• Σχόλιο του χρήστη 'Αθανασία Τοπαλίδου' | 19 Φεβρουαρίου 2026, 14:41

    Παρατηρήσεις επί του Άρθρου 52 – Εκμίσθωση Ε.Ι.Χ. με οδηγό 1. Υποχρεωτική προκράτηση 30 λεπτών Η πρόβλεψη ελάχιστου χρόνου προκράτησης 30 λεπτών συνιστά σοβαρό περιορισμό στη λειτουργία της αγοράς Ε.Ι.Χ., καθώς αποκλείει ουσιαστικά τη δυνατότητα άμεσης ή σχεδόν άμεσης εξυπηρέτησης μέσω ψηφιακών εφαρμογών, που αποτελεί τον βασικό πυρήνα του σύγχρονου επιχειρηματικού μοντέλου. Η ευρωπαϊκή νομολογία έχει αντιμετωπίσει παρόμοιους περιορισμούς ως δυσανάλογους: Το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο (163/2025) έκρινε ότι υποχρεωτική αναμονή 20 λεπτών συνιστά οργανωτική επιβάρυνση που υπερβαίνει το όριο της αυστηρής αναγκαιότητας. Το Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (102/2024) ακύρωσε υποχρέωση προκράτησης 30 λεπτών, κρίνοντας ότι δημιουργεί αδικαιολόγητο εμπόδιο στην ελεύθερη επιχειρηματικότητα χωρίς αποδεδειγμένο όφελος για την κυκλοφορία, την ασφάλεια ή το περιβάλλον. Το Συμβούλιο της Επικρατείας (656/2024 και 625/2025) έχει ήδη κρίνει ότι χρονικοί περιορισμοί που δεν τεκμηριώνονται από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος είναι παράνομοι. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-50/21) έχει διευκρινίσει ότι η προστασία του οικονομικού συμφέροντος ενός κλάδου (π.χ. ταξί) δεν συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί περιορισμούς στην ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών. Δεν προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση ότι η υποχρεωτική αναμονή 30 λεπτών βελτιώνει μετρήσιμα την κυκλοφορία, την ασφάλεια ή την ποιότητα υπηρεσιών. Αντιθέτως, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η τεχνητή υποβάθμιση της υπηρεσίας Ε.Ι.Χ. και ο περιορισμός των επιλογών του καταναλωτή. 2. Ελάχιστη διάρκεια μίσθωσης (3 ώρες) και ελάχιστο μίσθωμα (90€ / 50€) Η υποχρεωτική ελάχιστη διάρκεια μίσθωσης τριών (3) ωρών, σε συνδυασμό με ελάχιστο μίσθωμα 90€, περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα βιώσιμης λειτουργίας των επιχειρήσεων Ε.Ι.Χ. και καθιστά την υπηρεσία απρόσιτη στο ευρύ κοινό. Η επιβολή κατώτατων τιμών έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως σοβαρός περιορισμός της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (Άρθρο 56 ΣΛΕΕ). Στις υποθέσεις C-94/04 (Cipolla) και C-531/06 (Επιτροπή κατά Ιταλίας), το ΔΕΕ έκρινε ότι τα συστήματα ελάχιστων τιμών: στερούν από τους παρόχους τη δυνατότητα ανταγωνισμού μέσω τιμής, περιορίζουν την πρόσβαση νέων και αποτελεσματικότερων επιχειρήσεων στην αγορά, δεν αποτελούν κατάλληλο μέσο διασφάλισης ποιότητας. Ιδιαίτερη προβληματική παρουσιάζει και η εσωτερική ασυνέπεια της ρύθμισης: η πρόβλεψη χαμηλότερου ελάχιστου μισθώματος (50€) για ηλεκτρικά οχήματα αποδεικνύει ότι η χαμηλότερη τιμή δεν θέτει αυτοτελώς σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την ποιότητα υπηρεσιών. Συνεπώς, το μέτρο δεν φαίνεται να υπηρετεί στόχο προστασίας του καταναλωτή αλλά οδηγεί σε στρέβλωση του ανταγωνισμού. Επιπλέον, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς οι επιδιωκόμενοι στόχοι (ποιότητα, ασφάλεια, διαφάνεια) μπορούν να επιτευχθούν με λιγότερο περιοριστικά μέσα, ήδη υφιστάμενα: ψηφιακό μητρώο, ελέγχους ΚΤΕΟ, ελέγχους ποινικού μητρώου, συστήματα αξιολόγησης χρηστών. 3. Γεωγραφικοί και λειτουργικοί περιορισμοί Η διαφοροποίηση της Κρήτης και της Εύβοιας από τις λοιπές νησιωτικές περιοχές, καθώς και η κατάργηση της υποχρέωσης επιστροφής στην έδρα μόνο για Αττική και Θεσσαλονίκη, δημιουργούν ζητήματα ίσης μεταχείρισης (άρθρο 4 Συντάγματος). Η υποχρέωση επιστροφής στην έδρα (return-to-garage) οδηγεί σε: αύξηση άσκοπων διαδρομών χωρίς επιβάτη, επιβάρυνση της κυκλοφορίας, αύξηση εκπομπών ρύπων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ανακοίνωση 2022/C 62/01) έχει επισημάνει ότι τέτοιες πρακτικές είναι περιβαλλοντικά επιζήμιες, ενώ το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο (56/2020) έκρινε αντίστοιχη υποχρέωση αντισυνταγματική. Συνεπώς, εγείρονται και ζητήματα συμβατότητας με το άρθρο 24 του Συντάγματος περί προστασίας του περιβάλλοντος. 4. Συμβατότητα με το ευρωπαϊκό ψηφιακό πλαίσιο Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), επιδιώκει την ενίσχυση της ψηφιακής καινοτομίας και της ενιαίας αγοράς, η εισαγωγή πρόσθετων χρονικών και τιμολογιακών περιορισμών στις ψηφιακά διαμεσολαβούμενες υπηρεσίες δημιουργεί κινδύνους νομικής ασυμβατότητας και αποθαρρύνει τις επενδύσεις στον κλάδο. Το Άρθρο 52, όπως προτείνεται, εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, συμβατότητας με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τήρησης της αρχής της αναλογικότητας. Η επανεξέταση των ρυθμίσεων αυτών, με στόχο ένα ισορροπημένο και τεχνολογικά ουδέτερο πλαίσιο που διασφαλίζει τον ανταγωνισμό, την προστασία του καταναλωτή και τη βιώσιμη κινητικότητα, κρίνεται αναγκαία.