Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Ν. Φθιώτιδας | 10 Ιουλίου 2025, 17:32
Υπόμνημα επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών – Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης – Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης» Το παρόν υπόμνημα υποβάλλεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης του ανωτέρω σχεδίου νόμου, με σκοπό την ανάδειξη κρίσιμων προβληματισμών σε δύο διακριτά αλλά αλληλένδετα επίπεδα: αφενός της λειτουργικής επιβάρυνσης και συστημικής υποστελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών, ιδίως του κλάδου των δικαστικών υπαλλήλων και αφετέρου της ασφυκτικής χρονικής πίεσης που ασκείται στους δικαστικούς λειτουργούς για την έκδοση αποφάσεων. Παρότι οι δηλωμένοι στόχοι του νομοσχεδίου, όπως η επιτάχυνση των διαδικασιών και η εναρμόνιση της πολιτικής δικονομίας με τις σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες, είναι καταρχήν θεμιτοί, η απουσία θεσμικής πρόνοιας για τη λειτουργική στήριξη των φορέων που καλούνται να εφαρμόσουν αυτές τις αλλαγές καθιστά τις ρυθμίσεις μερικώς ανεφάρμοστες και εν δυνάμει επικίνδυνες για τη θεσμική σταθερότητα της Δικαιοσύνης. Ι. Υποστελέχωση και υπέρμετρος φόρτος των δικαστικών υπαλλήλων Η μακροχρόνια υποστελέχωση των δικαστηρίων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες του ελληνικού συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού γραμματέων, διοικητικών υπαλλήλων, τεχνικών υποστήριξης και χειριστών πληροφοριακών συστημάτων συνιστά όχι μόνο πρόβλημα οργάνωσης αλλά πρωτίστως πρόβλημα συνταγματικής τάξης, εφόσον εμποδίζει την ομαλή και δίκαιη απονομή της Δικαιοσύνης (άρθρο 20 § 1 Συντ.). Στο σχέδιο νόμου προβλέπεται σειρά διατάξεων που συνεπάγονται νέα διοικητικά και γραμματειακά καθήκοντα: μεταξύ άλλων επιπλέον αρμοδιότητες στο στάδιο της προδικασίας, διαχείριση ηλεκτρονικών καταθέσεων, έλεγχος τυπικών όρων ανακοπών και έκδοση αυτοτελών διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτέλεσης. Η μεταρρύθμιση αυτή συντελείται χωρίς καμία παράλληλη μέριμνα για αύξηση των οργανικών θέσεων ή για λειτουργική επιμόρφωση και στήριξη των δικαστικών υπαλλήλων. Επομένως, δημιουργείται ένα παράδοξο: ενώ επιδιώκεται η επιτάχυνση της διαδικασίας, επιφορτίζεται περαιτέρω ένα ήδη αποδυναμωμένο και εξαντλημένο προσωπικό, χωρίς τις απαραίτητες θεσμικές προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί στον επιπλέον φόρτο. ΙΙ. Πίεση στους δικαστές και λειτουργική υπονόμευση της ανεξαρτησίας τους Η προτεινόμενη δέσμη ρυθμίσεων συνοδεύεται από την επιβολή αυστηρών και ασφυκτικών προθεσμιών για την έκδοση αποφάσεων. Το φαινόμενο αυτό, ήδη υπαρκτό στην πράξη, θεσμοθετείται πλέον ως δεσμευτικό πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την πραγματική δυνατότητα των δικαστών να ανταποκριθούν σε τέτοιους ρυθμούς μέσα στο υπάρχον λειτουργικό περιβάλλον. Ασφαλώς, η ταχεία έκδοση αποφάσεων αποτελεί αίτημα και της κοινωνίας και της έννομης τάξης. Ωστόσο, όταν η ταχύτητα επιδιώκεται με τρόπο που θίγει την ουσιαστική ικανότητα του δικαστή να κρίνει ανεπηρέαστα, χωρίς πίεση και με πλήρη γνώση του φακέλου, τότε η επιτάχυνση μετατρέπεται σε εργαλείο αλλοίωσης της ουσίας της δικαστικής λειτουργίας. Η δικαστική ανεξαρτησία (άρθρα 87 επ. Συντ.) δεν είναι μόνο θεσμική εγγύηση, αλλά και εγγύηση ουσιαστικής κρίσης χωρίς εξωτερικούς ή εσωτερικούς καταναγκασμούς. Ιδίως πρέπει να επισημανθεί το εξής: Αφορμής ορμώμενοι του άρθρου 32 του προς δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αντικαθιστά-τροποποιεί το άρθρο 307 του ΚΠολΔ σχετικά με τις προθεσμίες έκδοσης οριστικής απόφασης, εύλογο θα ήταν να συσχετιστεί ο χρόνος έκδοσης οριστικής απόφασης, ο οποίος άρχεται από την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης, με τον χρόνο που κάνει η κάθε υπόθεση να απομαγνητοφωνηθεί, ο οποίος συνήθως ταυτίζεται και με τον χρόνο παράδοσης των δικογραφιών από τον γραμματέα στον εκάστοτε Δικαστικό Λειτουργό. Διευκρινίζεται ότι η τήρηση των πρακτικών της συζήτησης γίνεται με φωνοληψία σύμφωνα με το άρθρο 256 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το Π.