Αρχική Παρεμβάσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Τροποποιήσεις σχετικά με τη δημοσίευση διαθηκών - Τροποποιήσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο των ανακοπών…ΜΕΡΟΣ Α΄ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΩΝ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΩΟΥ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Άρθρα 23-42)Σχόλιο του χρήστη Γεώργιος Αλμπούρας, Πρόεδρος Εφετών | 10 Ιουλίου 2025, 20:09
Ποιά δικαιοσύνη θέλουμε "Φυσικά μια πόλη χωρίς δικαστήρια παύει να είναι πόλη. Κι ένας δικαστής που δεν βγάζει λέξη αλλά ακούει μόνο τους αντιδίκους στις δίκες, δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδώσει δικαιοσύνη. Επομένως, ούτε οι πολλοί μπορούν να βγάλουν δίκαιες αποφάσεις ούτε οι λίγοι που δεν έχουν τα προσόντα". (Πλάτων, Νόμοι, Κεφάλαιο Στ', Η εκλογή αρχόντων, δικαστών και εκπαιδευτών) Το Σύνταγμα (άρθρο 87) κατοχυρώνει την απονομή της δικαιοσύνης και όχι κάποια διαδικασία επίλυσης διαφορών και την καθιερώνει ως απόλυτα συνδεδεμένη με την ποιότητα καθενός από τους λειτουργούς της. Τα δικαστήρια που προβλέπονται ως όργανα απονομής της δικαιοσύνης συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές, δηλαδή από τα φυσικά πρόσωπα που φέρουν αυτήν την εξουσία. Ο περιδεής δικαστής, που εξελίσσεται ως τέτοιος μέσα από θεσμοθετημένη αυτόματη πειθαρχική δίωξη, είναι ο δικαστής του Μπρέχτ (Ο κύκλος με την κιμωλία), που υποτάσσεται στον άρχοντα. Η επιτάχυνση, ως σύγχρονο ιδεολόγημα "Το σωστό είναι να βάλουμε πρώτα στη σειρά τα πνευματικά αγαθά, εφόσον μέσα στην ψυχή υπάρχει και η σωφροσύνη. Στη δεύτερη θέση θα τοποθετήσουμε τα σωματικά αγαθά και στην τρίτη τον πλούτο και τις περιουσίες". (Πλάτων, Νόμοι, Κεφάλαιο Γ', Πολιτικά Συστήματα). "Θα ήταν ανόητο να δείξουμε ότι βάζουμε τη συντομία μπροστά από την ποιότητα" (Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο Ι' Θρησκεία και Αθεϊα). Φαίνεται να προτάσσεται κάποιο είδος αυτοματισμού, στον οποίο οφείλει να υποκύπτει ο δικαστής κατά τη διεξαγωγή των υποθέσεων, προς θεραπεία οικονομικών σκοπών, που φαίνεται να ικανοποιούνται από την ταχύτητα και τα "καθώς πρέπει" στατιστικά δεδομένα. Οι δικαστές, όμως, οφείλουν να αντιλαμβάνονται το έργο τους ως πρώτιστα πνευματικό. Ώστε, η ταχύτητα, που αποτελεί και αυτή αρετή, δεν μπορεί πάντως να προεξάρχει της πνευματικής φύσης του δικαστικού λειτουργήματος, που θέλει από τον δικαστή να αμφιβάλλει, να συλλογίζεται και να διδάσκει αρετή με την απόφασή του. "Η διαφωνία ανάμεσα στους αντιδίκους πρέπει να ξεκαθαρίζεται απόλυτα, κάτι που μπορεί να γίνει χωρίς βιασύνη και με αλλεπάλληλες ανακρίσεις". (Πλάτων, Νόμοι, Κεφάλαιο Στ', ο.