Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ Θέματα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 79-85)Σχόλιο του χρήστη Ντίνα Τρούτπεγλη | 3 Μαρτίου 2026, 10:51
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Άρθρο 82 Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ετήσιες, μέχρι τώρα, αποσπάσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού στην Κεντρική υπηρεσία, σε ανεξάρτητες ή αποκεντρωμένες υπηρεσίες καθώς και σε εποπτευόμενους φορείς του ΥΠΑΙΘΑ αποτελούν μία χρόνια πληγή για τη δημόσια διοίκηση εν γένει, καθώς αυτές διενεργούνται χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να λαμβάνεται απαραιτήτως υπόψη η γνώμη των φορέων υποδοχής και εν τέλει χωρίς διαφάνεια. Επιπλέον, λειτουργούν ως δεκανίκια στο πρόβλημα της χρόνιας υποστελέχωσης των υπηρεσιών του ΥΠΑΙΘΑ. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι οι υπηρεσίες και φορείς του ΥΠΑΙΘΑ να στελεχώνονται με επιστημονικά μη συναφές προσωπικό, το οποίο εναλλάσσεται ετησίως καθιστώντας τες ανεπαρκείς και διοικητικά αποδυναμωμένες, χωρίς θεσμική μνήμη, διοικητική συνέχεια και δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και υλοποίησης πολιτικών. Η πρακτική αυτή όχι μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα της υποστελέχωσης, αλλά το διαιωνίζει, υποκαθιστώντας την ανάγκη για μόνιμες οργανικές θέσεις με προσωρινές και αποσπασματικές λύσεις. Εξετάζοντας τις επιμέρους ρυθμίσεις, διαπιστώνεται ζήτημα τήρησης της αρχής της ισότητας. Οι αποσπάσεις που διενεργούνται μέσω του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας (ΕΣΚ) για τους δημοσίους υπαλλήλους έχουν διάρκεια ενός (1) έτους χωρίς δυνατότητα ανανέωσης, ενώ οι προβλεπόμενες στο παρόν αποσπάσεις ορίζονται ως τριετείς, με δυνατότητα ανανέωσης για επιπλέον τριετία. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αιτιολογείται επαρκώς, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ρυθμίσεις που αφορούν προσωπικό του ίδιου ευρύτερου δημόσιου τομέα. Περαιτέρω, η τριετής διάρκεια της απόσπασης είναι δεσμευτική τόσο για τον υπάλληλο όσο και για τον φορέα υποδοχής. Θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί ρητώς η δυνατότητα επιλογής και των δύο μερών ως προς τη διάρκεια. Ειδικότερα: α) ο υπάλληλος να δηλώνει εάν επιθυμεί τριετή απόσπαση, β) ο φορέας υποδοχής να έχει ουσιαστικό δικαίωμα αποδοχής ή μη της αίτησης, με δεσμευτικό χαρακτήρα της γνώμης του και όχι απλή εισήγηση. Επιπλέον, δεν είναι σαφές στο εδάφιο 6β («Η διάρκεια των ως άνω αποσπάσεων είναι τριετής με δυνατότητα ανανέωσης») εάν η ανανέωση επιτρέπεται άπαξ ή περισσότερες φορές. Η ασάφεια αυτή εντείνεται από το άρθρο 83, όπου αναφέρεται ότι «οι αποσπάσεις αυτές δύνανται να ανανεώνονται άπαξ για μια τριετία», χωρίς να αποσαφηνίζεται εάν πρόκειται για γενικό κανόνα ή ειδική περίπτωση. Η έλλειψη σαφήνειας δύναται να δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα και άνιση εφαρμογή. Τέλος, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς το ζήτημα της διακοπής της απόσπασης. Η διατύπωση «Με όμοια απόφαση, κατόπιν εισήγησης των αρμοδίων οργάνων ή υπηρεσιών, η οποία αξιολογεί την ενσωμάτωση στην