τη Διαμεσολάβηση. Αν η Πολιτεία επιθυμεί πραγματικά την εδραίωση της Διαμεσολάβησης στη συνείδηση των πολιτών και των νομικών παραστατών και τη δημιουργία κουλτούρας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, η συγκεκριμένη διάταξη επιτελεί τον ακριβώς αντίθετο σκοπό και οδηγεί στην ουσιαστική κατάργηση του θεσμού.