Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΜΠΙΛΙΣΗΣ Δικηγόρος Θεσ/νίκης | 10 Ιουλίου 2025, 19:36
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ Στη δίκη υπάρχουν δύο αυτοτελή αντικείμενα κρίσης ήτοι: α) ο έλεγχος της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων που πάντοτε προηγείται και β) η εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος που πάντοτε ακολουθεί, υπό τον όρο όμως της προηγούμενης διαπίστωσης της συνδρομής. Για τον λόγο αυτόν στο Σ.Ν. υπάρχουν διατάξεις για την εκκαθάριση του παραδεκτού και του ορισμένου πριν από τη δίκη. Ωστόσο αυτές είναι εμφανώς άστοχες και αν υιοθετηθούν θα προκαλέσουν περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρούν να λύσουν, διότι τίθενται και στο δικαστή και στον εναγόμενο ασφυκτικές προθεσμίες ενέργειας, για ζητήματα που ανάγονται σε ευθύνη του ενάγοντα, οι οποίες εξ’ αντικειμένου δεν μπορούν να τηρηθούν. Για τον λόγο αυτό προτείνονται οι εξής 5 λύσεις στην ίδια κατεύθυνση που εξυπηρετούν το στόχο με συνέπεια . 1. Η θεσμοθέτηση ενδιάμεσου σταδίου συμπλήρωσης της αόριστης αγωγής: α) με την υποβολή της ένστασης απαραδέκτου ή αοριστίας από τον εναγόμενο (η οποία σήμερα προβάλλεται με τις προτάσεις) μέσα στον επόμενο μήνα από την επίδοση της αγωγής, με την αποστολή e mail από το δικηγόρο του στην δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου του ενάγοντα, το οποίο θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά τις κατά την εκδοχή του ελλείψεις, β) με την υποχρέωση του ενάγοντα να απαντήσει μέχρι την ημέρα που βρίσκεται στο μεσοδιάστημα έως την κατάθεση των προτάσεων, ώστε εάν συμπληρώσει τα στοιχεία, ο εναγόμενος να έχει υπ’ όψιν του τους ισχυρισμούς του στο σύνολό του εγκαίρως για την ορθή προετοιμασία της άμυνάς του στις προτάσεις του και γ) με την επιβολή ποινής τάξης και δικαστικής δαπάνης στην περίπτωση που ο ενάγων δεν απαντήσει ή δεν συμπληρώσει και ο δικαστής ακολούθως διαπιστώσει με την διάταξή του την ύπαρξη του απαραδέκτου ή της αοριστίας που επισήμανε ο εναγόμενος. Το τελευταίο μέτρο απαιτείται διότι με την προβλεπόμενη στο Σ.Ν. στον ενάγοντα του δικαιώματος της συμπλήρωσης, απαλλάσσεται αυτός από τις μέχρι τώρα επιπτώσεις της αόριστης αγωγής (που είναι η απόρριψή της και η επιβολή σε βάρος του δικαστικής δαπάνης) και για τον λόγο αυτόν αναμενόμενο είναι να αυξηθούν τα αόριστα εισαγωγικά δικόγραφα λόγω προχειρότητας ή σκοπιμότητας, πράγμα που βεβαίως δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Η κατάθεση ορισμένου δικογράφου αποτελεί δικονομικό καθήκον του ενάγοντα και πρέπει να παραμείνει αυστηρά τέτοιο. Παρεπομένως είναι προφανώς εσφαλμένη η προτεινόμενη με το αρ. 25 Σ.Ν. αλλαγή του αρ. 216 Κ.Πολ.Δ. που καταργεί την υποχρέωση του ενάγοντα για «σαφή» έκθεση των γεγονότων και «ακριβή» περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς στην έκθεσή του. -------- 2.Ο υπερδιπλασιασμός του χρόνου που διατίθεται στο δικαστή : α) για τον έλεγχο της αρμοδιότητάς του και όλων των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, συμπεριλαμβανομένου και του νομίμου που εξαιρείται από τη ρύθμιση στο Σ.Ν., καθώς και του νομίμου και του ορισμένου των αμυντικών ισχυρισμών και ενστάσεων του εναγομένου, (που επίσης εξαιρούνται) και β) για την εξέταση του ενδεχόμενου να χρειάζεται αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη. Αυτό μπορεί να γίνει : • με την αύξηση κατά ένα μήνα του χρόνου προσδιορισμού της δίκης, επιμή - κυνση που δεν επιδρά ουσιωδώς στο σχεδιασμό του Υ.Δ. για σύντομη έκδοση της απόφασης και αντιθέτως αυξάνει την αξιοπιστία της και • με την έκδοση της διάταξης στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα συζήτηση με προφορική δήλωση του δικαστή που καταχωρείται στα πρακτικά, καθώς δεν συντομεύεται καθόλου η έκδοση απόφασης αν η διάταξη εκδίδεται πριν όπως προβλέπεται από το Σ.