• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ' | 10 Ιουλίου 2025, 07:37

    Άρθρο 215 ΚΠολΔ (αρθ. 24 ΣχΝ) για τον προσδιορισμό συζήτησης υποθέσεων Προτεινόμενη ρύθμιση: «….Με την κατάθεση της αγωγής ορίζεται δικάσιμος, η οποία προσδιορίζεται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον έβδομο μήνα μετά από αυτήν, και όταν η αγωγή θα πρέπει να επιδοθεί στο εξωτερικό, στην πρώτη δικάσιμο μετά την πάροδο εννέα (9) μηνών από την κατάθεση και πάντως όχι πάνω από τον δέκατο μήνα μετά απ’ αυτήν». Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι άλλη μία παρέμβαση στην οργάνωση των δικαστικών σχηματισμών, που θίγει ευθέως το αυτοδιοίκητο και την ισχύ των Κανονισμών εσωτερικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ως άνωθι εκτέθηκε ενόψει και της αλλαγής στο άρθρο 144 ΚΠολΔ, ενώ βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που καθιερώνουν την ύπαρξη ανώτατης κατά κεφαλήν χρέωσης του δικαστικού λειτουργού (άρθρο 19παρ.5β ΚΟΔΔΚΛ). Σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, κατά την κατάθεση, προσδιορίζεται απευθείας και ο χρόνος συζήτησης της υπόθεσης, η οποία θα λαμβάνει χώρα σε διάστημα από 6 έως 7 μήνες από την κατάθεση (ή από 9 έως 10 αν αφορά επίδοση στο εξωτερικό). Η ρύθμιση σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 144 ΚΠολΔ, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο εκδίκασης όλων των υποθέσεων, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία εκδικάζονται και τις ανάγκες του δικαστηρίου. Ιδίως στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου το περίσσευμα χρέωσης, έχει καταστήσει αδύνατο μέχρι σήμερα τον προσδιορισμό περίπου δύο ετών υποθέσεων τακτικής διαδικασίας, η ανελαστική λογική που διέπει τη ρύθμιση, οδηγεί με μαθηματικά βέβαιο τρόπο σε αριθμητικό τριπλασιασμό των πινακίων, καθώς στην απευκταία περίπτωση που η εφαρμογή της διάταξης εκκινήσει από 16 Σεπτεμβρίου 2025, αναμένεται η άμεση δημιουργία παράλληλων πινακίων με ορίζοντα τουλάχιστον διετίας. Επιπλέον, η ίδια η μορφή της διάταξης, αναμένεται να οδηγήσει και σε τεχνικά προβλήματα. Με την υπάρχουσα διαδικασία προσδιορισμού των υποθέσεων στην τακτική διαδικασία, που δε λαμβάνει χώρα κατά την κατάθεση, αλλά μετά το κλείσιμο των φακέλων στον εύλογο χρόνο που επιτρέπουν οι συνθήκες χρέωσης και οι Κανονισμοί εσωτερικής λειτουργίας, ο προϊστάμενος ή ο διευθύνων του Δικαστηρίου έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει πινάκια απαλλαγμένα από υποθέσεις των οποίων η συζήτηση δεν αναμένεται να λάβει χώρα, λόγω μη κατάθεση προτάσεων. Αντίθετα, με την προτεινόμενη ρύθμιση, ο προσδιορισμός κατά την κατάθεση, θα οδηγήσει στην επιβάρυνση των πινακίων και του χρόνου απονομής Δικαιοσύνης, με υποθέσεις οι οποίες εν τέλει δε θα εκδικασθούν για λόγους που αφορούν τους διαδίκους. Όμως αυτό δε θα μπορεί να διαπιστωθεί παρά μόνο όταν πλέον θα είναι αργά, προκαλώντας την ίδια κατάσταση την οποία το ΣχΝ επιδιώκει να αντιμετωπίσει στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού των ανακοπών. Προτείνεται: η διατήρηση της διάταξης με την παρούσα μορφή. Άλλως: α) η αύξηση της ανώτατης προθεσμίας προσδιορισμού των υποθέσεων από τους 7 στους 12 μήνες με ανάλογη αύξηση και της περίπτωσης επίδοσης στο εξωτερικό, β) η μετακίνηση του χρόνου έναρξης ισχύος της διάταξης την 16η Σεπτεμβρίου 2026, ώστε να έχει ολοκληρωθεί σταδιακά η εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων με το τρέχον σύστημα, γ) ειδικά ως προς την τακτική διαδικασία, η μετάθεση του χρόνου προσδιορισμού της