• Σχόλιο του χρήστη 'ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΜΑΣΟΥΡΑΣ' | 8 Ιουνίου 2026, 15:31

    Η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί θετική εξέλιξη ως προς την αναγνώριση του χαρακτήρα της εργασίας των εργαζομένων του Ε.Σ.Υ. και του Ε.Κ.Α.Β. στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων. Ωστόσο, η επιλογή συγκεκριμένων μόνο ειδικοτήτων οδηγεί σε αδικαιολόγητο αποκλεισμό άλλων υγειονομικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων που εργάζονται υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου. Ειδικότερα, παραμένουν εκτός ρύθμισης οι μαίες, οι φυσικοθεραπευτές, οι τεχνολόγοι ακτινολογίας – ακτινοθεραπείας, οι τεχνολόγοι ιατρικών εργαστηρίων, οι εργοθεραπευτές, οι λογοθεραπευτές και άλλοι επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι παρέχουν καθημερινά υπηρεσίες σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας, εργαστήρια, απεικονιστικά τμήματα και λοιπές δομές του Ε.Σ.Υ. Οι επαγγελματίες αυτοί εκτίθενται σε βιολογικούς παράγοντες, λοιμώδη νοσήματα, ιονίζουσα και μη ιονίζουσα ακτινοβολία, χημικούς παράγοντες, μυοσκελετικές καταπονήσεις, βάρδιες, επείγοντα περιστατικά και έντονο ψυχικό φόρτο. Οι συνθήκες αυτές συνιστούν αντικειμενικά βαρύ και ανθυγιεινό περιβάλλον εργασίας και δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι ειδικότητες που περιλαμβάνονται στη διάταξη. Η διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων που υπηρετούν στις ίδιες δημόσιες δομές υγείας και εκτίθενται σε παρόμοιους επαγγελματικούς κινδύνους εγείρει ζήτημα συμμόρφωσης με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων. Η υπαγωγή στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων θα πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά χαρακτηριστικά της εργασίας και στην έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους και όχι αποκλειστικά στην ονομασία της ειδικότητας. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η τροποποίηση της διάταξης ώστε να συμπεριληφθούν όλες οι υγειονομικές και παραϊατρικές ειδικότητες που εργάζονται σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας του Ε.Σ.Υ. και του Ε.Κ.Α.Β., με κριτήριο τις συνθήκες εργασίας και την αποδεδειγμένη επαγγελματική έκθεση σε ανθυγιεινούς και επικίνδυνους παράγοντες. Εφόσον η Πολιτεία αναγνωρίζει σήμερα ότι οι συγκεκριμένες ειδικότητες υπάγονται στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, οφείλει να αναγνωρίσει ως χρόνο ΒΑΕ και τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας που έχει ήδη διανυθεί στις ίδιες θέσεις εργασίας, χωρίς την επιβολή οικονομικής επιβάρυνσης στους εργαζομένους. Η απαίτηση εξαγοράς οδηγεί σε άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με τα ίδια χρόνια πραγματικής υπηρεσίας, καθώς η δυνατότητα θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος εξαρτάται τελικά από την οικονομική δυνατότητα του καθενός να καταβάλει μεγάλα ποσά αναγνώρισης. Έτσι, η πρόσβαση σε ένα δικαίωμα που απορρέει από τη φύση της εργασίας μετατρέπεται σε ζήτημα οικονομικής επάρκειας. Ζητείται η αυτοδίκαιη αναγνώριση του συνόλου του πραγματικού χρόνου απασχόλησης στις προβλεπόμενες ειδικότητες ως χρόνου Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, χωρίς εξαγορά, με βάση βεβαίωση υπηρεσίας και πραγματικής άσκησης καθηκόντων. Η λύση αυτή αποκαθιστά την αρχή της ισότητας, αναγνωρίζει την πραγματική επαγγελματική επιβάρυνση των εργαζομένων και εξασφαλίζει ότι η συνταξιοδοτική προστασία θα στηρίζεται στις πραγματικές συνθήκες εργασίας και όχι στην οικονομική δυνατότητα καταβολής εξαγοράς. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η αναμόρφωση των σχετικών διατάξεων ώστε να διασφαλίζεται πλήρης ισοτιμία ως προς τη θεμελίωση και την άσκηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χωρίς διακρίσεις μεταξύ παλαιών και νέων ασφαλισμένων, μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ή μεταξύ διαφορετικών ασφαλιστικών καθεστώτων, όταν οι συνθήκες εργασίας και η επαγγελματική έκθεση είναι ουσιαστικά ίδιες. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθούν ενιαίες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις για όλους τους υγειονομικούς που υπάγονται στα ΒΑΕ, χωρίς διακρίσεις λόγω ασφαλιστικού καθεστώτος, χρόνου πρόσληψης ή φορέα ασφάλισης, καθώς η επικινδυνότητα και η ανθυγιεινότητα της εργασίας είναι κοινή και ανεξάρτητη από τις ασφαλιστικές διακρίσεις. Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ισότιμα το έργο όλων των επαγγελματιών υγείας που στηρίζουν καθημερινά το δημόσιο σύστημα υγείας και να άρει τις αδικίες που δημιουργούνται από επιλεκτικές εξαιρέσεις μεταξύ εργαζομένων με αντίστοιχη επαγγελματική επιβάρυνση.