υπηρεσία, δύναται να διακόπτεται η απόσπαση» δεν προσδιορίζει: • ποιος έχει δικαίωμα να κινήσει τη διαδικασία διακοπής (φορέας υποδοχής, φορέας προέλευσης, υπάλληλος), • εάν η διακοπή μπορεί να βασίζεται σε αξιολογική κρίση περί “ενσωμάτωσης”, • και εάν η διακοπή συνεπάγεται υπηρεσιακές ή αξιολογικές συνέπειες για τον υπάλληλο. Δεδομένου ότι πρόκειται για ρύθμιση με σημαντικές επιπτώσεις στην υπηρεσιακή κατάσταση των εκπαιδευτικών, απαιτείται σαφέστερη και ειδικότερη διατύπωση, προκειμένου να διασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου, η ίση μεταχείριση και η προστασία των υπηρεσιακών δικαιωμάτων. Συνοψίζοντας, οι αλλαγές που φέρνει το συγκεκριμένο άρθρο αφορούν μόνο τη διεύρυνση του προσωπικού που δύναται να αιτηθεί απόσπασης (πλέον συμπεριλαμβάνονται το προσωπικό Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π.) καθώς και η αύξηση της διάρκειας απόσπασης (τριετής από ετήσια). Καμία άλλη ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν προτείνεται που να αντιμετωπίζει τα χρόνια προβλήματα της υποστελέχωσης και της αδιαφάνειας. Ένα σύστημα αποσπάσεων, ακόμη και εάν βελτιωθεί διαδικαστικά, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σύσταση και πλήρωση οργανικών θέσεων. Τελικά, θεσμοθετούμε μόνο έναν μηχανισμό άτυπης ανακατανομής προσωπικού χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό δημιουργώντας παράλληλα ένα πεδίο αδιαφάνειας και πελατειακής διαχείρισης. Με στόνο να ενισχυθούν η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα των αποσπάσεων καλό είναι να υπάρξει πρόβλεψη για τα εξής: • Να καθορίζεται εκ των προτέρων, κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης των φορέων υποδοχής, ο ακριβής αριθμός των θέσεων που δύνανται να καλυφθούν με απόσπαση εκπαιδευτικού προσωπικού, με σαφή περιγραφή καθηκόντων και απαιτούμενων προσόντων. • Να θεσπιστούν συγκεκριμένα, αντικειμενικά και μοριοδοτούμενα κριτήρια επιλογής, με δημοσιοποίηση πινάκων κατάταξης, ώστε η διαδικασία να διενεργείται σε πλαίσιο πλήρους διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης. • Οι εισηγήσεις των φορέων υποδοχής να έχουν ουσιαστικό και δεσμευτικό χαρακτήρα ως προς την καταλληλότητα των υποψηφίων, και να μην περιορίζονται σε τυπική γνωμοδότηση. • Να προβλεφθεί ότι η απόσπαση επιτρέπεται μόνο εφόσον υφίσταται τεκμηριωμένη συνάφεια μεταξύ κλάδου, προσόντων και αντικειμένου της θέσης. • Ο αριθμός των αποσπασμένων υπαλλήλων να μην υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσοστό επί των καλυμμένων οργανικών θέσεων κάθε υπηρεσίας (ενδεικτικά 20%), ώστε να διασφαλίζεται ότι η απόσπαση λειτουργεί ως εξαιρετικό μέτρο και όχι ως πάγια λύση υποκατάστασης μόνιμου προσωπικού. • Να προβλεφθεί ανώτατο συνολικό όριο διάρκειας παραμονής στον ίδιο φορέα και εύλογο χρονικό διάστημα πριν από τυχόν νέα απόσπαση στον ίδιο φορέα, ώστε να αποτρέπεται η άτυπη μονιμοποίηση μέσω διαδοχικών ανανεώσεων. Μόνον υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις το σύστημα αποσπάσεων μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, χωρίς να υποκαθιστά τη σύσταση και πλήρωση οργανικών θέσεων με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό.