• Σχόλιο του χρήστη 'Χρήστος Πάσχος' | 6 Φεβρουαρίου 2026, 23:06

    Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 69 του ν. 5108/2024 είναι βαθιά προβληματική, ελλιπής και στην πράξη ανεφάρμοστη, καθώς αγνοεί πλήρως μια τεράστια κατηγορία ιδιοκτητών ρυμουλκούμενων τρέιλερ κατηγοριών Ο1 και Ο2 που δεν διαθέτουν Ειδικό Σημείωμα Ρυμούλκησης (Ε.Σ.Ρ.), χωρίς δική τους υπαιτιότητα. Ο νομοθέτης επιλέγει να ρυθμίσει αποκλειστικά τα ρυμουλκούμενα που διαθέτουν Ε.Σ.Ρ., αποφεύγοντας να θεσπίσει οποιοδήποτε σαφές, δίκαιο και ρεαλιστικό πλαίσιο νομιμοποίησης για τα χιλιάδες τρέιλερ που κυκλοφορούν επί δεκαετίες στη χώρα, τα οποία κατασκευάστηκαν, αγοράστηκαν ή μεταβιβάστηκαν σε εποχές όπου είτε δεν υπήρχε σχετική υποχρέωση είτε δεν υπήρχε σαφής προβλεπόμενη διαδικασία. Η παράλειψη αυτή δεν αποτελεί απλή αβλεψία, αλλά σοβαρή θεσμική αστοχία, η οποία δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων και οδηγεί σε πλήρες νομικό και πρακτικό αδιέξοδο όσους επιθυμούν σήμερα να συμμορφωθούν με τη νομιμότητα. Ιδιαίτερα προβληματική και αντιφατική είναι η απαίτηση διενέργειας επιθεώρησης από ΚΤΕΟ ή από τις Υπηρεσίες Μεταφορών, χωρίς να προβλέπεται ταυτόχρονα κανένας νόμιμος τρόπος μεταφοράς του ρυμουλκούμενου στον χώρο ελέγχου. Πώς ακριβώς αναμένεται ο ιδιοκτήτης ή ο πωλητής να προσκομίσει το τρέιλερ για τεχνικό έλεγχο, όταν: • απαγορεύεται ρητά η κυκλοφορία χωρίς άδεια και πινακίδες, • δεν προβλέπεται προσωρινή άδεια μετακίνησης αποκλειστικά για έλεγχο, • δεν υφίσταται ειδική πινακίδα δοκιμής ή μεταφοράς, • και κάθε ρυμούλκηση στον δημόσιο δρόμο επισύρει κυρώσεις; Η παραπάνω απαίτηση καθιστά τον νόμο ανεφάρμοστο στην πράξη, δημιουργώντας ένα κανονιστικό αδιέξοδο στο οποίο το ίδιο το κράτος απαγορεύει την κίνηση, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί φυσική παρουσία του οχήματος σε σημείο ελέγχου. Περαιτέρω, προκαλεί εύλογα ερωτήματα και η απαίτηση υποβολής βεβαίωσης μηχανολόγου μηχανικού, τη στιγμή που το ίδιο το ρυμουλκούμενο υποχρεώνεται, βάσει του παρόντος νόμου, να υποβληθεί σε επιθεώρηση από ΚΤΕΟ ή αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών. Δεν διευκρινίζεται: • ποιος ακριβώς είναι ο πρόσθετος ρόλος της βεβαίωσης του μηχανικού, • ποια τεχνικά στοιχεία καλύπτει που δεν ελέγχονται από το ΚΤΕΟ, • και για ποιον λόγο απαιτείται διπλός τεχνικός έλεγχος για το ίδιο όχημα. Η απαίτηση αυτή οδηγεί σε αλληλοεπικάλυψη ελέγχων, αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση των πολιτών και υπονομεύει τη λογική της ενιαίας, επίσημης κρατικής επιθεώρησης. Αν ο τεχνικός έλεγχος του ΚΤΕΟ κρίνεται επαρκής για την ασφάλεια και την καταλληλόλητα του ρυμουλκούμενου, τότε η πρόσθετη βεβαίωση μηχανικού καθίσταται περιττή. Αντιστρόφως, αν η βεβαίωση μηχανικού θεωρείται ουσιώδης, τότε ο ρόλος του ΚΤΕΟ αποδυναμώνεται και καθίσταται ασαφής. Αναρωτιέμαι αν τα δημόσια ΚΤΕΟ είναι σήμερα πράγματι έτοιμα και επαρκώς στελεχωμένα για να διενεργήσουν επιθεωρήσεις και να απορροφήσουν τον αυξημένο όγκο ρυμουλκούμενων κατηγοριών Ο1 και Ο2 που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος νόμου, χωρίς να δημιουργηθούν σοβαρές καθυστερήσεις και νέα πρακτικά αδιέξοδα για τους πολίτες. Η συνολική φιλοσοφία της ρύθμισης μετακυλίει όλο το βάρος στον πολίτη – με παράβολα, επιθεωρήσεις, πρόσθετες γνωματεύσεις και απειλή κυρώσεων – χωρίς να του παρέχει λειτουργικό και ρεαλιστικό μηχανισμό συμμόρφωσης. Αυτό αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης και ακυρώνει κάθε έννοια δικαιοσύνης και αναλογικότητας. Ο νόμος, όπως προτείνεται, δεν επιλύει προβλήματα· τα διογκώνει. Δεν αποκαθιστά τη νομιμότητα την καθιστά ανέφικτη. Δεν ενισχύει την οδική ασφάλεια ωθεί τους πολίτες είτε στην ακινησία είτε στην παρανομία. Ζητείται επιτακτικά: • ρητή πρόβλεψη διαδικασίας νομιμοποίησης και για ρυμουλκούμενα χωρίς Ε.Σ.Ρ., • σαφής αποσαφήνιση ή κατάργηση της διπλής απαίτησης τεχνικού ελέγχου (μηχανικός – ΚΤΕΟ), • και ένα πλαίσιο που να είναι λογικό, εφαρμόσιμο και δίκαιο, όχι τιμωρητικό και αποκομμένο από την πραγματικότητα. Σε διαφορετική περίπτωση, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και θα αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νομοθέτησης χωρίς επαφή με την τεχνική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας. Τέλος, η προτεινόμενη ρύθμιση αποτυγχάνει να απαντήσει σε ένα απολύτως κρίσιμο και πρακτικό ζήτημα: την περίπτωση ρυμουλκούμενων που μεταφέρουν σκάφη μεγάλου βάρους, π.χ. τριών (3) τόνων. Τα ρυμουλκούμενα αυτά δεν αποτελούν οριακές ή σπάνιες περιπτώσεις, αλλά χρησιμοποιούνται ευρέως και έχουν συγκεκριμένες τεχνικές απαιτήσεις μετακίνησης. Στην πράξη, τέτοια ρυμουλκούμενα δεν μπορούν να μεταφερθούν με εναλλακτικό τρόπο, μόνο ρυμουλκούνται Η προσέλευσή τους σε δημόσια ΚΤΕΟ, όπως ενδεικτικά στο ΚΤΕΟ Χολαργού, προϋποθέτει αναγκαστικά νόμιμη ρυμούλκηση σε κανονικές συνθήκες κυκλοφορίας. Ωστόσο, ο ίδιος ο νόμος απαγορεύει την κυκλοφορία χωρίς άδεια και πινακίδες και δεν προβλέπει καμία διαδικασία προσωρινής μετακίνησης αποκλειστικά για σκοπούς ελέγχου. Κατά συνέπεια, για τα βαρέα ρυμουλκούμενα η συμμόρφωση με τη ρύθμιση καθίσταται πρακτικά αδύνατη. Ο νόμος απαιτεί έναν τεχνικό έλεγχο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, δημιουργώντας ένα αδιέξοδο το οποίο δεν οφείλεται στον πολίτη, αλλά στον ίδιο τον σχεδιασμό της ρύθμισης. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει με σαφήνεια ότι το προτεινόμενο πλαίσιο δεν έχει διαμορφωθεί με βάση την πραγματική χρήση, το βάρος και τις τεχνικές ιδιαιτερότητες των ρυμουλκούμενων αυτών, με αποτέλεσμα να είναι ανεφάρμοστο στην πράξη και να χρήζει ουσιαστικής αναθεώρησης.