- Εργαζόμενοι στα Νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και στο Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), και συγκεκριμένα σε Κλινικές, Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια των ανωτέρω, με τις ειδικότητες των νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων διασωστών, οι οποίοι υπάγονται στη συνταξιοδοτική προστασία του δημοσίου και απασχολούνται αποκλειστικά στις ως άνω ειδικότητες, για τις οποίες εργαζόμενοι των αντίστοιχων ειδικοτήτων που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εμπίπτουν στις περ. 31 και 51 της υπό στοιχεία Φ10221/οικ.26816/929/2.12.2011 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Β’ 2778), δικαιούνται σύνταξης από τον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης και λοιπών παροχών του e-Ε.Φ.Κ.Α. με τη συμπλήρωση του εξηκοστού δεύτερου (62ου) έτους της ηλικίας τους, εφόσον έχουν τουλάχιστον δεκαπέντε (15) συντάξιμα έτη, εκ των οποίων δώδεκα (12) έτη αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη, πριν από τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης. Για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για επικουρική σύνταξη εφαρμόζεται το άρθρο 96Α του ν. 4387/2016 (Α’ 85).
- Για τα πρόσωπα της παρ. 1 καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, η οποία ανέρχεται:
α) για τον κλάδο κύριας σύνταξης σε ποσοστό τρία κόμμα εξήντα τοις εκατό (3,60%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό δύο κόμμα είκοσι τοις εκατό (2,20%) για τον ασφαλισμένο και ένα κόμμα σαράντα τοις εκατό (1,40%) για τον εργοδότη, και
β) για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης πρόσθετη ειδική εισφορά σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%), επιμεριζόμενη σε ποσοστό ένα κόμμα είκοσι πέντε τοις εκατό (1,25%) για τον ασφαλισμένο και μηδέν κόμμα εβδομήντα πέντε τοις εκατό (0,75%) για τον εργοδότη.
Οι εισφορές της παρούσας υπολογίζονται επί των αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης.
- Η υπαγωγή στις ρυθμίσεις των παρ. 1 και 2 διενεργείται μόνο κατόπιν αίτησης των εργαζομένων, η οποία υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η υπαγωγή εκκινεί από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα της υποβολής της αίτησης. Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
- α) Σε όσους εργαζόμενους επιθυμούν, παρέχεται η δυνατότητα αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς, του χρόνου πραγματικής απασχόλησής τους στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης, ήτοι δώδεκα (12) έτη απασχόλησης αποκλειστικά στις ειδικότητες αυτές και τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκαεπτά (17) έτη πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας της παρ. 1 ή την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης.
β) Στην περίπτωση αναγνώρισης κατόπιν εξαγοράς στον κύριο φορέα του χρόνου πραγματικής απασχόλησης στις ειδικότητες της παρ. 1 έως και την ημερομηνία υπαγωγής κατά την παρ. 3, προκειμένου να συμπληρωθούν οι ελάχιστες προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης για την κύρια ασφάλιση, ο ασφαλισμένος υποχρεούται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα ίδιου χρονικού διαστήματος με αυτόν που αναγνώρισε στον κύριο φορέα. Η αίτηση για την εξαγορά είναι κοινή για κύρια και επικουρική ασφάλιση.
γ) Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Η αναγνώριση πραγματοποιείται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων ασφαλισμένου και εργοδότη κύριας και επικουρικής ασφάλισης στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης.
Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
δ) Η αναγνώριση μπορεί να γίνει με εφάπαξ καταβολή ή με δόσεις ισάριθμες των αναγνωριζόμενων μηνών απασχόλησης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, παρακρατείται κάθε μήνα από τη σύνταξη και μέχρι την εξόφληση ποσό ίσο με ποσοστό ενός τετάρτου (1/4) του ποσού της σύνταξης. Για τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 (Α’ 43) και για το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης» (Τ.Ε.Κ.Α.) εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 (Α’ 160).
ε) Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και ως τέτοιος δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 17 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης.
- α) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που προσλαμβάνονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και εφεξής, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
β) Για τα πρόσωπα της παρ. 1 που έχουν ήδη προσληφθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, τα οποία υπάγονται στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010 και για τα οποία καταβάλλεται ήδη πρόσθετη ειδική εισφορά βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων στην κύρια ασφάλιση, για την κάλυψή τους ως προς την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται υποχρεωτικά η πρόσθετη ειδική εισφορά υπέρ επικουρικής ασφάλισης της παρ. 2.
Για την εφαρμογή του άρθρου 96Α του ν. 4387/2016 και του άρθρου 52 του ν. 4826/2021 σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου, τα πρόσωπα της περ. β) της παρούσας παραγράφου υποχρεούνται στην αναγνώριση κατόπιν εξαγοράς και στον επικουρικό φορέα τόσου χρονικού διαστήματος, όσου απαιτείται για τη συμπλήρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων χρόνου ασφάλισης για τη συνταξιοδότηση με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων του πρώην Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.. Η αίτηση για την αναγνώριση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της πρόσθετης ειδικής εισφοράς βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων υπέρ επικουρικής ασφάλισης ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς και επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς. Η αναγνώριση λαμβάνει χώρα με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας εκκαθάρισης μισθοδοσίας του φορέα απασχόλησης. Μετά την εξόφληση του ποσού της εξαγοράς εκδίδεται βεβαίωση από την εν λόγω αρμόδια υπηρεσία, η οποία τίθεται στον υπηρεσιακό φάκελο του ασφαλισμένου.
Ο χρόνος που αναγνωρίζεται είναι πραγματικός χρόνος ασφάλισης και δεν συμπεριλαμβάνεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 64 του ν. 4826/2021 ανώτατο όριο αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης. Σε περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος πριν από τον χρόνο εξόφλησης του συνολικού ποσού εξαγοράς, ως προς τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4670/2020 και ως προς το Τ.Ε.Κ.Α. εφαρμόζεται το άρθρο 64 του ν. 4826/2021.
- Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, δύναται να καθορίζονται η διαδικασία υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του.




Επέκταση της διάταξης ένταξης στα Βαρέα και Ανθυγειινά Επαγγέλματα και για τους Νοσηλευτές που υπηρετούν στα Σ.Καταστήμτα Κράτησης. Και αυτοί οι νοσηλευτές παρέχουν νοσηλευτικές υπηρεσίες, κάτω υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Με συνεχή έκθεση σε μεταδοτικά νοσήματα και μεγάλη ψυχολογική επιβάρυνση.
Όλοι οι νοσηλευτές των Καταστημάτων Κράτησης θα πρέπει για λόγους δικαιοσύνης και ίσης μεταχείρησης να ενταχθούν στις διαράξεις περί Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων.