π.) Ο σκοπός του νομοθέτη Ο νομοθέτης οφείλει να βάζει συνεχώς στον εαυτό του τις ερωτήσεις: Τι θέλω να καταφέρω; και Ενεργώ σωστά ή μήπως ξεφεύγω από τον στόχο μου; (Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο Ε', Προτροπή προς όλες τις αρετές) Η απόλαυση λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, που επιτάσσει το Σύνταγμα προς όφελος της δικαιοσύνης και των πολιτών (και όχι τόσο των ίδιων των δικαστών), συνδέονται άρρηκτα με το πρόσωπο, που είναι πρωτίστως άνθρωπος και εργαζόμενος. Συνεπώς, η επίτευξη της αποστολής του δεν μπορεί να λάβει χώρα παρά μέσα σε ορισμένα χωρικά και χρονικά πλαίσια, που ορίζουν την ανθρώπινη φύση (ο άνθρωπος δεν είναι ούτε άγγελος ούτε μηχανή). Τα πλαίσια αυτά πρέπει πρωτίστως να εξασφαλίζεται ότι του παρέχουν το δικαίωμα να μπορεί αδιαμφισβητήτως να διαβιώνει κατά τη φύση του, δηλαδή ως άνθρωπος και πολίτης. Δευτερευόντως, θα πρέπει να του παρέχουν την εξουσία να ασκεί τα καθήκοντά του με νηφαλιότητα αλλιώς, είναι περισσότερο από προφανές, ότι καταργείται η ανεξαρτησία του, εμμέσως πλην σαφώς (Μπορούμε ευχερώς να καταρτίσουμε ένα παράδειγμα μιας απολυταρχίας, που φορτώνει τον δικαστή με εκατοντάδες ή και χιλιάδες υποθέσεις, ακριβώς για να τον καταβάλει). Με το ήδη υπάρχον καθεστώς, αποτελεί πασίδηλο, ότι ο δικαστής δεν μπορεί να ασκήσει ευπρεπώς ούτε τα πρώτα ούτε τα δεύτερα, ελλείψει χρόνου και υποδομών. Πολύ περισσότερο αν διολισθήσουμε στα προτεινόμενα. "Όταν η ψυχή εναντιώνεται στους βασικούς κανόνες της φύσης: την επιστήμη, την ορθή γνώμη ή τη λογική, αυτό εγώ το ονομάζω ανοησία... Όσοι πολίτες έχουν αυτό το είδος αμάθειας - που έχουν δηλαδή αρχές όχι μόνο ανωφελείς αλλά και βλαβερές - δεν πρέπει να γίνονται άρχοντες αλλά και να τους κατηγορούμε για την αμάθειά τους... Αυτά τα είδη αμάθειας αποτελούν ό,τι χειρότερο για την πόλη κι όχι η αμάθεια ενός απλού τεχνίτη". (Πλάτων, Νόμοι, τρίτο βιβλίο, Πολιτικά συστήματα). Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις φαίνεται να βασίζονται σε από κάποιο είδος αμάθειας, ως προς την αποστολή αλλά και την ουσία της δικαιοσύνης. Ευθεία αμφισβήτηση της προσωπικότητας και του κύρους του δικαστή Ας καθορίσουμε ποιοί είναι κατάλληλοι για δικαστές, ποιές υποθέσεις θα δικάζουν και πόσοι χρειάζονται σε κάθε περίπτωση. Ο (δικαστής) θα είναι θεωρητικά ο καλύτερος όλων και θα έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κρίνει τις υποθέσεις των συμπολιτών του με δικαιοσύνη και σύμφωνα με τον θεϊκό νόμο. (Πλάτων, Νόμοι, Βιβλίο Στ', ο.π.) Αποτελεί πασίδηλο ότι καχύποπτη υποδοχή δεν είναι αυτονόητη σε όλες τις έννομες τάξεις. Αν αφήσουμε έξω τις χώρες με αγγλοσαξωνικά συστήματα, όπου το πρόσωπο του δικαστή είναι ex officio αξιοσέβαστο, η πειθαρχική δίωξη του δικαστή σε πολλές χώρες δεν νοείται να βασίζεται σε άκαμπτους αριθμούς. Π.