ημερομηνίας συζήτησης της υπόθεσης, σε χρόνο μετά το κλείσιμο των φακέλων. Άρθρο 216 (αρθ. 25 ΣχΝ): Αλλαγή της έννοιας της αοριστίας Με την προτεινόμενη αλλαγή, διαγράφεται ο προσδιορισμός «σαφής» από την απαίτηση ως προς την έκθεση των γεγονότων της αγωγής και επιπλέον διαγράφεται ο προσδιορισμός «ακριβής» ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Η απάλειψη των συγκεκριμένων προσδιορισμών, γίνεται στην κατεύθυνση του περιορισμού της κατάφασης της αοριστίας, στοχεύοντας στην ανατροπή πάγιας νομολογίας αναφορικά με τα αναγκαία κριτήρια για να θεωρείται ορισμένη μία αγωγή. Πλην όμως, εν προκειμένω, την ίδια στιγμή που το σχέδιο νόμου προτείνει να ενταχθεί ο έλεγχος της αοριστίας στον ταχύτατο προέλεγχο της αγωγής, ταυτόχρονα οδηγεί σε νέες νομολογιακές προσεγγίσεις, που θα καταστήσουν τον έλεγχο της αοριστίας ακόμα πιο δυσχερές πεδίο της δικαιοδοτικής κρίσης. Άρθρο 227 ΚΠολΔ (άρθρο 27 ΣχΝ): Προθεσμίες για άρση πραγματικής αοριστίας και συμπλήρωση αγωγής Προτεινόμενη ρύθμιση: 1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης Η προτεινόμενη ρύθμιση, εντάσσει για πρώτη φορά, στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 227 ΚΠολΔ που αφορούσε τυπικές ελλείψεις (π.χ. εκθέσεις επίδοσης, γραμμάτια προείσπραξης, υπό προϋποθέσεις το δικαστικό ένσημο) τη διάγνωση και τη συμπλήρωση της ποσοτικής αοριστίας. Πλην όμως η διερεύνηση της αοριστίας μιας αγωγής, τόσο από άποψη δυσχέρειας, όσο και από άποψη παρεμβατισμού του Δικαστηρίου, δεν έχει καμία σχέση με τη συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων. Πρόκειται για πεδίο της νομικής επεξεργασίας ενός δικογράφου, με σημαντικές προεκτάσεις, για το οποίο ο δικαστικός λειτουργός αφιερώνει σημαντικό χρόνο, ενώ τόσο η απόρριψη σχετικού ισχυρισμού, όσο και η αυτεπάγγελτη διάγνωσή της αοριστίας, δεν είναι δυνατόν να γίνονται χωρίς αιτιολογία, καθώς η δυνατότητα αυτή προσκρούει ευθέως στο άρθρο 93παρ.3 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στη διάταξη η διαδικασία περιγράφεται αφενός ως δυνητική (μπορεί…να εκδώσει διάταξη), πλην όμως ο δυνητικός της χαρακτήρας αίρεται από την συνέπεια του τελευταίου εδαφίου, κατά το οποίο «Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης». Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο της μη αξιοποίησης της δυνατότητας συμπλήρωσης της αοριστίας μέσω διάταξης, εκθέτει την απόφαση στη συνέπεια της δημιουργίας αυτοτελούς λόγου εφέσεως, επομένως κάθε άλλο παρά δυνητικό καθίσταται. Αντίθετα, σε περίπτωση που μετά από διάταξη για συμπλήρωση της αγωγής, εν τέλει απορριφθεί η απόφαση για αοριστία, τέτοιος λόγος έφεσης δε θεμελιώνεται. Σημαντικό προβληματισμό προκαλεί και η σχέση της «διάταξης» συμπλήρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 227 ΚΠολΔ με τη «διάταξη» που περιγράφεται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, η οποία αφορά αποκλειστικά την τακτική διαδικασία και μπορεί να οδηγήσει και σε απόρριψη της αγωγής, ενώ τέτοια περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στην εμβέλεια του 227 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν διαγράφονται σαφώς τα όρια της μίας από την άλλη διαδικασία, δεν αποσαφηνίζεται αν η διαδικασία του 227 ΚΠολΔ λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς αυτή του 237 ΚΠολΔ ή αν αφορά τις διαδικασίες που δεν καταλαμβάνονται από το 237 ΚΠολΔ ή αν αποτελεί διάταξη «ομπρέλα». Τέλος, ορίζεται ο απώτατος χρόνος συμπλήρωσης της αοριστίας και το δικαίωμα του εναγομένου να αντιλέξει στη συμπλήρωση κατά τη συζήτηση. Θεωρούμε