Με ιδιαίτερη έκπληξη πληροφορηθήκαμε, για ακόμη μία φορά, τις κυβερνητικές εξαγγελίες σχετικά με την ένταξη επαγγελματιών Υγείας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων – Βιοϊατρικοί Εργαστηριακοί Επιστήμονες (κατεύθυνσης Ιατρικών Εργαστηρίων).Aξίζει να επισημανθεί ότι η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη», η οποία αποτέλεσε τη βάση αξιολόγησης επαγγελμάτων για την ένταξη στα ΒΑΕ, συμπεριελάμβανε τον κλάδο μας, αναγνωρίζοντας έμπρακτα τις ιδιαίτερα επιβαρυμένες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων. Oι συναδέλφοι μας εργάζονται καθημερινά στα Διαγνωστικά Εργαστήρια των Μονάδων Υγείας της χώρας, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, στις Αιμοδοσίες, στα Τμήματα Γενετικής, στα Τμήματα Διάλυσης Κυτταροτοξικών Φαρμάκων, στα Κτηνιατρικά Εργαστήρια και διενεργούν καθημερινά λήψεις βιολογικών δειγμάτων εντός και εκτός κλινικών.Το επάγγελμά μας συγκαταλέγεται αδιαμφισβήτητα μεταξύ των πλέον ανθυγιεινών επαγγελμάτων στον χώρο της Υγείας, καθώς συνεπάγεται καθημερινή έκθεση σε δυνητικά μολυσματικά βιολογικά δείγματα, τοξικές χημικές ουσίες και επικίνδυνα αναλώσιμα υλικά, υπό συνθήκες αυξημένου επαγγελματικού κινδύνου.Καλούμε την Πολιτεία, να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων, Βιοϊατρικών Εργαστηριακών Επιστημόνων και Παρασκευαστών Εργαστηρίων και να εντάξει το επάγγελμα στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα και τους παραπάνω εργαζόμενους στην Α’ Κατηγορία στο Επίδομα Ανθυγιεινής Εργασίας.
Οι μητροπολίτες, επίσκοποι κ τιτουλάριος αύξηση 70-97%
Οι δικαστικοί δύο επιδόματα κ χορηγία laptop !!!
ΧΩΡΊΣ συζήτηση ένταξη όλων των υπολοίπων εργαζομένων (τραυματιοφορείς,τεχνολόγοι, παρασκευαστές…)στα βαρέα κ ανθυγιεινα!!!!Κ η ρύθμιση να προβλέπει τόσα χρόνια όσα χρειάζονται για να ωφεληθούν από αυτήν ΟΛΟΙ οι εργαζόμενοι!!!
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η κατάφωρη αδικία του αποκλεισμού των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ)
Με την παρούσα επιστολή, εκφράζουμε την έντονη αγανάκτηση, την απογοήτευση και τη βαθιά δυσαρέσκεια του κλάδου των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων (Ιατρικών Εργαστηριακών Τεχνολόγων / Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων), σχετικά με τη συνεχιζόμενη και αδικαιολόγητη άρνηση της Πολιτείας να μας εντάξει στο καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ).
Παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις, τις διαβεβαιώσεις σε περιόδους κρίσεων και την αναγνώριση του ρόλου μας «στα λόγια», η πραγματικότητα μας αφήνει για άλλη μια φορά στο περιθώριο, βιώνοντας μια κατάφωρη εργασιακή και ηθική αδικία.
Οι Πραγματικές Συνθήκες Εργασίας μας
Η καθημερινότητα στα εργαστήρια (μικροβιολογικά, βιοχημικά, αιματολογικά, ανοσολογικά, παθολογοανατομικά, κυτταρολογικά κ.α.) της δημόσιας και ιδιωτικής υγείας δεν είναι θεωρητική· χαρακτηρίζεται από υψηλότατο βαθμό επικινδυνότητας. Συγκεκριμένα:
Καθημερινή έκθεση σε λοιμογόνους παράγοντες: Διαχειριζόμαστε καθημερινά δυνητικά μολυσματικά βιολογικά υγρά (αίμα, ούρα, εγκεφαλονωτιαίο υγρό, πτύελα) και ερχόμαστε σε άμεση επαφή με επικίνδυνα παθογόνα (ιούς, βακτήρια, μύκητες).
Χρήση τοξικών και καρκινογόνων χημικών: Η επεξεργασία των δειγμάτων (ειδικά στην Παθολογική Ανατομική και την Κυτταρολογία) απαιτεί τη χρήση ισχυρών χημικών δραστικών ουσιών, ξυλόλης, φορμόλης και άλλων γνωστών καρκινογόνων και μεταλλαξιογόνων παραγόντων.
Εργασία σε συνθήκες αιχμής και κυκλικό ωράριο: Καλύπτουμε 24ωρες εφημερίες, νυχτερινές βάρδιες και εξαντλητικά ωράρια κάτω από συνθήκες έντονου στρες, καθώς από τη δική μας ταχύτητα και ακρίβεια εξαρτάται η διάγνωση και η ζωή των ασθενών.
Είναι οξύμωρο και προκλητικό: Ενώ εργαζόμαστε στον ίδιο ακριβώς χώρο, κάτω από τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες και εκτεθειμένοι στους ίδιους ακριβώς κινδύνους με άλλες ειδικότητες της υγείας που ορθώς είναι ενταγμένες στα ΒΑΕ, εμείς εξαιρούμαστε. Ο κίνδυνος της μόλυνσης ή της τοξικότητας δεν κάνει διακρίσεις ανάλογα με τον τίτλο σπουδών.
Τα Αιτήματά μας
Δεν ζητάμε προνόμια. Ζητάμε την αυτονόητη και δίκαιη αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στο κοινωνικό σύνολο.
Απαιτούμε:
Την άμεση νομοθετική ρύθμιση για την ένταξη όλων των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Την ευθυγράμμιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών μας δικαιωμάτων με τις πραγματικές, φθοροποιές συνθήκες της εργασίας μας.
Τον τερματισμό του διαχωρισμού των εργαζομένων μέσα στο ίδιο το εργαστηριακό περιβάλλον.
Η υπομονή του κλάδου μας έχει εξαντληθεί. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να σταματήσει να μας αντιμετωπίζει ως εργαζόμενους δεύτερης κατηγορίας. Αν το σύστημα υγείας θέλει να βασίζεται σε ασφαλή και αξιόπιστα εργαστήρια, πρέπει πρώτα να σέβεται και να προστατεύει αυτούς που τα λειτουργούν.
Δεν θα σταματήσουμε να διεκδικούμε το δίκαιο. Η ένταξη στα ΒΑΕ είναι θέμα υγείας, ασφάλειας και αξιορέπειας.
Οι γιατροί εργάζονται σε συνθήκες που εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και τη σωματική τους ακεραιότητα. Η καθημερινή έκθεση σε βιολογικούς και μικροβιολογικούς παράγοντες, σε ακτινοβολίες, σε συνθήκες αυξημένου ψυχοσωματικού στρες, καθώς και η εξουθένωση από τις συνεχείς εφημερίες, καθιστούν το επάγγελμά μας εξαιρετικά ανθυγιεινό και επίπονο.Αποτελεί κατάφωρη αδικία και άνιση μεταχείριση το γεγονός ότι, ενώ αναγνωρίζονται οι συνθήκες εργασίας για άλλες ειδικότητες υγείας οι γιατροί εξαιρούνται, ΓΙΑΤΙ;;;
Πρωτοφανής και αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός των φυσικοθεραπευτών από τα Βαρέα και
Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν
καθημερινά στον ίδιο χώρο και αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από
κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων. Οι φυσικοθεραπευτές καθημερινά
εργάζονται μέσα σε ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές, παθολογικές, νευρολογικές, κλινικές ειδικών
λοιμώξεων (covid) κ.α. Σηκώνουν ασθενείς βαρέως πάσχοντες, πολύ-καταγματίες. Ερχονται
σε επαφή με μεταδοτικές λοιμώξεις και ασθένειες, με βιολογικά υγρά και εκκρίσεις των
ασθενών τους. Η ένταξη των φυσικοθεραπευτών στα ΒΑΕ αποτελεί στοιχειώδη πράξη ισονομίας.
Οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες του συστήματος υγείας. Καθημερινά εργάζονται σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας, εργαστήρια και διαγνωστικές μονάδες, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάγνωση, την παρακολούθηση και τη θεραπεία των ασθενών. Παρ’ όλα αυτά, η εξαίρεσή τους από το καθεστώς των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αίσθημα αδικίας.
Οι επαγγελματίες αυτοί έρχονται καθημερινά σε επαφή με βιολογικά υλικά, όπως αίμα, ούρα, εκκρίσεις και άλλα δυνητικά μολυσματικά δείγματα. Εκτίθενται σε βιολογικούς, χημικούς και πολλές φορές φυσικούς κινδύνους, ενώ εργάζονται σε περιβάλλοντα όπου η συνεχής τήρηση αυστηρών πρωτοκόλλων ασφαλείας είναι απαραίτητη για την προστασία της υγείας τους. Η έκθεση σε λοιμογόνους παράγοντες, η διαχείριση επικίνδυνων ουσιών και η ψυχολογική πίεση που συνοδεύει την ευθύνη της εργαστηριακής διάγνωσης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους.
Η πανδημία της COVID-19 ανέδειξε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τον κρίσιμο ρόλο των εργαστηριακών επιστημόνων και τεχνολόγων. Χιλιάδες δείγματα εξετάστηκαν κάτω από συνθήκες αυξημένου κινδύνου, με τους εργαζόμενους να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της διαγνωστικής διαδικασίας. Η προσφορά τους αναγνωρίστηκε από την κοινωνία, όμως η θεσμική αναγνώριση εξακολουθεί να παραμένει ελλιπής.
Είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί επαγγελματίες που εργάζονται καθημερινά με μολυσματικό υλικό και επικίνδυνους παράγοντες δεν αντιμετωπίζονται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται σε άλλες ειδικότητες του χώρου της υγείας. Η ίση μεταχείριση και η αντικειμενική αξιολόγηση των συνθηκών εργασίας θα έπρεπε να αποτελούν βασικές αρχές κάθε σύγχρονης πολιτείας.
Η κυβέρνηση καλείται να επανεξετάσει το ζήτημα με γνώμονα τα πραγματικά δεδομένα της εργασιακής καθημερινότητας των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η ένταξή τους στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αναγνώριση των συνθηκών υπό τις οποίες εργάζονται και της πολύτιμης συμβολής τους στη δημόσια υγεία.
Μια δίκαιη πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει έμπρακτα όσους στηρίζουν το Εθνικό Σύστημα Υγείας και προστατεύουν καθημερινά την υγεία των πολιτών. Οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων αξίζουν αυτή την αναγνώριση.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η ένταξη στα ΒΑΕ των νοσηλευτών όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης αποτελεί ένα δίκαιο μετρό για τους νέους του χώρου .Για τους παλιούς εργαζομένους αποτελεί μια ακόμη αδικία καθώς θα έπρεπε να αποζημιωθούμε για όλα αυτά τα χρόνια που προσφέρουμε σε αυτό το επάγγελμα και όχι να καλούμαστε να πληρώσουμε από το υστέρημα μας .
Προσωπικά ως ΔΕ νοσηλεύτρια με με τρία χρονιά σπουδών και 28 χρονιά στο χώρο, έχω κάνει την επιλογή να απομακρυνθώ από έναν εργασιακό χώρο που είναι γεμάτος θεσμικές αδικίες. Σπούδασα άλλο αντικείμενο διαθέτω πτυχίο ΠΕ άλλης εκπαίδευσης ,δεν είμαι η μοναδική υπάρχουν χιλιάδες ΔΕ που έχουν επιλέξει να σπουδάσουν για να φύγουν από έναν επαγγελματικό χώρο που ευνοεί της ανισότητες .
Θα μας ωφελούσε να έχουμε δικαίωμα σε μετάταξη , δικαίωμα συμμέτοχης στην κινητικότητα και να αξιοποιηθούμε από τις υπηρεσίες μας σε ανάλογες θέσεις των ακαδημαϊκών μας σπουδών
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Πρωτοφανής και αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός των φυσικοθεραπευτών από τα Βαρέα και
Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν
καθημερινά στον ίδιο χώρο και αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από
κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων. Οι φυσικοθεραπευτές καθημερινά
εργάζονται μέσα σε ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές, παθολογικές, νευρολογικές, κλινικές ειδικών
λοιμώξεων (covid) κ.α. Σηκώνουν ασθενείς βαρέως πάσχοντες, πολυκαταγματίες, έρχονται
σε επαφή με μεταδοτικές λοιμώξεις και ασθένειες, με βιολογικά υγρά και εκκρίσεις των
ασθενών τους. Η ένταξη των φυσικοθεραπευτών στα ΒΑΕ αποτελεί στοιχειώδη πράξη ισονομίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Να συμπεριληφθούν και οι σχολικοί νοσηλευτές στις διατάξεις του άρθρου 38 και στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Οι σχολικοί νοσηλευτές είναι πτυχιούχοι νοσηλευτές που ασκούν καθημερινά νοσηλευτικό έργο και εκτίθενται σε βιολογικούς παράγοντες και επαγγελματικούς κινδύνους, οι οποίοι αποτελούν τη βάση ένταξης των νοσηλευτών στα ΒΑΕ. Στο πλαίσιο των καθηκόντων τους πραγματοποιούν μετρήσεις σακχάρου, χορήγηση ινσουλίνης και φαρμακευτικής αγωγής, αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων, τραυματισμών και αιμορραγιών, με συστηματική επαφή με αίμα, σάλιο και άλλα βιολογικά υγρά.
Παράλληλα, αποτελούν συχνά τον μοναδικό επαγγελματία υγείας στη σχολική μονάδα, έχοντας την αποκλειστική ευθύνη για την άμεση διαχείριση επειγόντων περιστατικών μέχρι την άφιξη εξειδικευμένης βοήθειας. Η επαγγελματική ευθύνη, η ψυχική επιβάρυνση και οι συνθήκες άσκησης του νοσηλευτικού έργου είναι αντίστοιχες με εκείνες που η Πολιτεία αναγνωρίζει για άλλους νοσηλευτές μέσω της ένταξής τους στα ΒΑΕ.
Η διαφορετική αντιμετώπιση νοσηλευτών με την ίδια επιστημονική ιδιότητα, άδεια άσκησης επαγγέλματος και έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους, αποκλειστικά λόγω του φορέα απασχόλησης, δεν συνάδει με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό ζητείται η ρητή συμπερίληψη των σχολικών νοσηλευτών στις σχετικές διατάξεις.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Οι λήψεις των κολπικών και τραχηλικων επιχρισμάτων που καταλήγουν στα Μικροβιολογικά εργαστήρια γίνονται από τις Μαίες/τες των Κέντρων Υγείας και των Νοσοκομείων! Ερχόμαστε σε επαφή με βιολογικά υγρά,και με αφροδίσια νοσήματα! Με ποια λογική εξαιρούνται οι Μαίες από τα Βαρέα και Ανθυγιεινα;
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός των φυσικοθεραπευτών από τα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν στον ίδιο χώρο και αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων. Οι φυσικοθεραπευτές καθημερινά εργάζονται μέσα σε ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές, παθολογικές, νευρολογικές, κλινικές ειδικών
λοιμώξεων (covid) κ.α. Σηκώνουν ασθενείς βαρέως πάσχοντες, πολύ-καταγματίες. Ερχονται σε επαφή με μεταδοτικές λοιμώξεις και ασθένειες, με βιολογικά υγρά και εκκρίσεις των
ασθενών τους. Η ένταξη των φυσικοθεραπευτών στα Βαρεα και Ανθυγιεινα Επαγγελματα αποτελεί στοιχειώδη πράξη ισονομίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Μετά το δίκαιο αίτημα με τα βαρέα για το νοσηλευτικό προσωπικό,το επόμενο που ζητάει το 95% από το νοσηλευτικό προσωπικό των εργαζομενων στο ΕΣΥ είναι ο ενιαίος κλάδος νοσηλευτικού προσωπικού όπως είναι η αστυνομία στρατός πυροσβεστική λιμενικό και δικαστικό σώμα.Ο αγώνας μας για ενιαίο κλάδο είναι πάγιο και διαρκές αίτημα και ευτυχώς αυτό το αίτημα το στηρίζει η συντριπτική πλειοψηφία της νοσηλευτικής κοινότητας.2 κλάδοι ούτε τον άλλο αιωνα…Από ένα νοσηλευτή ΠΕ κατηγορίας δε θα πουλήσουμε τους αγαπημένους μας συναδέλφους.
Πρωτοφανής και αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός των φυσικοθεραπευτών από τα Βαρέα και
Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν
καθημερινά στον ίδιο χώρο και αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από
κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων. Οι φυσικοθεραπευτές καθημερινά
εργάζονται μέσα σε ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές, παθολογικές, νευρολογικές, κλινικές ειδικών
λοιμώξεων (covid) κ.α. Σηκώνουν ασθενείς βαρέως πάσχοντες, πολύ-καταγματίες. Ερχονται
σε επαφή με μεταδοτικές λοιμώξεις και ασθένειες, με βιολογικά υγρά και εκκρίσεις των
ασθενών τους. Η ένταξη των φυσικοθεραπευτών στα ΒΑΕ αποτελεί στοιχειώδη πράξη ισονομίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον νέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελε
ί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Μια παραδεχόμενη αλλά… αδιόρθωτη από το κράτος αδικία αποτελεί η ένταξη του νοσηλευτικού προσωπικού στα βαρέα.
Όχι μόνο πρέπει να πληρώσουμε για την αναγνώριση των προηγούμενων ετών αλλά μετατίθεται συνεχώς και η ημερομηνία έναρξης ισχύος εφαρμογής της διάταξης.
Συνεπώς δεν αναγνωρίζει τίποτα το κράτος σε ανθρώπους που εργάζονται στο Ε.Σ.Υ άνω των 30 ετών και σήμερα κοντεύουν αν όχι είναι μεγαλύτεροι των 60.
Συγχαρητήρια στους φωστήρες που επινόησαν αυτή την γελοιότητα βαπτίζοντας την αποκατάσταση αδικίας!!!
Μήπως μπορεί να μας απαντήσει κάποιος γιατί να επιλέξει ένας 60άρης την υπαγωγή του στα Β.Α.Ε όταν στη καλύτερη περίπτωση κληθεί να καταβάλει 70 και 80 ευρώ το μήνα για να φύγει απλά 1 έτος νωρίτερα από ότι θα έφευγε και μάλιστα με συντελεστή αναπλήρωσης συνταξης μικρότερο ένεκα 35ετίας:::
Ένα καλοστημένο τρυκ απλά για να εξανεμισθεί η πολυδιαφημισμένη αύξηση των 30 ευρώ ζητώντας ο εργαζόμενος να καταβάλει 70, απλά για γέλια…
Και ούτε καν η στοιχειώδης ευθιξία να αναγνωρίσει το ίδιο το κράτος αυτοδικαίως τα διανυθέντα έτη από το 2011 έως το 2026.
Αν τα διαβάζει αυτά κάποιος από τους υπεύθυνους σε υπουργεία και κυβέρνηση μία είναι μόνο η λέξη που αξίζει να κρατήσουν, ΝΤΡΟΠΗ!!!
Πρωτοφανής και αδικαιολόγητος ο αποκλεισμός των φυσικοθεραπευτών από τα Βαρέα και
Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Δεν μπορεί να επιβάλλεται διαχωρισμός ανάμεσα σε εργαζομένους που υπηρετούν
καθημερινά στον ίδιο χώρο και αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους και στηρίζουν από
κοινού τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων. Οι φυσικοθεραπευτές καθημερινά
εργάζονται μέσα σε ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές, παθολογικές, νευρολογικές, κλινικές ειδικών
λοιμώξεων (covid) κ.α. Σηκώνουν ασθενείς βαρέως πάσχοντες, πολύ-καταγματίες. Ερχονται
σε επαφή με μεταδοτικές λοιμώξεις και ασθένειες, με βιολογικά υγρά και εκκρίσεις των
ασθενών τους. Η ένταξη των φυσικοθεραπευτών στα ΒΑΕ αποτελεί στοιχειώδη πράξη ισονομίας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 αναγνωρίζει ρητά ως χώρους που δικαιολογούν υπαγωγή στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μεταξύ άλλων, τα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας. Στη συνέχεια, απαριθμεί τις ειδικότητες που υπάγονται στη ρύθμιση: νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασωστών – ειδικότητες που δεν απασχολούνται καθόλου εντός των εν λόγω εργαστηρίων.
Το άρθρο, ωστόσο, παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηρίων αυτών, καθώς και των υπόλοιπων εργαστηριακών μονάδων όπως Αιματολογικά, Κυτταρολογικά, Παθολογοανατομικά, Ανοσολογικά, Εργαστήρια Αιμοδοσίας και άλλων διαγνωστικών εργαστηρίων. Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή. Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Ο κλάδος Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων και Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων
Μια παραδεχόμενη αλλά… αδιόρθωτη από το κράτος αδικία αποτελεί η ένταξη του νοσηλευτικού προσωπικού στα βαρέα.
Όχι μόνο πρέπει να πληρώσουμε για την αναγνώριση των προηγούμενων ετών αλλά μετατίθεται συνεχώς και η ημερομηνία έναρξης ισχύος εφαρμογής της διάταξης.
Συνεπώς δεν αναγνωρίζει τίποτα το κράτος σε ανθρώπους που εργάζονται στο Ε.Σ.Υ άνω των 30 ετών και σήμερα κοντεύουν αν όχι είναι μεγαλύτεροι των 60.
Συγχαρητήρια στους φωστήρες που επινόησαν αυτή την γελοιότητα βαπτίζοντας την αποκατάσταση αδικίας!!!
Μήπως μπορεί να μας απαντήσει κάποιος γιατί να επιλέξει ένας 60άρης την υπαγωγή του στα Β.Α.Ε όταν στη καλύτερη περίπτωση κληθεί να καταβάλει 70 και 80 ευρώ το μήνα για να φύγει απλά 1 έτος νωρίτερα από ότι θα έφευγε και μάλιστα με συντελεστή αναπλήρωσης συνταξης μικρότερο ένεκα 35ετίας:::
Ένα καλοστημένο τρυκ απλά για να εξανεμισθεί η πολυδιαφημισμένη αύξηση των 30 ευρώ ζητώντας ο εργαζόμενος να καταβάλει 70, απλά για γέλια…
Και ούτε καν η στοιχειώδης ευθιξία να αναγνωρίσει το ίδιο το κράτος αυτοδικαίως τα διανυθέντα έτη από το 2011 έως το 2026.
Αν τα διαβάζει αυτά κάποιος από τους υπεύθυνους σε υπουργεία και κυβέρνηση μία είναι μόνο η λέξη που αξίζει να κρατήσουν, ΝΤΡΟΠΗ!!!
