• Σχόλιο του χρήστη 'Σ.Τ.' | 4 Μαρτίου 2026, 08:16

    Για το ΙΕΠ Η πρόσφατη ρύθμιση του άρθρου 98 κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποκαθιστά μια διαχρονική μισθολογική ασυμμετρία που αφορούσε τους Συμβούλους του ΙΕΠ. Ωστόσο, η ανάγκη κανονιστικής σαφήνειας και πλήρους εφαρμογής του μισθολογικού πλαισίου καθιστά αναγκαία μια επιπλέον αποσαφήνιση σε σχέση με το άρθρο 37. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 4α του άρθρου 37 ορίζει ότι: «Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ. 1 της βαθμίδας του Σύμβουλου Α' του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3966/2011 (Α' 118) ορίζεται στο ποσό των 1.810 ευρώ», ενώ προβλέπεται προσαύξηση 50 ευρώ ανά επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Η παράγραφος 4β καθορίζει ότι ο μισθός των λοιπών μελών του ΙΕΠ διαμορφώνεται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συμβούλου Α’, και ειδικότερα ο Σύμβουλος Β’ λαμβάνει το 89% του Συμβούλου Α’. Είναι κρίσιμο ότι η διάταξη αναφέρεται σε «Σύμβουλο Α’ του ΙΕΠ» ενώ η διάταξη του άρθρου 38 σε «μέλη του ΙΕΠ» και ως εκ τούτου σωστά για το άρθρο 38 έγινε η διάκριση σε αποσπασμένους. Όμως το άρθρο 37 δεν μιλά για μόνιμους ή μέλη του ΙΕΠ και δεν γίνεται καμία διάκριση ή αναφορά σε «μόνιμο» Σύμβουλο. Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί λειτουργικό και όχι υπηρεσιακό κριτήριο, δηλαδή τη βαθμίδα και τη θέση, όχι το είδος της υπηρεσιακής σχέσης. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 37 πρέπει να στηρίζεται στη γραμματική και συστηματική του διατύπωση. Όπου ο νόμος δεν διακρίνει, δεν επιτρέπεται να διακρίνει ο ερμηνευτής. Η τυχόν διαφοροποίηση μισθολογικής μεταχείρισης βάσει της μορφής υπηρεσίας (απόσπαση έναντι οργανικής θέσης) δεν στηρίζεται στο γράμμα της διάταξης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου) και το άρθρο 4 παρ. 5 (ισότητα στα δημόσια βάρη), πρόσωπα που τελούν υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες πρέπει να αντιμετωπίζονται όμοια. Οι Σύμβουλοι Α’ και Β’ (έχουν καταργηθεί οι Σύμβουλοι Γ’) του ΙΕΠ ασκούν τα ίδια καθήκοντα και φέρουν την ίδια ευθύνη ανεξαρτήτως του αν υπηρετούν με απόσπαση. Δεν προκύπτει αντικειμενικό κριτήριο που να δικαιολογεί μισθολογική διαφοροποίηση. Επιπλέον, η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 157 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύει τη θεμελιώδη απαίτηση αντιστοίχισης καθηκόντων και αποδοχών. Η μισθολογική ρύθμιση ακολουθεί τη θέση και την ευθύνη, όχι την τυπική υπηρεσιακή σχέση. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και αποφυγής ερμηνευτικών αποκλίσεων κατά την εφαρμογή, κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί ρητή διατύπωση που να καθιστά σαφές ότι: «Ο βασικός μισθός των παραγράφων 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.» Η προσθήκη αυτή δεν μεταβάλλει το οικονομικό περιεχόμενο της διάταξης ούτε εισάγει νέα παροχή. Αντιθέτως, διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του ήδη θεσπισμένου μισθολογικού πλαισίου, αποτρέπει ερμηνευτικά κενά και κατοχυρώνει την αρχή της ισονομίας. Η σαφής νομοθετική διατύπωση ενισχύει τη θεσμική σταθερότητα, προλαμβάνει διοικητικές ασάφειες και διασφαλίζει ότι η βούληση του νομοθέτη —όπως αποτυπώνεται στο γράμμα του νόμου— εφαρμόζεται πλήρως και χωρίς διακρίσεις.