Ν. Η διάταξη δε αυτή επί διαπιστωθείσας πραγματικής αοριστίας πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά τα στοιχεία που λείπουν και πρέπει να συμπληρώσει ο διάδικος. [Ως εκ τούτου η φράση «χωρίς αιτιολογία» που υπάρχει στο αρ. 28 του Σ.Ν. πρέπει να αντικατασταθεί γιατί δημιουργεί σύγχυση]. Αν γίνει δεκτή η παρούσα πρόταση ο χρόνος ελέγχου της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων θα κυμαίνεται μεταξύ 75 -105 ημερών από τις μόλις 30 ημέρες που προβλέπεται στο Σ.Ν. και δεν θα χρειάζεται να γίνει τίποτα μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο, ούτε από το δικαστή ούτε από τους διαδίκους. ------------- 3. Επί διαπίστωσης της μη συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων, αν πρόκειται για τυπικές ελλείψεις που μπορούν να διορθωθούν, με τη διάταξη χορηγείται προθεσμία συμπλήρωσης, ενώ αν πρόκειται για πραγματική αοριστία διατάσσεται ο βαρυνόμενος διάδικος σε συμπλήρωση της πραγματικής βάσης είτε στο ακροατήριο κατ’ εφαρμογή του αρ. 236 Κ.Πολ.Δ., είτε εντός 3 εργασίμων ημερών, αν κριθεί δικαιολογημένη η απουσία του, με προσθήκη στις προτάσεις του, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα προσκόμισης νέων αποδεικτικών μέσων. Από την πραγματοποίηση εκ μέρους του της συμπλήρωσης, ο εναγόμενος πρέπει να έχει προθεσμία προσθήκης έως 15 ημέρες για την άμυνά του αποκλειστικά επί των στοιχείων της συμπλήρωσης και την προσκόμιση σχετικών με αυτήν αποδεικτικών μέσων. Σε περίπτωση μη συμπλήρωσης η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επιβάλλεται και ποινή τάξεως λόγω της παράβασης της διάταξης, καθώς και πλήρης δικαστική δαπάνη. Η μεγάλη προθεσμία κρίνεται απαραίτητη γιατί η συμπλήρωση της πραγματικής βάσης περιλαμβάνει περιστατικά που θα έπρεπε να έχει υπ’ όψιν του ο εναγόμενος από την επίδοση και προφανές είναι ότι αφού αφορά την συμπλήρωση της δικογραφίας δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο χρόνο που διατίθεται από το δικαστή για την έκδοση της απόφασή του. ------------ 4. Η εφαρμογής στο Εφετείο του συστήματος κατάθεσης προτάσεων εντός 90 ημερών, προθεσμία που πρέπει να αφετηριάζεται από την άσκηση της έφεσης. Μετά αυτήν οποία πρέπει να χρεώνεται η υπόθεση στη μονομελή η τριμελή σύνθεση μέσω αλγορίθμου, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται για το ζήτημα αυτό παρακάτω. Ταιριάζει απολύτως στην ενώπιον του Εφετείου δίκη διότι αφενός συντομεύει αποφασιστικά την έκδοση απόφασης καθώς αποκλείει την δυνατότητα αναβολής και αφετέρου είναι ευχερής κατά τον τρόπο αυτόν ο μέσω του αλγορίθμου προγραμματισμός της δίκης. Στις περιπτώσεις δε που διατάσσεται η εξέταση, μπορεί αυτή να γίνεται μέσω τηλεδιάσκεψης, που ήδη προβλέπεται στην 3η παράγραφο του άρθρου 393 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και προβλέπεται από το σχέδιο νόμου. ------------- 5.Η αξιοποίηση του θεσμού της διαιτησίας του Δικηγορικού Συλλόγου ως Δικαστηρίου 1ου βαθμού. [Αρ. 131 και 132 του Κώδικα Δικηγόρων]. Ο θεσμός, που σήμερα σχεδόν ανενεργός, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα επιτάχυνσης της δίκης του 1ου βαθμού, εφόσον εκλείψει ο λόγος δισταγμού προσφυγής των διαδίκων στη συγκεκριμένη διαιτησία, λόγω του οποίου υπάρχουν ελάχιστες προσφυγές. Αυτός είναι η απαγόρευση άσκησης Εφέσεως στο πολιτικό Εφετείο κατά της απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου. Με τη χορήγηση ωστόσο του δικαιώματος αυτού δημιουργείται στην πράξη δικαστήριο 1ου βαθμού το οποίο θα δικάζει τις υποθέσεις αμέσως με υποδειγματική συλλογή του αποδεικτικού υλικού, χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που υπάρχουν αναγκαστικά στα τακτικά Δικαστήρια και χωρίς να τίθενται ζητήματα αξιοπιστίας, λόγω του ότι στη σύνθεσή του υπηρετούν δικηγόροι, αφού οι αποφάσεις του θα ελέγχονται από το πολιτικό Εφετείο. Αντώνης Ν. Μπιλίσης Δικηγόρος Θεσσαλονίκης.