Το άρθρο παραλείπει πλήρως τους επαγγελματίες που αποτελούν τον λειτουργικό πυρήνα των εργαστηριακών μονάδων.
Πρόκειται για τον κλάδο Βιοϊατρικών Επιστημών (Ειδικότητα Ιατρικά Εργαστήρια), τους Τεχνολόγους Ιατρικών Εργαστηρίων και τους Βοηθούς Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων – εκείνους που καθημερινά εκτελούν τις προαναλυτικές, αναλυτικές και μετα-αναλυτικές διαδικασίες (παραλαμβάνουν, διαχειρίζονται, επεξεργάζονται, αναλύουν και αποθηκεύουν βιολογικά δείγματα).
Η αντίφαση είναι σαφής: αναγνωρίζεται η επικινδυνότητα του χώρου, αλλά όχι αυτή των εργαζομένων που τον λειτουργούν. Η παράλειψη αυτή δεν συνάδει ούτε με την επιστημονική τεκμηρίωση ούτε με προγενέστερες αναγνωρίσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατο υπόμνημα της Ελληνικής Εταιρείας Βιοασφάλειας, η επαγγελματική επικινδυνότητα στα κλινικά διαγνωστικά εργαστήρια αξιολογείται ως μέτρια προς υψηλή.
Επιπλέον, η γνωστή «Λίστα Μπεχράκη» περιλάμβανε ρητά τον κλάδο των Τεχνολόγων Ιατρικών Εργαστηρίων. Η πανδημία COVID-19, κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διεξήγαγαν μαζικά διαγνωστικά τεστ υπό συνθήκες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τον κρίσιμο ρόλο τους και τη διαρκή έκθεσή τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εξαίρεση των εν λόγω επαγγελματιών από το άρθρο 38 αλλα και η μη ένταξή τους στην Α κατηγορία νθυγιεινού επιδόματος, δεν συνιστά απλή νομοθετική παράλειψη, αλλά εγγενή αντίφαση που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Για τον λόγο αυτό, η συμπερίληψή τους στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 αποτελεί προϋπόθεση για τη συνοχή και την ουσιαστική λειτουργία της ρύθμισης.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα αποτελεί μια θετική και αναγκαία πρωτοβουλία, η οποία αναγνωρίζει, έστω και καθυστερημένα, τις ιδιαίτερα απαιτητικές και επιβαρυντικές συνθήκες του νοσηλευτικού επαγγέλματος.
Ωστόσο, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν ευνοϊκοί όροι αναγνώρισης του προϋπηρεσιακού χρόνου, χωρίς υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων, καθώς η μη ένταξη των νοσηλευτών στα ΒΑΕ επί σειρά ετών δεν οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα.
Παράλληλα, ζητούμε τη διασφάλιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και της αξιοποίησης των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης, καθώς και τη θεσμοθέτηση διακριτού κλάδου Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και ξεχωριστού κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, με σαφές επαγγελματικό πλαίσιο και προοπτικές εξέλιξης.
Η αναβάθμιση των αποφοίτων των πρώην ΤΕΙ πρέπει να αποτυπωθεί και υπηρεσιακά και μισθολογικά. Ταυτόχρονα, η χρόνια υποστελέχωση, οι αυξημένες ευθύνες, οι κυλιόμενες βάρδιες και η επαγγελματική εξουθένωση καθιστούν αναγκαία τη μισθολογική ενίσχυση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η ουσιαστική στήριξη των νοσηλευτών αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση ενός ποιοτικού, αποτελεσματικού και βιώσιμου Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Να τροποποιηθεί το νομοσχέδιο ώστε να συμπεριλάβει ρητά και το Επιστημονικό Μη Ιατρικο Προσωπικο των Νοσοκομειακών Εργαστηρίων (Χημικούς, Βιοχημικούς, Βιολόγους κ.ά.)!
Η προτεινόμενη διάταξη κινείται αναμφίβολα προς θετική κατεύθυνση ως προς την αναγνώριση των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων του Ε.Σ.Υ. Ωστόσο, δημιουργεί μία νέα και ιδιαίτερα σοβαρή ανισότητα, καθώς εξαιρεί το επιστημονικό προσωπικό Εργαστηρίων των Νοσοκομείων, δηλαδή τους Χημικούς, Βιοχημικούς, Βιολόγους και λοιπούς συναφείς επιστήμονες, οι οποίοι εργάζονται καθημερινά στους ίδιους χώρους, υπό τις ίδιες συνθήκες και εκτίθενται στους ίδιους βιολογικούς και χημικούς κινδύνους.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι το άρθρο 38 αναφέρεται ρητά στα Μικροβιολογικά και Βιοχημικά Εργαστήρια, αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα του χώρου εργασίας, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει το ευεργέτημα αποκλειστικά σε ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες, αποκλείοντας τους επιστήμονες που αποτελούν τον βασικό πυρήνα λειτουργίας των εργαστηρίων αυτών.
Η διάκριση αυτή δεν φαίνεται να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που σχετίζονται με τη φύση της εργασίας, τις συνθήκες απασχόλησης ή την έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους. Αντιθέτως, εργαζόμενοι που βρίσκονται στον ίδιο εργασιακό χώρο, χειρίζονται τα ίδια βιολογικά δείγματα, έρχονται σε επαφή με τους ίδιους χημικούς και βιολογικούς παράγοντες και συμμετέχουν στην ίδια διαγνωστική διαδικασία αντιμετωπίζονται διαφορετικά ως προς το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό τους καθεστώς.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να αναγνωρίζει την επικινδυνότητα ενός χώρου εργασίας για ορισμένους εργαζόμενους και ταυτόχρονα να την αγνοεί για άλλους που εργάζονται στον ίδιο χώρο και υπό τις ίδιες συνθήκες.
Ταυτοχρόνως δε συμπεριλαμβάνονται στο συνόλο τους τα Εργαστήρια του Εργαστηριακού Τομέα των Νοσοκομείων (Π.χ. Παθολογοανατομικά, Αιματολογικά κ.ο.κ.), αποκλείοντας σημαντικό αριθμό εργαζομένων που έρχονται σε επαφή με τους χημικούς και βιολογικούς παράγοντες και συμμετέχουν σε διαγνωστικές διαδικασίες.
Η ίση μεταχείριση δεν μπορεί να εξαρτάται από τον επαγγελματικό τίτλο του εργαζομένου όταν οι συνθήκες εργασίας, οι κίνδυνοι και η προσφορά στο δημόσιο σύστημα υγείας είναι κοινά.
Επιπλέον να τονιστούν οτι ζητήματα εγείρονται και σε άλλα θεματα όπως:
1) το Επιστημονικό προσωπικό των Νοσοκομείων ενώ πρέπει να είναι ισα αμειβόμενο για ίση εργασία δεν είναι ίδια φορολογούμενο για ίδια εργασία και 2) η αύξηση της φορολόγησης μέσω των παραπάνω κρατήσεων χωρίς την αυξηση των απολαβών οδήγεί στην περαιτέρω οικονομική πιεση των εργαζομένων.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος), της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας, καθώς και με τη γενική αρχή της ίσης αντιμετώπισης εργαζομένων που τελούν υπό όμοιες συνθήκες εργασίας, δημιουργώντας εργαζομένους πολλών ταχυτήτων γεγονός που ενισχύει τόσο τη διαιώνιση όσο και τη δημιουργία μισθολογικών, ασφαλιστικών και φορολογιών στρεβλώσεων.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 38 ώστε να συμπεριλάβει και το επιστημονικό προσωπικό των Μικροβιολογικών, Βιοχημικών και λοιπών εργαστηρίων των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. (Χημικούς, Βιοχημικούς, Βιολόγους και συναφείς επιστήμονες), οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες επαγγελματικού κινδύνου και επιβάρυνσης αλλά και του εργαζόμενους στους εργαστηριακούς τομείς των Νοσοκομείων εν γενει.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα αποτελεί μια θετική και αναγκαία εξέλιξη, καθώς αναγνωρίζει τις πραγματικές συνθήκες εργασίας που βιώνουν καθημερινά οι νοσηλευτές επί δεκαετίες. Η αναγνώριση αυτή, όμως, πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστικά μέτρα που θα αποκαθιστούν διαχρονικές αδικίες και θα ενισχύουν έμπρακτα το νοσηλευτικό επάγγελμα.
Ζητούμε η αναγνώριση του χρόνου στα ΒΑΕ να πραγματοποιηθεί με ευνοϊκούς όρους και χωρίς δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων, δεδομένου ότι η καθυστέρηση ένταξης του κλάδου δεν οφείλεται στους ίδιους. Παράλληλα, πρέπει να διασφαλιστεί η δυνατότητα αξιοποίησης όλων των θεσμοθετημένων πλασματικών χρόνων ασφάλισης, ώστε οι νοσηλευτές να μην υποχρεώνονται να επιβαρύνονται επιπλέον για να εξασφαλίσουν αξιοπρεπείς συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις.
Επιπλέον, είναι αναγκαία η θεσμοθέτηση ξεχωριστού κλάδου Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ, καθώς και διακριτού κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, με σαφώς καθορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα, αρμοδιότητες και προοπτικές εξέλιξης. Η ακαδημαϊκή και επαγγελματική αναβάθμιση των πρώην ΤΕΙ και η ισότιμη αντιμετώπιση των αποφοίτων τους πρέπει να αποτυπωθούν και στο υπηρεσιακό και μισθολογικό καθεστώς.
Η χρόνια υποστελέχωση, οι αυξημένες ευθύνες, οι κυλιόμενες βάρδιες, η έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους και η επαγγελματική εξουθένωση καθιστούν επιτακτική την ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού. Η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο τον καθοριστικό ρόλο των νοσηλευτών στη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας και η προσφορά αυτή πρέπει να αναγνωριστεί έμπρακτα.
Η ενίσχυση του νοσηλευτικού επαγγέλματος, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η θεσμική αναγνώριση και η δίκαιη μισθολογική και ασφαλιστική μεταχείριση αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για ένα ισχυρό και βιώσιμο Δημόσιο Σύστημα Υγείας.
Με αφορμή την ένταξη των νοσηλευτών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), επιθυμώ να εκφράσω την ικανοποίησή μου για τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία, η οποία αποτελεί ένα σημαντικό βήμα αναγνώρισης των ιδιαίτερα απαιτητικών συνθηκών υπό τις οποίες ασκείται το νοσηλευτικό έργο. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του μέτρου δεν θα συνεπάγεται αναδρομικές οικονομικές ή ασφαλιστικές επιβαρύνσεις για τους ήδη υπηρετούντες νοσηλευτές.
Επιπροσθέτως, παρακαλώ να εξεταστεί η δυνατότητα αναγνώρισης της προϋπηρεσίας με δίκαιο και ευνοϊκό τρόπο, καθώς και η αξιοποίηση των προβλεπόμενων πλασματικών ετών ασφάλισης, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκομίσουν ουσιαστικά οφέλη από τη νέα ρύθμιση.
Ιδιαίτερης σημασίας θεωρείται επίσης η θεσμοθέτηση διακριτών κλάδων για τους Νοσηλευτές ΠΕ-ΤΕ και τους Βοηθούς Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και η αναβάθμιση των αποδοχών του νοσηλευτικού προσωπικού, ως έμπρακτη αναγνώριση της καθοριστικής συμβολής του στη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας.
Η Πολιτεία καλείται να προχωρήσει σε στοχευμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν ουσιαστικά το νοσηλευτικό επάγγελμα, διασφαλίζοντας συνθήκες δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και θεσμικής αναγνώρισης της πολύτιμης προσφοράς των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Καλημέρα.
Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τι θα πει ο όρος πως η κυβέρνηση αναγνωρίζει και διορθώνει μία αδικία των δημοσίων υπάλληλων που εργαζόταν στο Ε.Σ.Υ προ του 2011 όταν τους ζητά να πληρώσουν οι ίδιοι την αναγνώριση!!!
Αν μη τι άλλο θα έπρεπε τουλάχιστον από 01-01-2011 και έως σήμερα τουλάχιστον να αναγνωρισθούν τα διανυθέντα έτη αυτοδικαίως στο καθεστώς των βαρέων χωρίς καμία επιβάρυνση του προσωπικού.
Κατά τα άλλα γίνεται κοινωνική πολιτική με τα δώρα και τον 13 μισθό που μας έκοψαν οριστικά μοιράζοντας τα σε ενισχύσεις τύπου voucher αλλά την αναγνώριση πρέπει να την πληρώσουμε μόνοι μας!!!
Αν αναγνωρίζετε κύριοι την αδικία όπως εσείς οι ίδιοι επικαλείστε τώρα είναι η ευκαιρία να το αποδείξετε.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το π@δημα!!!
Με αφορμή την ένταξη των νοσηλευτών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), θα ήθελα να εκφράσω την ικανοποίησή μου για αυτή τη σημαντική εξέλιξη. Ωστόσο, θεωρώ απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του μέτρου δεν θα επιφέρει αναδρομικές οικονομικές ή ασφαλιστικές επιβαρύνσεις στους ήδη υπηρετούντες νοσηλευτές.
Παράλληλα, ζητώ να εξεταστεί η δυνατότητα αναγνώρισης της προϋπηρεσίας με δίκαιο και ευνοϊκό τρόπο, καθώς και η αξιοποίηση των προβλεπόμενων πλασματικών ετών ασφάλισης, ώστε οι εργαζόμενοι να επωφεληθούν ουσιαστικά από τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Επιπλέον, θεωρώ αναγκαία τη θεσμοθέτηση δύο ξεχωριστών κλάδων για τους Νοσηλευτές ΠΕ-ΤΕ και τους Βοηθούς Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και την αναβάθμιση των αποδοχών του νοσηλευτικού προσωπικού, σε αναγνώριση του κρίσιμου ρόλου που επιτελεί καθημερινά στο σύστημα υγείας.
Είναι σημαντικό η Πολιτεία να προχωρήσει σε παρεμβάσεις που θα ενισχύουν έμπρακτα το νοσηλευτικό επάγγελμα, διασφαλίζοντας συνθήκες δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και ουσιαστικής αναγνώρισης της προσφοράς των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Ως νοσηλεύτρια του ΕΣΥ, θεωρώ ιδιαίτερα θετική την ένταξη των νοσηλευτών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ). Παράλληλα, θα ήθελα να ζητήσω τη διασφάλιση ότι δεν θα προκύψει καμία οικονομική ή ασφαλιστική επιβάρυνση για τα έτη υπηρεσίας που έχουν ήδη διανυθεί.
Παρακαλώ να εξεταστεί η αναγνώριση της προϋπηρεσίας μου με ευνοϊκούς όρους, καθώς και η δυνατότητα αξιοποίησης των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης, ώστε η εφαρμογή του μέτρου να αποφέρει ουσιαστικά οφέλη στους εργαζομένους.
Επιπλέον, κρίνω ιδιαίτερα σημαντική τη δημιουργία διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και τη μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού, ως έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς του και των αυξημένων επαγγελματικών του ευθυνών.
Πιστεύω ότι η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, η οποία θα αναγνωρίζει ουσιαστικά και έμπρακτα το έργο των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η ένταξη των νοσηλευτών στα ΒΑΕ είναι ένα θετικό μέτρο που αναγνωρίζει το σημαντικό έργο που επιτελούμε ,ωστόσο χρήζει διορθώσεων
Αναγνώριση του ασφαλιστικού χρόνου απο το 2011 ως σήμερα με ευνικούς όρους αν όχι δωρεάν
Πλήρης σύνταξη στα 62
6ωρο-5ήμερο -30ωρο για τους εργαζόμενους στο κυκλικό ωράριο(βάρδιες)
Παύση απ τις νυχτερινές βάρδιες για τους άνω των 55.
Η προτεινόμενη ρύθμιση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα θεσμικής συνέπειας και ίσης μεταχείρισης, καθώς οι Τεχνολόγοι Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας και οι Βοηθοί Ραδιολογίας – Ακτινολογίας που υπηρετούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας εξαιρούνται από την ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (Β.Α.Ε.), παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της Επιτροπής Μπεχράκη.
Η εξαίρεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα συμπεράσματα και τις εισηγήσεις της αρμόδιας επιτροπής, η οποία ήδη από το 2020 αναγνώρισε ότι οι συγκεκριμένοι επαγγελματίες υγείας εργάζονται υπό συνθήκες που δικαιολογούν την ένταξή τους στο καθεστώς των Β.Α.Ε. Μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιοποιηθεί νεότερο πόρισμα ούτε έχει προκύψει νέα επιστημονική ή θεσμική τεκμηρίωση που να αιτιολογεί τη διαφοροποίηση αυτή.
Οι Τεχνολόγοι Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας του ΕΣΥ παρέχουν καθημερινά υπηρεσίες σε περιβάλλοντα αυξημένης επικινδυνότητας και ιδιαίτερων επαγγελματικών απαιτήσεων. Στο πλαίσιο των καθηκόντων τους διαχειρίζονται συστήματα ιοντιζουσών και μη ιοντιζουσών ακτινοβολιών, ενώ παράλληλα προσφέρουν φροντίδα σε νοσηλευόμενους ασθενείς σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας, χειρουργεία, μονάδες αποκατάστασης, κλινικές λοιμώξεων και άλλες εξειδικευμένες δομές υγείας. Η καθημερινή επαγγελματική τους δραστηριότητα συνεπάγεται έκθεση σε βιολογικούς, φυσικούς και εργονομικούς κινδύνους, αντίστοιχους με εκείνους άλλων επαγγελματικών κατηγοριών που προβλέπεται να ενταχθούν στα Β.Α.Ε.
Η Πολιτεία ορθώς αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, διασωστών και λοιπών επαγγελματιών υγείας. Ωστόσο, η μη αντίστοιχη αναγνώριση των Τεχνολόγων Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας δημιουργεί αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων που υπηρετούν στο ίδιο σύστημα υγείας και αντιμετωπίζουν συγκρίσιμες επαγγελματικές επιβαρύνσεις.
Η ένταξη των Τεχνολόγων Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας – Ακτινολογίας στα Β.Α.Ε. δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση, αλλά εφαρμογή της αρχής της ισονομίας και της θεσμικής συνέπειας. Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος της Επιτροπής Μπεχράκη υπονομεύει την αξιοπιστία των θεσμικών διαδικασιών και δημιουργεί εργαζομένους διαφορετικών ταχυτήτων εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Για τους λόγους αυτούς, ζητούμε την άμεση συμπερίληψη των Τεχνολόγων Ακτινολογίας – Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας – Ακτινολογίας του ΕΣΥ στις διατάξεις περί Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, σύμφωνα με τις προβλέψεις του πορίσματος της Επιτροπής Μπεχράκη, προκειμένου να αποκατασταθεί η ίση μεταχείριση μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των θεσμικών αποφάσεων της Πολιτείας.
Είμαι νοσηλεύτρια του ΕΣΥ και θεωρώ θετική την ένταξη των νοσηλευτών στα ΒΑΕ. Ωστόσο, ζητώ να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει οικονομική ή ασφαλιστική επιβάρυνση για τα χρόνια υπηρεσίας που έχουν ήδη διανυθεί.
Παρακαλώ να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία μου με ευνοϊκούς όρους και να δοθεί η δυνατότητα αξιοποίησης των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης, ώστε το μέτρο να έχει ουσιαστικό όφελος για τους εργαζομένους.
Επιπλέον, θεωρώ σημαντική τη δημιουργία διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και τη μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού, σε αναγνώριση της προσφοράς και των αυξημένων ευθυνών του.
Πιστεύω ότι η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε μια δίκαιη λύση που θα αναγνωρίζει έμπρακτα το έργο των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Αποτελεί σοβαρή θεσμική ασυνέπεια, ο αποκλεισμός των Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας και των Βοηθών Ραδιολογίας Ακτινολογίας του ΕΣΥ από την ένταξη στα Β.Α.Ε., αν και περιλαμβάνονται ρητά στο πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη.
Ζητάμε άμεση αποκατάσταση της ισονομίας και εφαρμογή του πορίσματος χωρίς εξαιρέσεις.
Με την λόγω διάταξη στα Β.Α.Ε. εντάσσονται νοσηλευτές, βοηθοί νοσηλευτών, οδηγοί και διασώστες του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, αλλά όχι οι Τ.Α.Α. των δημόσιων νοσοκομείων. Η απόφαση αυτή είναι σε αντίθεση με το πόρισμα της επιτροπής Μπεχράκη, το οποίο από το 2020 έχει αξιολογήσει και εντάξει στους δικαιούχους και τους Τ.Α.Α του ΕΣΥ.
Σε ποιο θεσμικό πλαίσιο βασίζεται η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος και με ποιο επιχείρημα αποκλείονται επαγγελματίες που εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με όσους εντάσσονται στα ΒΑΕ; Από το 2020 δεν έχει εκδοθεί νέο πόρισμα ούτε έχει συσταθεί άλλη επιτροπή, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη κάθε διαφοροποίηση.
Οι Τ.Α.Α. που υπηρετούν στο ΕΣΥ εργάζονται καθημερινά σε ιδιαίτερα απαιτητικά και επικίνδυνα περιβάλλοντα διαχειριζόμενοι ιοντίζουσες και μη ακτινοβολίες. Πέραν των εργαστηρίων, παρέχουν φροντίδα επί κλίνης (ΜΕΘ, ΜΑΦ, χειρουργικές κλινικές, κλινικές αποκατάστασης, μονάδες λοιμώξεων, κλινικών COVID κ.α.),ερχόμενοι σε άμεση επαφή με βαρέως πάσχοντες και πολυτραυματίες.
Οι συνθήκες αυτές είναι απολύτως συγκρίσιμες με εκείνες των νοσηλευτών και των διασωστών, για τους οποίους η Πολιτεία ορθά αναγνωρίζει την ανάγκη ένταξης στα ΒΑΕ. Η μη ένταξη των Τ.Α.Α. συνιστά αδικία και υποβάθμιση της συμβολής τους στη λειτουργία του ΕΣΥ.
Η ένταξή μας στα ΒΑΕ δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά αυτονόητη πράξη θεσμικής συνέπειας. Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται το πόρισμα Μπεχράκη για ορισμένους κλάδους και να το αγνοεί για άλλους που περιλαμβάνονται στην ίδια λίστα.