ότι η όλη λογική που διέπει τη ρύθμιση, προσκρούει στην αρχή της «διαθέσεως» των διαδίκων στην πολιτική δίκη και μεταβάλει τον αυτονόητο καθοδηγητικό ρόλο του δικαστικού λειτουργού, σε επίκουρο των μη επιμελών δικηγόρων. Άρθρο 237 ΚΠολΔ (άρθρο 28 ΣχΝ): Με την σχοινοτενή προτεινόμενη διάταξη του 237 ΚΠολΔ, επιχειρούνται νέες αλλαγές στην τακτική διαδικασία, για πολλοστή φορά, μετά την αρχική της θέσπιση. Ως αρχική τοποθέτηση, αξίζει να σημειωθεί ότι οι διαρκείς αλλαγές των προθεσμιών και του τρόπου υπολογισμού τους, αποτελεί άλλη μια αιτία τόσο καθυστέρησης στην απονομή Δικαιοσύνης, όσο και υπονόμευσης της ποιότητας, καθώς όλοι οι παράγοντες της Δικαιοσύνης, αναγκάζονται να προσαρμόζονται σε αυτές τις νέες αλλαγές, που χωρίς κανένα όφελος, καθιστούν ευχερέστερο το περιθώριο του λάθους, ιδίως για τους δικηγόρους, με κίνδυνο απώλειας δικαιωμάτων για τους διαδίκους. Πάντως τα περιγραφόμενα στο άρθρο 237 ΚΠολΔ, δημιουργούν αντιφάσεις και με άλλες διατάξεις, όπως την προαναφερθείσα του 227 ΚΠολΔ Ειδικότερα: Οι προτάσεις των διαδίκων, η έκθεση επίδοσης, τα αποδεικτικά και διαδικαστικά τους έγγραφα και τα πληρεξούσια κατατίθενται 90 ημέρες (ή 120 αν στην αλλοδαπή) από τη λήξη της 20ημερης προθεσμίας επίδοσης της αγωγής. Ήτοι, 110 ημέρες ή 140 αντίστοιχα από την κατάθεση της αγωγής. Με την προσθήκη που κατατίθεται εντός 15 ημερών (ήδη 125 ή 155 από την κατάθεση), προσκομίζεται και το δικαστικό ένσημο. Στις επόμενες 10 ημέρες (ήδη 135 ή 165 από την κατάθεση) ορίζεται ο δικαστής ή η σύνθεση και ο εισηγητής σε πολυμελές. Από το σημείο αυτό εκκινά προθεσμία 30 ημερών (ήδη 165 ή 195 αντίστοιχα) εντός της οποίας ο δικαστής εκδίδει διάταξη χωρίς αιτιολογία με την οποία α) απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, β) απορρίπτει αγωγή ως μη ασκηθείσα, γ) διατάσσει απόδειξη με μάρτυρες ή διαδίκους ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, δ) διατάσσει ένωση, χωρισμό ή διαδοχική εξέταση δικογράφων ή αναστολή κατ΄ άρθρα 249 και 250, ε) επισημαίνει στον ενάγοντα αοριστία και ο ενάγων «δύναται να τη συμπληρώσει» έως 10 ημέρες πριν τη συζήτηση (η οποία κατά το άρθρο 215 ορίζεται ότι λαμβάνει χώρα μεταξύ 6 και 7 μηνών, δηλαδή 180 και 210 ημερών από την κατάθεση), με προσθήκη επί των προτάσεων. Αντίκρουση για κάθε συμπλήρωση μετά τη διάταξη γίνεται με παραπομπή στον κανόνα του 269 ΚΠολΔ. Παρατηρείται ότι θεσπίζεται διαφορετικός χρόνος κατάθεσης των εγγράφων που κατά τη νομολογία θεωρούνται τυπικές ελλείψεις, όπως π.χ. η έκθεση επίδοσης και άλλων διαδικαστικών εγγράφων, σε σχέση με την πρόβλεψη του 227 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, υφίσταται τεράστια ασάφεια, ως προς τη διαχείριση της αοριστίας. Όπως προαναφέρθηκε, η αοριστία δεν είναι δυνατό να συμπεριλαμβάνεται στον προέλεγχο, καθώς δεν αποτελεί συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων. Η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, χωρίς αιτιολογία για όλους τους περιγραφόμενους λόγους, προσκρούει στο άρθρο 93παρ.3 του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό ο προέλεγχος είναι εφικτός μόνο για τυπικές ελλείψεις (εκθέσεις επίδοσης, δικαστικό ένσημο, πιστοποιητικά μεταγραφής, πληρεξούσια ή ισότιμης αξίας διαδικαστικά έγγραφα) και πρέπει να έχει ως μοναδική συνέπεια την υποχρέωση συμπλήρωσης και μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να οδηγεί σε απόρριψη με αιτιολογημένη απόφαση και όχι με διάταξη. Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι με τη διάταξη η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ρύθμιση πάσχει και νομοτεχνικά και χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, καθώς ούτως η άλλως περιγράφονται περιπτώσεις διατάξεων που δε σχετίζονται με δυνατότητα απόρριψης, όπως οι διατάξεις απόδειξης (μάρτυρες, διαδίκους, αυτοψία κλπ) ή ένωσης δικών ή αναστολής δίκης. Προτείνεται να περιορισθεί η εμβέλεια της παραγράφου 4 στις περιπτώσεις που αφορούν την απόρριψη λόγω ύπαρξης λόγου απαραδέκτου του άρθρου 237παρ.3 περ.α΄ του ΣχΝ. Στην παράγραφο 5 ορίζεται η διαδικασία διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Η ρύθμιση παρουσιάζεται ως μη λαμβάνουσα υπόψιν τις πραγματικές συνθήκες όσον αφορά τη λειτουργία του αποδεικτικού μέσου ιδίως της πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες έχουν οδηγήσει στη διαμόρφωση μίας προβληματικής κατάστασης ήδη υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, κατά το οποίο η μη εκτελεσθείσα διάταξη για πραγματογνωμοσύνη, γινόταν αντιληπτή ως εκκρεμής χρέωση των δικαστικών λειτουργών. Είναι εντελώς άτοπο το βάρος και αυτής της καθυστέρησης, για την οποία ο δικαστικός λειτουργός δεν έχει καμία ευθύνη και καμία δυνατότητα ελέγχου, να επηρεάζει τον ίδιο. Είναι τεράστιος ο αριθμός των περιπτώσεων κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα είτε αποποίηση πραγματογνώμονα, είτε τεράστια καθυστέρηση στην διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ταυτόχρονα, η λύση που παρουσιάζεται ως διέξοδος στην προτεινόμενη διάταξη, ήτοι η ανάκληση της διάταξη για πραγματογνωμοσύνη, θίγει ευθέως την ουσιαστική απονομή Δικαιοσύνης, αφού υφίσταται μεγάλο αριθμός υποθέσεων στις οποίες οι γνώσεις της επιστήμης ή της τέχνης (π.χ. ιατρική αμέλεια, σύνθετες συμβάσεις έργου, ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη) οι οποίες είναι αναγκαίες για τη δικαστική διάγνωση εκφεύγουν πολύ από το γνωστικό πεδίο των δικαστών, η δε αξιοποίηση του αντικειμενικού βάρους απόδειξης απομακρύνει την απόφαση από την αλήθεια. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές το ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο αναμένεται να προκαλεί πίεση στο δικαστικό λειτουργό ως προς την απόφαση περί της αναγκαιότητας διενέργειας πραγματογνωμοσύνης. Σημειώνεται, ότι κατά το υπάρχον σύστημα, η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται και ο πραγματογνώμονας αμείβεται από τον επιμελέστερο των διαδίκων. Προτείνεται: Η προθεσμία έκδοσης της απόφασης να εκκινά από το χρόνο παράδοσης του πλήρους φακέλου, που περιλαμβάνει και τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη. Άρθρο 307 ΚΠολΔ (αρθ.32 ΣχΝ): Προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης Με την προτεινόμενη ρύθμιση, που είναι με διαφορά, η πιο αποκομμένη από την πραγματικότητα και η πιο προσανατολισμένη στην οριζόντια εντατικοποίηση του δικαστικού έργου, επιχειρείται η μείωση του χρόνου έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, όταν αφορά υποθέσεις τακτικής και ειδικής διαδικασίας και εκούσιας δικαιοδοσίας στους 6 και 4 μήνες αντίστοιχα. Οι προτεινόμενες προθεσμίες, που αποτελούν σημαντική απόκκλιση από τον κανόνα του εύλογου χρόνου έκδοσης απόφασης στους οκτώ μήνες κατά τον ΚΟΔΚΔΛ, δε λαμβάνουν υπόψιν τόσο το μεγάλο αριθμό των χρεώσεων των δικαστικών λειτουργών, τα πολλαπλά καθήκοντά τους, λαμβανομένου υπόψιν του ότι πλην της ειδικής περίπτωσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου λειτουργεί αυτοτελές ποινικό τμήμα, οι λοιποί δικαστές ταυτόχρονα με τις πολιτικές υποθέσεις, προετοιμάζονται, δικάζουν και εν τέλει παραδίδουν