• Σχόλιο του χρήστη 'ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΕΛΗΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ' | 10 Ιουλίου 2025, 15:02

    Στα σχόλια που έχουν προηγηθεί, έχουν επισημανθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αντινομίες, αδιέξοδα, ελλείψεις, νομοτεχνικές αστοχίες του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, αλλά και τα γενικότερα προβλήματα της πολιτικής δίκης τα οποία υποτίθεται ότι το νομοσχέδιο θα επιλύσει, αλλά κατά την άποψη της πλειοψηφίας των σχολιαστών (και εικάζω της πλειοψηφίας των μετεχόντων στην πολιτική δίκη) θα αποτύχει. Το παρόν νομοσχέδιο σε πολύ μεγάλο βαθμό μετατρέπει τον κώδικα πολιτικής δικονομίας σε εργαλείο πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών. Και ναι μεν ο πειθαρχικός έλεγχος ενός δημόσιου λειτουργού είναι θεμιτός (ακόμα και όταν είναι αυστηρός), ωστόσο δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας της πολιτικής δίκης. Ο νομοθέτης φυσικά το γνωρίζει, επιλέγει εντούτοις να συμπεριλάβει διατάξεις πειθαρχικού περιεχομένου στον κώδικα, δίνοντας το στίγμα ότι η καθυστέρηση αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι υπό το βάρος του επαπειλούμενου πειθαρχικού ελέγχου τους θα εργαστούν επιτέλους, θα πάψουν να είναι ράθυμοι και οκνηροί και η ελληνική δικαιοσύνη να αρχίσει να τρέχει με φρενήρεις ρυθμούς, εκδίδοντας τελεσίδικες αποφάσεις εντός 600 ημερών (διακηρυγμένος στόχος του Υπουργείου). Ουσιαστικά ο νομοθέτης αποδέχεται ως γεγονός ότι στην ΕΕ εκδίδονται τελεσίδικες αποφάσεις στο μισό χρόνο απ' ότι απαιτείται στην Ελλάδα, γιατί οι δικαστές των άλλων χωρών δουλεύουν σκληρά ενώ της Ελλάδας τεμπελιάζουν. Τα προβλήματα της απονομής της δικαιοσύνης είναι πολλά, πολυπαραγοντικά, κυρίως δομικά, αλλά στο μεγαλύτερο βαθμό άπτονται της ίδιας της λειτουργίας της κοινωνίας και των συναλλαγών εντός αυτής. Ο νομοθέτης προσπαθεί να επιλύσει ένα πρόβλημα, το οποίο στη βάση του δεν το κατανοεί πλήρως, καθώς δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του στέρεα και επαρκή στατιστικά δεδομένα, την καθημερινή δικαστηριακή πρακτική, τον όγκο εργασίας που βαρύνει τα δικαστήρια (και που δεν περιορίζονται στην πολιτική δίκη αλλά και στα ποινικά ακροατήρια τουλάχιστον, χωρίς να μιλήσουμε για μη δικαιοδοτικές απασχολήσεις του προσωπικού) και επιλέγει να μεταθέσει το πρόβλημα σε ένα κομμάτι της απονομής δικαιοσύνης (δικαστές), μειώνοντας τις προθεσμίες, αυξάνοντας την εργασία και εμφανίζοντας τον "μπαμπούλα" του πειθαρχικού ελέγχου. Φυσικά, οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πεπερασμένες, όσο σκληρά και αποτελεσματικά και αν εργαστεί κάποιος άνθρωπος, το παραγόμενο έργο έχει ένα ταβάνι το οποίο είναι φύσει αδύνατο να ξεπεραστεί. Όσο σκληρά και να εργαστεί ένας δικαστής, όσο διαβασμένος, ευφυής, φιλόπονος και αποτελεσματικός και αν είναι, ο αριθμός των αποφάσεων που μπορεί να βγάζει θα είναι συγκεκριμένος. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το δικαιοδοτικό έργο του δικαστή σε όλες τις έννομες τάξεις, πέραν της εντιμότητας, των νομικών γνώσεων, της αντικειμενικότητας, της ευθυκρισίας, απαιτεί και μελέτη, νηφαλιότητα, σκέψη και αποτύπωση των παραπάνω σε κείμενο. Όλα αυτά, προϋποθέτουν, δυστυχώς ή ευτυχώς, χρόνο! Η εύρεση της χρυσής τομής του αναγκαίου χρόνου και ποιότητας είναι το ζητούμενο, όχι η γρήγορη και πρόχειρη συγγραφή της απόφασης. Ο στόχος του νομοθέτη είναι αδύνατο να επιτευχθεί, απλά θα καταλήξει στο να καταστήσει πειθαρχικά ελεγκτέους ακόμη και δικαστές που είναι εμπρόθεσμοι στους χρόνους τους. Τελειώνοντας, μέσα σε όλα αυτά, η αποστολή ερωτηματολογίου της CEPEJ για την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής των δικαστικών λειτουργών, μόνο ως πικρόχολο αστείο μπορεί να εκληφθεί.