Η επιλεκτική εφαρμογή του πορίσματος δημιουργεί εργαζόμενους «δύο ταχυτήτων» μέσα στο ίδιο σύστημα υγείας, υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπιστία των θεσμών.
Ζητάμε απο την Υπουργό Εργασίας, την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και τον Πρωθυπουργό να προχωρήσουν άμεσα στην ένταξη των Τ.Α.Α. στα Β.Α.Ε., αποκαθιστώντας την ισονομία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας.»
Είμαι νοσηλευτής/νοσηλεύτρια του Εθνικού Συστήματος Υγείας με πολυετή υπηρεσία σε ιδιαίτερα απαιτητικές και επιβαρυντικές συνθήκες εργασίας. Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) αποτελεί μια σημαντική και θετική εξέλιξη, ωστόσο στην προσωπική μου περίπτωση δημιουργείται εύλογη ανησυχία ως προς τον τρόπο εφαρμογής της, ώστε να μην προκύψει καμία οικονομική επιβάρυνση ή ασφαλιστική αδικία για τα χρόνια που έχω ήδη υπηρετήσει.
Για τον λόγο αυτό, ζητώ να αναγνωριστεί το σύνολο της νοσηλευτικής μου υπηρεσίας που έχει διανυθεί πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ με ευνοϊκούς όρους, καθώς και να μου δοθεί η δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του μέτρου θα έχει ουσιαστικό όφελος για εργαζομένους όπως εγώ, οι οποίοι επί σειρά ετών προσφέρουν τις υπηρεσίες τους υπό συνθήκες αυξημένης επαγγελματικής επιβάρυνσης.
Παράλληλα, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική τη δημιουργία δύο διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και την ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η αναγνώριση αυτή είναι απαραίτητη για την αποτύπωση των αυξημένων ευθυνών, των απαιτήσεων του επαγγέλματος και της καθοριστικής συμβολής μας στην εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων δομών υγείας.
Πιστεύω ότι η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση που θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες εργασίας και τη διαχρονική προσφορά των νοσηλευτών, αναγνωρίζοντας έμπρακτα την επαγγελματική ευθύνη και το έργο που επιτελούμε καθημερινά στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η ένταξη των νοσηλευτών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) συνιστά μια ιδιαίτερα σημαντική και θετική θεσμική εξέλιξη. Ωστόσο, η εφαρμογή της δεν θα πρέπει να επιφέρει οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση στους εργαζομένους που υπηρετούν επί σειρά ετών υπό απαιτητικές και επιβαρυντικές συνθήκες.
Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαία η αναγνώριση του συνόλου της νοσηλευτικής υπηρεσίας που έχει διανυθεί πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ με ευνοϊκούς όρους, καθώς και η πλήρης αξιοποίηση των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης, ώστε να διασφαλιστεί η ουσιαστική εφαρμογή του μέτρου και η ίση μεταχείριση των εργαζομένων.
Παράλληλα, θεωρούμε επιβεβλημένη τη δημιουργία διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και την ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού, σε αναγνώριση του κρίσιμου ρόλου που επιτελεί στη λειτουργία και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει στη διαμόρφωση μιας δίκαιης, βιώσιμης και αποτελεσματικής λύσης, η οποία θα αναγνωρίζει έμπρακτα τη διαχρονική συμβολή, την επαγγελματική ευθύνη και την πολύτιμη προσφορά των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ) αποτελεί μια θετική εξέλιξη, η οποία, ωστόσο, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση για τους εργαζομένους.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητούμε την αναγνώριση του συνόλου της νοσηλευτικής υπηρεσίας που έχει διανυθεί πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ με ευνοϊκούς όρους, καθώς και την πλήρη αξιοποίηση των προβλεπόμενων πλασματικών χρόνων ασφάλισης.
Παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία τη δημιουργία διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και την ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, η οποία θα αναγνωρίζει έμπρακτα τη σημαντική συμβολή και προσφορά των νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα ΒΑΕ είναι θετική, αλλά δεν πρέπει να επιβαρύνει οικονομικά τους εργαζομένους.
Ζητούμε την αναγνώριση του συνόλου της νοσηλευτικής υπηρεσίας πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ με ευνοϊκούς όρους, καθώς και την πλήρη αξιοποίηση των πλασματικών χρόνων.
Παράλληλα, ζητούμε τη δημιουργία διακριτών κλάδων Νοσηλευτών ΠΕ-ΤΕ και Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση.
Η Πολιτεία οφείλει να δώσει μια δίκαιη λύση που θα αναγνωρίζει έμπρακτα την προσφορά των νοσηλευτών στο ΕΣΥ.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα ΒΑΕ είναι μια θετική αλλά καθυστερημένη εξέλιξη. Η καθυστέρηση αυτή δεν πρέπει να μετατραπεί σε οικονομική επιβάρυνση για τους εργαζομένους.
Ζητούμε την αναγνώριση του συνόλου του χρόνου νοσηλευτικής υπηρεσίας πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ, με ευνοϊκούς όρους και χαμηλό κόστος εξαγοράς, καθώς και την πλήρη αξιοποίηση των πλασματικών χρόνων.
Για τους παλαιούς νοσηλευτές του ΕΣΥ, η νέα ρύθμιση πρέπει να προσφέρει ουσιαστικό συνταξιοδοτικό όφελος, χωρίς να απαιτείται επιπλέον εξαγορά ετών για αξιοπρεπή σύνταξη.
Παράλληλα, ζητούμε τη δημιουργία διακριτού κλάδου Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ και ξεχωριστού κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Η Πολιτεία οφείλει να δώσει μια δίκαιη και ουσιαστική λύση που θα αναγνωρίζει έμπρακτα τη διαχρονική προσφορά των νοσηλευτών στο ΕΣΥ.
Η ένταξη των νοσηλευτών του ΕΣΥ στα ΒΑΕ είναι μια θετική αλλά καθυστερημένη εξέλιξη. Η καθυστέρηση αυτή δεν πρέπει να μετατραπεί σε οικονομική επιβάρυνση για τους εργαζομένους.
Ζητούμε την αναγνώριση του συνόλου του χρόνου νοσηλευτικής υπηρεσίας πριν από την ένταξη στα ΒΑΕ, με ευνοϊκούς όρους και χαμηλό κόστος εξαγοράς, καθώς και την πλήρη αξιοποίηση των πλασματικών χρόνων.
Για τους παλαιούς νοσηλευτές του ΕΣΥ, η νέα ρύθμιση πρέπει να προσφέρει ουσιαστικό συνταξιοδοτικό όφελος, χωρίς να απαιτείται επιπλέον εξαγορά ετών για αξιοπρεπή σύνταξη.
Παράλληλα, ζητούμε τη δημιουργία διακριτού κλάδου Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ και ξεχωριστού κλάδου Βοηθών Νοσηλευτών ΔΕ, καθώς και ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση του νοσηλευτικού προσωπικού.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι η ανωτατοποίηση των Τ.Ε.Ι.που δεν υφίστανται πλέον σε πανεπιστήμια,οι παλαιοί διπλματούχοι νοσηλευτές Τ.Ε. πρέπει να γίνουν Π.Ε.,ένα μεγάλο μέρος διαθέτει μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών από πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Η Πολιτεία οφείλει να δώσει μια δίκαιη και ουσιαστική λύση που θα αναγνωρίζει έμπρακτα τη διαχρονική προσφορά των νοσηλευτών στο ΕΣΥ.