καθαρογραμμένες και πλήθος ποινικών αποφάσεων ετησίως, χρέωση ιδιαίτερα σημαντική που όμως παρουσιάζεται ως αμελητέα. Ταυτόχρονα, ο νομοθέτης επιχειρεί να θεσπίσει ένα θεσμό προκαταβολικής απολογίας του δικαστή, ενόψει του ενδεχομένου υπέρβασης του καθορισμένου χρόνου έκδοσης των αποφάσεων. Για το λόγο αυτό σχεδιάζεται ότι θα υποχρεούται ο δικαστής να ενημερώνει τον διευθύνοντα το δικαστήριο περίπου ένα μήνα πριν την υπέρβαση του ορίου, ότι ενδέχεται να οδηγηθεί σε υπέρβαση του χρόνου και αυτή του η δήλωση θα διαβιβάζεται στην Επιθεώρηση του ΑΠ. Μετά τη διαδικασία αυτή, το δικαστήριο θα πρέπει να ενημερώνει τους διαδίκους για την ενδεχόμενη καθυστέρηση. Με το σχεδιασμό αυτό, εισάγεται μια χαοτική γραφειοκρατία, κατά την οποία ο δικαστής θα πρέπει να αφιερώνει κάθε μήνα χρόνο και κόπο για να καταγράφει εκείνες τις δικογραφίες για τις οποίες το επόμενο μήνα θα συμπληρώνεται η προθεσμία του ή στην περίπτωση των ασφαλιστικών, οι 20 ημέρες από τη συζήτηση της υπόθεσης. Η ενημέρωση της διοίκησης του δικαστηρίου αλλά και της επιθεώρησης όχι για την καθυστέρηση, αλλά μόνο για το ενδεχόμενο αυτής, είναι μια πρωτοφανής σύλληψη, η οποία εκτός του ότι καθιστά υπόλογους ακόμα και εκείνους που συστηματικά κατορθώνουν να τηρούν τις προθεσμίες, επιβαρύνει πολύ το δικαστικό έργο χωρίς να προσφέρει τίποτα και άγει σε ένα μοντέλο φοβισμένου και διαρκώς ελεγχόμενου δικαστή, ο οποίος θα πρέπει στη δικανική του κρίση να συνυπολογίζει ότι το κόστος της σε βάθος διερεύνησης μίας υπόθεσης, μπορεί να είναι ο πειθαρχικός έλεγχος ή και η απόλυσή του. Το δε ενδεχόμενο, το δικαστήριο να ενημερώνει και τους διαδίκους, για τους λόγους καθυστέρησης της υπόθεσης, που μπορεί να είναι προσωπικοί, οικογενειακοί ή υγείας, σίγουρα πάντως απόρρητοι και προστατευόμενοι από τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα, δεν αποτελεί ένδειξη λογοδοσίας έναντι των πολιτών, όπως εσφαλμένα διατείνεται το υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά σαφή παραβίαση της προσωπικής τους ζωής και των προσωπικών τους δεδομένων. Η διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αποτελεί στο σύνολό της κόκκινη γραμμή για την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και πρέπει να απαλειφθεί στο σύνολό της. Ο χρόνος δημοσίευσης των πολιτικών αποφάσεων να παραμείνει ως ορίζεται στο σημερινό άρθρο 307 ΚΠολΔ. Άρθρο 466 (άρθρο 39 ΣχΝ): Αξία αντικειμένου μικροδιαφορών Με την προτεινόμενη διάταξη αυξάνεται το όριο της αξίας των μικροδιαφορών από τις 5.000 ευρώ στις 8.000 ευρώ. Θεωρούμε ότι η διάταξη ελέγχεται ως προς την σκοπιμότητα της αύξησης του ορίου. Η αξιολόγηση ότι υποθέσεις με αξία αντικειμένου 8.000 ευρώ μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία των διαφορών μικρής αξίας, σχετίζεται με μια ακμάζουσα οικονομία στην οποία η αγοραστική δύναμη αυξάνεται. Πλην όμως λαμβάνοντας υπόψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη διαμόρφωση των μέσων αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, δεν φαίνεται να συνάδει με την έννοια της μικροδιαφοράς ένα ποσό το οποίο αποτελεί το σύνολο των ετήσιων αποδοχών, των πολιτών που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό. Άλλωστε, αποτελεί αντίφαση μια οικονομία να επικαλείται έλλειψη δημοσιονομικού χώρου για την επιστροφή των δώρων εορτών στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους και ταυτόχρονα να αναγορεύει σε μικρή αξία το ποσό των 8.000 ευρώ. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι θα πρέπει το όριο να παραμείνει στις. 5.000 ευρώ.