• Σχόλιο του χρήστη 'Σ.Τ. Πρωτοδίκης Ε.Ε.' | 10 Ιουλίου 2025, 19:25

    Επί της τροποποίησης του άρ. 226 παρ. 5: Ποια είναι η δικαιολογητική βάση της μη διαγραφής από το πινάκιο της αρχικής συζήτησης των υποθέσεων Εκουσίας που επαναπροσδιορίζονται, σε αντίθεση με τις λοιπές υποθέσεις; (Η επιφύλαξη υπέρ των Ασφαλιστικών Μέτρων φαντάζομαι ότι οφείλεται στην μη τήρηση σε αυτά πινακίου, αλλά εκθέματος). Επί της τροποποίησης του άρ. 227 παρ. 1: Ο προέλεγχος της αοριστίας της αγωγής με την έκδοση διάταξης, εφόσον η διάταξη δεν είναι δεσμευτική για τον δικάζοντα δικαστή και δεν εκδίδεται απαραίτητα από τον ίδιο, δεν επιταχύνει τη διαδικασία εφόσον ο δικάζων δικαστής έχει την υποχρέωση να ελέγξει εκ νέου το δικόγραφο για αοριστία και το δικαίωμα να μην συμφωνήσει με την διάταξη. Συνεπώς δεν κερδίζει χρόνο ο δικάζων δικαστής, ενώ απασχολείται επιπλέον και άλλος δικαστής. Σε κάθε περίπτωση ένα τέτοιο σύστημα προελέγχου θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο στην ιδανική περίπτωση που από 16/09 κάποιου δικαστικού έτους οι ήδη προσδιορισθείσες υποθέσεις θα ήταν από μηδενικές έως ελάχιστες (το αυτό ισχύει και για τον εντός εξαμήνου προσδιορισμό των νεοεισερχόμενων υποθέσεων), και όχι στην υπάρχουσα συνθήκη που τουλάχιστον το επόμενο δικαστικό έτος, αν όχι τα επόμενα x δικαστικά έτη, τα πινάκια έχουν ήδη από καιρό συμπληρωθεί. Σε κάθε περίπτωση, αν υιοθετηθεί αυτή η ρύθμιση, η τροποποιούμενη παράγραφος, όπως διατυπώνεται, φαίνεται να ρυθμίζει την αναπλήρωση των τυπικών ελλείψεων μόνο εφόσον διαπιστώνεται και αοριστία («1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου μπορεί, με πρόταση του εναγομένου, τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο ή αυτεπάγγελτα, εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής, να εκδώσει διάταξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διατάσσοντας τη συμπλήρωση του ένδικου βοηθήματος. Πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσιμο δύναται ο ενάγων να συμπληρώσει την αγωγή του και ο εναγόμενος αντιλέγει κατά τη συζήτηση. Αν απορριφθεί η αγωγή για πραγματική αοριστία, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταξη, τότε αυτό αποτελεί λόγο έφεσης.».). Πιθανότατα έχει παραληφθεί ένα διαζευκτικό «ή» πριν τη φράση «εφόσον διαπιστώσει πραγματική αοριστία της αγωγής». Αν όντως η διάταξη επιθυμεί να ρυθμίσει αυτοτελώς και την αναπλήρωση τυπικών παραλείψεων όπως αυτές ήταν μέχρι σήμερα γνωστές, τότε φαίνεται και γι’ αυτές να απαιτείται πλέον η έκδοση διάταξης. Επιπλέον, μετά την παραπάνω διατύπωση της παρ. 1, η ισχύουσα παρ. 2, που δεν τροποποιείται («Η πρόσκληση γίνεται και τηλεφωνικώς, ο δε γραμματέας βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας τον χρόνο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου. H πρόσκληση μπορεί επίσης να γίνει με αποστολή από τον γραμματέα ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του διαδίκου»), δεν φαίνεται να συμφωνεί πια με την ρύθμιση της παρ. 1 αφού αναφέρεται σε πρόσκληση και όχι σε διάταξη. Καλό θα ήταν να γίνει επαναδιατύπωση και των δύο παραγράφων με νοηματική συνέχεια. Επί τηςτροποποίησης του άρ. 237: Το νέο άρθρο 237 δεν εισάγει διαδικασία προελέγχου αλλά κανονικού χειρισμού όλου του φακέλου σε σύντομο χρονικό διάστημα από την χρέωση και πριν τη συζήτηση, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος εφόσον ταυτόχρονα θα εκδικάζονται και οι ήδη προσδιορισθείσες υποθέσεις. Επίσης, προβλέπεται προέλεγχος του παραδεκτού και ακολούθως της ουσίας, πράγμα ανώφελο αν η αγωγή είναι παραδεκτή μεν αλλά νομικά αβάσιμη. Ακόμη, αν με την διάταξη επισημαίνεται πραγματική αοριστία προς συμπλήρωση, αφενός είναι άσκοπο να εξεταστούν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (αυτοψία / πραγματογνωμοσύνη κ.