Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη Δημήτριος Βασιλείου, δικηγόρος | 10 Ιουλίου 2025, 15:30
Σχετικά με το άρθρο 24 (215 ΚΠολΔ): Στο τελευταίο εδάφιο θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι με την επίδοση της αγωγής η παραγραφή διακόπτεται ακόμη και αν η αγωγή δεν επιδοθεί εντός των προθεσμιών των προηγούμενων εδαφίων, οπότε αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα. Η ακυρότητα ή το ανυπόστατο της επίδοσης, στις οποίες εστιάζει το τελευταίο εδάφιο, αποτελεί ένα διαφορετικό ζήτημα και ως εκ τούτου, το ζήτημα δεν επιλύεται σαφώς. Τα δύο τελευταία εδάφια θα μπορούσαν να αναδιατυπωθούν ως εξής: «Αν η αγωγή δεν επιδοθεί νομίμως μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, η παραγραφή διακόπτεται όμως, εφαρμοζομένου του άρθρου 263 του Αστικού Κώδικα, εκτός αν η επίδοση είναι ανυπόστατη». Σχετικά με το άρθρο 27 (227 παρ. 1 ΚΠολΔ): Η συμπλήρωση ελλείψεων της αγωγής μπορεί να γίνει αυτεπαγγέλτως ή με πρόταση του εναγομένου πριν από την δικάσιμο. Στις ειδικές διαδικασίες δεν υπάρχει όμως στάδιο για να υποβληθεί τέτοια «πρόταση» (ορθότερα μάλλον: αίτημα), αφού οι προτάσεις κατατίθεται επί της έδρας. Εξ άλλου, οι προθεσμίες για την συμπλήρωση της αγωγής και, ιδίως, για την απάντηση του εναγομένου (καθώς ο ενάγων εν ανάγκη έχει την ευχέρεια να παραιτηθεί από το δικόγραφο) είναι υπερβολικά μικρές και ανελαστικές. Ο δικαστής θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να ορίζει ο ίδιος την προθεσμία για την συμπλήρωση ή την απάντηση, ανάλογα και με τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, ακούγοντας τους διαδίκους κατά την ορισθείσα δικάσιμο και να ορίζει νέα δικάσιμο για την συζήτηση. Σχετικά με το άρθρο 30 (241 ΚΠολΔ): Ο περιορισμός της δυνατότητας αναβολής για σπουδαίο λόγο μόνο στον πρώτο βαθμό και η δυνατότητα αναβολής στον δεύτερο μόνο για λόγους ανωτέρας βίας είναι αδικαιολόγητος. Η ανωτέρα βία άλλωστε ερμηνεύεται συχνά υπερβολικά στενά από τη νομολογία (π.χ. έχει κριθεί ότι δεν συντρέχει ανωτέρα βία όταν ο/η δικηγόρος νοσηλεύτηκε λόγω καρδιακής προσβολής που υπέστη λίγες μέρες πριν την δικάσιμο, επειδή θα μπορούσε να ανατεθεί η υπόθεση σε άλλο δικηγόρο). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα αναβολής για συνεκδίκαση με αντίθετη έφεση ή αντέφεση, στις περιπτώσεις που για τις τελευταίες δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της ιδίας δικασίμου. Σχετικά με το άρθρο 32 (307 ΚΠολΔ): Η διατύπωση της παρ. 4 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με την πάροδο της προθεσμίας το Δικαστήριο χάνει αυτοδικαίως την κατά χρόνο αρμοδιότητα για την έκδοση απόφασης και ότι αν η απόφαση εκδοθεί μετά την πάροδο των προθεσμιών αυτών, αυτή θα είναι αυτοδικαίως ανυπόστατη. Για την ασφάλεια του δικαίου θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι το Δικαστήριο χάνει την αρμοδιότητα μόνο αν αφαιρεθεί ο φάκελος με ρητή πράξη του αρμοδίου οργάνου. Σχετικά με το άρθρο 35 (393 ΚΠολΔ): Η αυστηρότερη ρύθμιση του αποκλεισμού των μαρτυρικών καταθέσεων (και ως εκ τούτου και των δικαστικών τεκμηρίων), δεν θα συμβάλει καθόλου στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, ενώ θα δυσχεράνει την ανεύρεση της αλήθειας από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει οι εργατικές διαφορές να εξαιρεθούν γενικά από τους περιορισμούς των άρθρων 393-394 ΚΠολΔ, καθώς οι εργαζόμενοι ευρίσκονται κοινωνικοτυπικά σε δυσμενή διαπραγματευτική θέση, οι δε περιορισμοί αυτοί ευνοούν την μαύρη και υποδηλωμένη εργασία. Άλλωστε η επέκταση των περιορισμών στις εργατικές διαφορές το 2015 έχει επικριθεί στη θεωρία, η οποία προτείνει διάφορες (μη ασφαλείς πάντως) λύσεις για την αντιμετώπισή της.