χ. στη μεν Γαλλία είναι αδιανόητη η αναφορά σε βάρος δικαστή, στη δε Γερμανία ο δικαστής αρκεί να εργάζεται τις νομοθετημένες για όλους τους εργαζόμενους ώρες και δεν μπορεί να του αποδοθεί μομφή με βάση στατιστικά στοιχεία. Στη δική μας έννομη τάξη οι δικαστές επιλέγονται μετά από αυστηρότατη γραπτή και προφορική εξέταση και πρόσθετη μακρόχρονη επιμόρφωση. Άρα, θεωρητικά είναι οι καλύτεροι και έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να κρίνουν τις υποθέσεις με δικαιοσύνη. Είναι λογικό να δεχτούμε ότι δεν γίνεται να μεταλλάσσονται μεταγενέστερα με θαυματουργικό τρόπο στους χειρότερους. Είναι δε πασίδηλη η διαχρονική αρνητική στάση της Πολιτείας απέναντι στη δικαιοσύνη. Αποτελεί δε πασίδηλο στον χώρο της δικαιοσύνης, ότι οι όποιες καθυστερήσεις οφείλονται στο ισχνό θεσμικό σύστημα που τη διέπει. Οι λίγες περιπτώσεις εκείνων που δεν ανταποκρίνονται, αντιμετωπίζονται ήδη με το υπάρχον νομικό πλαίσιο, κατά περίπτωση (και με αυστηρότητα). Η συνολική και ευθεία αμφισβήτηση του προσώπου του δικαστή, με οριζόντια ρύθμιση, πλήττει τη δικαστική ανεξαρτησία και είναι αντισυνταγματική. Αντισυνταγματική ρύθμιση ή απορρύθμιση Έχει υποστηριχθεί ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οργάνωση της δικαιοσύνης ρυθμίζεται επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα από τον κοινό νομοθέτη, οι σχετικές ρυθμίσεις, όμως, πρέπει να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, να αποβλέπουν στην εύρυθμη λειτουργία της και να προάγουν την αποτελεσματικότητα της απονομής της και το κύρος των δικαστηρίων (ΟλομΣτΕ 1580-1/2021). Συνεπώς, διάταξη νόμου με την οποία καθορίζονται για τον δικαστή συγκεκριμένες προθεσμίες προς εκδίκαση ή για την έκδοση δικαστικής απόφασης, αποτελούν μόνο ένδειξη ότι συντρέχουν, κατά τον νομοθέτη, λόγοι που επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση των συγκεκριμένων διαφορών (βλ. αντί άλλων ΣτΕ ΕΑ 718/1993, ΟλομΣτΕ 475/2ο13, ΣτΕ 147/2022). Αν και η άποψη αυτή δεν είναι απροσμάχητη και θα μπορούσε ευλόγως να υποστηριχθεί ότι ο νομοθέτης εξουσιοδοτείται μόνο στην οργάνωση των δικαστηρίων και όχι στα ζητήματα απονομής δικαιοσύνης, εν προκειμένω δεν τηρούνται τα τεθέντα ως άνω κριτήρια, ώστε η ρύθμιση είναι αντισυνταγματική. Και τούτο είναι προφανές, διότι αν αναγνωριζόταν στον νομοθέτη τέτοια απόλυτη εξουσία, θα μπορούσε να καθορίσει τον όγκο και τον χρόνο σε τέτοια όρια ώστε να είναι αδύνατη η ανταπόκριση του δικαστή, ακόμα και αν παραληφθεί τελείως το ζήτημα της ποιότητας. Το ζήτημα της ποιότητας, όμως, δεν είναι αδιάφορο, διότι συνδέεται με την δικαστική (νομική και ουσιαστική) κρίση, που αποτελεί την πεμπτουσία της δικαστικής αρμοδιότητας. Με άλλα λόγια μια εσφαλμένη απόφαση δεν είναι δίκαιη. Ο άδικος δικαστής δεν είναι δικαστής και άδικη δικαιοσύνη δεν νοείται.