λπ.) πριν την συμπλήρωση της αοριστίας, αφετέρου δεν υπάρχει ο χρόνος μετά την τυχόν συμπλήρωση της αοριστίας να εκδοθεί νέα διάταξη για τα υπόλοιπα θέματα. Επί της τροποποίησης του άρ. 307: Οποιαδήποτε προθεσμία πρέπει να ορίζεται ότι εκκινεί από την λήψη του φακέλου από τον Δικαστή και όχι από τη συζήτηση της υπόθεσης, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ των ημερομηνιών συζήτησης και παράδοσης του φακέλου με τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, της τάξεως των 2 – 3 μηνών (τουλάχιστον στην Αθήνα για την οποία γνωρίζω). Ωστόσο η σχετική ρύθμιση θεωρώ πως πρέπει να καταλαμβάνει οριζόντια όλα τα Δικαστήρια ακόμη και αν τυχόν δεν υπάρχει καθυστέρηση στην παράδοση του φακέλου πέραν του ευλόγου χρόνου, όπως υπαγορεύει η λογική. Η σύντμηση της προθεσμίας από 8 σε 6 μήνες πιστεύω πως δεν είναι ρεαλιστική και θα δημιουργήσει ασφυκτική πίεση σε όποιον επιθυμεί να ασχοληθεί ενδελεχώς με τις δικογραφίες του. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Δικαστής που θα χρεωθεί σήμερα π.χ. 10 υποθέσεις δεν θα πάει 7 μήνες διακοπές και θα γυρίσει να γράψει τις 10 αυτές υποθέσεις του λίγο πριν την λήξη της προθεσμίας του οκταμήνου. Στο μεσοδιάστημα θα χρεωθεί και άλλες υποθέσεις, θα προτάξει κάποιες λόγω συντομότερων προθεσμιών (ασφαλιστικά μέτρα και ανακοπές), θα κάνει και άλλες υπηρεσίες, θα σωρευτούν δικογραφίες απαιτητικές και σε μελέτη και σε γράψιμο, οπότε άλλες αποφάσεις θα εκδοθούν σε 2 μήνες, άλλες σε 4, άλλες σε 6 μήνες και κάποιες αναγκαστικά θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο τον οποίο δεν πρέπει να στερείται ο Δικαστής υπό το φόβο της πειθαρχικής διερεύνησης και δίωξης. Επί των τροποποιήσεων των άρ. 468 – 469 : Στην περίπτωση της μη υποβολής υπομνήματος του εναγομένου και αποδεικτικών μέσων από αμφότερους τους διαδίκους, οπότε η απόφαση εκδίδεται χωρίς προσδιορισμό συζήτησης, πότε εκκινεί η δίμηνη προθεσμία έκδοσης της απόφασης (468 παρ. 2 εδ. τελ. και 468 παρ. 5); Από την πάροδο της προθεσμίας κατάθεσης υπομνήματος και αποδεικτικών μέσων, από την πάροδο της προθεσμίας προσθήκης ή από την χρέωση στο Δικαστή (λογικά προκρίνεται η τελευταία); Δεδομένου ότι το άρ. 215 παρ. 2 εδ. β Κ.Πολ.Δ. τροποποιείται, μήπως πρέπει να ακολουθήσει ανάλογη τροποποίηση και του 468 παρ. 1 εδ. β΄ που παραπέμπει σε αυτό; Τέλος, εφόσον ουδείς εκ των διαδίκων σε αυτό το στάδιο έχει υποβάλει προτάσεις ή υπόμνημα και ουδείς εκ των διαδίκων έχει παρασταθεί (αφού δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση και σε κάθε περίπτωση αφού σύμφωνα με την τροποποιούμενη διάταξη του 469 δεν θα απαιτείται πλέον παρουσία κατά τη συζήτηση), δεν προκύπτει σαφώς πότε θα επιλεχθεί η αναλογική εφαρμογή του άρ. 260, πότε του άρ. 271 και πότε του άρ. 272. Εν ολίγοις, πρέπει να διασαφηνιστεί τι συνιστά «κανονική συμμετοχή» εκάστου διαδίκου σε αυτό το δικονομικό στάδιο. Γιατί αν για τον ενάγοντα αρκεί η κατάθεση της αγωγής τότε σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμοστέο είναι μόνο το 271 παρ. 3 και η αναφορά των δύο άλλων άρθρων είναι περιττή, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο να εκδοθεί σε βάρος του εναγομένου μία ανέκκλητη απόφαση επί αγωγής η οποία μπορεί ακόμη και να μην του έχει επιδοθεί (καθώς γίνεται παραπομπή μόνο στην παρ. 3 του άρ. 271 και όχι στις παρ. 1-2).