Δ. 326/2001, η οποία έχει ανατεθεί σε εξωτερική εταιρεία και δεν ανήκει ο έλεγχός της στη σφαίρα επιρροής ούτε του δικαστικού λειτουργού ούτε του γραμματέα. Επομένως, σε περίπτωση μη έγκαιρης ανάρτησης των κειμένων της απομαγνητοφώνησης, η προθεσμία έκδοσης οριστικής απόφασης άρχεται με δικαιολογημένη καθυστέρηση και μάλιστα μετά την ανάρτηση των κειμένων της απομαγνητοφώνησης στην σχετική πλατφόρμα του Υπουργείου. Επομένως, δεν είναι φυσιολογικό να υφίστανται τέτοιες ασφυκτικές προθεσμίες, οι οποίες μάλιστα δεν είναι καθ’ ολοκληρίαν στην σφαίρα επιρροής του δικαστικού λειτουργού και του δικαστικού γραμματέα και για λόγους νομικής ακρίβειας, δικαιικής ισότητας και θεσμικής εντιμότητας, οι προθεσμίες θα πρέπει να αρχίζουν από την ημέρα πραγματικής παράδοσης της δικογραφίας από τον γραμματέα στον δικαστή, και όχι από τυπική ημερομηνία συζήτησης ή κατάθεσης, κάτι το οποίο συμβαίνει στις ποινικές διαδικασίες. Δεδομένου ότι οι δικαστές θα καθίστανται ελεγκτέοι με την παραβίαση των προθεσμιών που τίθενται θα επέρχεται περαιτέρω πίεση στους δικαστικούς υπαλλήλους για την παράδοση των υποθέσεων, όταν οι τελευταίοι δεν θα μπορούν να ελέγξουν το χρόνο παράδοσης των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών ώστε να προβούν στην σύνταξη των πρακτικών. III.Αποσπάσεις Δικαστικών Υπαλλήλων Σύμφωνα με το άρθρο 149 του προς διαβούλευση Νομοσχεδίου προστίθεται στο άρθρο 156 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων παρ. 9Α ως εξής: Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που φέρει εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ύστερα από αίτηση, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου για την κάλυψη συγκεκριμένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με άλλο τρόπο, ιδίως των δικαστηρίων που εδρεύουν στη νησιωτική χώρα, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Η προτεινόμενη προσθήκη της παραγράφου 9Α στο άρθρο 156 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων μέσω του άρθρου 149 του προς διαβούλευση Νομοσχεδίου εγείρει σοβαρά ζητήματα τόσο από την άποψη της ασφάλειας δικαίου όσο και της αρχής της χρηστής διοίκησης. Η διατύπωση της διάταξης είναι ασαφής σε κρίσιμα σημεία: δεν καθορίζεται ποιο είναι το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ούτε ποια κριτήρια συνιστούν την «εμπεριστατωμένη αιτιολογία». Δεν προβλέπεται διαδικασία ελέγχου, ούτε προσδιορίζεται εάν η απόσπαση είναι υποχρεωτική ή προαιρετική για τον υπάλληλο. Όλα τα παραπάνω παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας του νόμου, θεμελιώδη στοιχεία του κράτους δικαίου. Η μη ύπαρξη σαφών κριτηρίων για την επιλογή μεταξύ πολλών αιτούντων ενέχει τον κίνδυνο άνισης μεταχείρισης και αυθαιρεσίας, προσβάλλοντας την αρχή της ισότητας και της χρηστής διοίκησης. Επιπλέον, ελλοχεύει ο κίνδυνος έμμεσης πίεσης προς τους υπαλλήλους για την υποβολή αιτήσεων απόσπασης. Παράλληλα, η έννοια της «κατ’ εξαίρεση» απόσπασης χωρίς ενιαίο πλαίσιο ερμηνείας και χωρίς εμπλοκή συλλογικών οργάνων (όπως τα υπηρεσιακά συμβούλια) καθιστά τη ρύθμιση ευάλωτη σε παραβίαση της αντικειμενικότητας και της διοικητικής ουδετερότητας. Συγκριτικά, στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3528/2007), οι αποσπάσεις προβλέπονται με σαφή αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια, κάτι που απουσιάζει από την υπό εξέταση ρύθμιση. Η διάταξη δημιουργεί διοικητική ασάφεια και πιθανή άνιση μεταχείριση. Προτείνεται: η εμπλοκή του Υπηρεσιακού Συμβουλίου στη διαδικασία απόφασης, η εξειδίκευση των κριτηρίων επιτακτικής ανάγκης, η καθιέρωση δικαιώματος προσφυγής. Ενδεικτική αναδιατύπωση: «Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου και ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου, μπορεί να διατάσσεται η κατ’ εξαίρεση απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου για την κάλυψη ειδικώς αιτιολογημένης και επιτακτικής υπηρεσιακής ανάγκης, που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, ιδίως σε δικαστήρια της νησιωτικής χώρας, για χρονικό διάστημα έως ενός (1) έτους. Η απόφαση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τη συνδρομή της ανάγκης και τα κριτήρια επιλογής του υπαλλήλου, ενώ επαφίεται στην ελεύθερη βούληση του δικαστικού υπαλλήλου να υποβάλλει την σχετική αίτηση.» ΙV. Παρατηρήσεις από τη δημόσια διαβούλευση Οι απόψεις που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση, ιδίως από μέλη του δικαστικού και δικηγορικού σώματος, συγκλίνουν στην κοινή διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργική σταθερότητα των δικαστηρίων. Πολλές επισημάνσεις εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων σε περιβάλλον με ελλιπή υποδομή και ανεπαρκές προσωπικό. Η επιτάχυνση δεν μπορεί να νοηθεί ως απορρύθμιση των θεμελιωδών αρχών του δικαιϊκού συστήματος ούτε ως μετατόπιση της πίεσης στους λειτουργούς και στους δικαστικούς υπαλλήλους της Δικαιοσύνης. V. Προτάσεις Στο πλαίσιο των ανωτέρω επισημάνσεων, προτείνονται οι ακόλουθες παρεμβάσεις: (α) Νομοθετική πρόβλεψη-τροποποίηση ότι όλες οι προθεσμίες που τίθενται για έκδοση αποφάσεων αρχίζουν από την ημερομηνία παράδοσης της πλήρους δικογραφίας στον δικαστή από τον αρμόδιο γραμματέα, ύστερα και από την παραλαβή των πρακτικών της συζήτησης που γίνονται με φωνοληψία σύμφωνα με το άρθρο 256 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το Π.Δ. 326/2001 (β) Άμεση δέσμευση για ενίσχυση των δικαστικών υπαλλήλων με προσλήψεις ειδικευμένου προσωπικού, ιδίως στους τομείς διοικητικής υποστήριξης και πληροφορικής. (γ) Καθιέρωση "εργασιακής ρήτρας εφαρμογής": η ενεργοποίηση των νέων διατάξεων ανά δικαστήριο να γίνεται μόνο εφόσον καλύπτεται ένα ελάχιστο ποσοστό οργανικών θέσεων (π.χ. 85%), ώστε να διασφαλίζεται λειτουργική επάρκεια. (δ) Επαναφορά επιδόματος συνθηκών εργασίας για τους δικαστικούς υπαλλήλους και καθιέρωση συνεχούς επιμόρφωσης με πλήρη αναγνώριση στον εργασιακό χρόνο και τις απολαβές. (ε) Δημιουργία κοινής επιτροπής παρακολούθησης με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων (Δικαστές, Δικαστικοί Υπάλληλοι, ΔΣΑ/Ολομέλειες) για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των νέων ρυθμίσεων. VI. Συμπέρασμα Η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης αποτελεί προοδευτικό και αναγκαίο στόχο για κάθε κράτος δικαίου. Ωστόσο, η ταχύτητα δεν πρέπει να λειτουργεί ως πρόσχημα για την αποδυνάμωση των υποδομών, την εξάντληση των υπαλλήλων ή την υπονόμευση της ανεξαρτησίας των δικαστών. Η λειτουργική αξιοπιστία της Δικαιοσύνης στηρίζεται στον σεβασμό του ανθρώπινου παράγοντα και στην επάρκεια των θεσμικών εγγυήσεων. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερες αποφάσεις αλλά δικαιότερες, ανεξάρτητες και αξιοπρεπώς παραγόμενες αποφάσεις. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιταχυνθεί με διοικητικά διατάγματα. Χρειάζεται στρατηγική, υποστήριξη και σεβασμό σε όσους την υπηρετούν. Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Ν. Φθιώτιδας