• Σχόλιο του χρήστη 'Αρίστος Κανακάρης' | 4 Μαρτίου 2026, 08:22

    Η ρύθμιση του άρθρου 98 συνιστά μια θετική και αναγκαία παρέμβαση, καθώς θεραπεύει μια μακροχρόνια μισθολογική ανισορροπία που είχε διαμορφωθεί σε βάρος των Συμβούλων του ΙΕΠ. Παρά ταύτα, για την πλήρη και απρόσκοπτη εφαρμογή του μισθολογικού πλαισίου, απαιτείται πρόσθετη αποσαφήνιση ως προς τη σχέση του άρθρου 98 με το άρθρο 37. Ειδικότερα, στην παρ. 4α του άρθρου 37 προβλέπεται ότι ο βασικός μισθός του Μ.Κ. 1 της βαθμίδας του Συμβούλου Α’ του ΙΕΠ καθορίζεται στο ποσό των 1.810 ευρώ, με προσαύξηση 50 ευρώ ανά επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Στην παρ. 4β ορίζεται ότι οι αποδοχές των λοιπών βαθμίδων υπολογίζονται ως ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συμβούλου Α’, με τον Σύμβουλο Β’ να λαμβάνει το 89% αυτού. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το άρθρο 37 αναφέρεται στη βαθμίδα («Σύμβουλος Α’ του ΙΕΠ») και όχι στη μορφή της υπηρεσιακής σχέσης. Σε αντίθεση με το άρθρο 38, όπου γίνεται ρητή μνεία σε «μέλη» και προβλέπεται διάκριση, το άρθρο 37 δεν εισάγει καμία διαφοροποίηση μεταξύ μόνιμων και αποσπασμένων. Η επιλογή του νομοθέτη είναι σαφώς λειτουργική: κριτήριο αποτελεί η θέση και η βαθμίδα, όχι το είδος της υπηρεσιακής σύνδεσης. Με βάση τη γραμματική και συστηματική ερμηνεία, δεν είναι επιτρεπτό να εισαχθούν διακρίσεις εκεί όπου ο νόμος δεν προβλέπει. Τυχόν διαφοροποίηση αποδοχών με κριτήριο την απόσπαση δεν στηρίζεται στο γράμμα της διάταξης και θα συνιστούσε προσθήκη μη προβλεπόμενου όρου. Παράλληλα, η συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 5 Συντ.) επιβάλλει όμοια μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες. Οι Σύμβουλοι Α’ και Β’ του ΙΕΠ ασκούν ταυτόσημα καθήκοντα και φέρουν την ίδια ευθύνη ανεξαρτήτως του αν κατέχουν οργανική θέση ή υπηρετούν με απόσπαση. Δεν διαφαίνεται αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί μισθολογική απόκλιση. Η ίδια κατεύθυνση ενισχύεται και από το ενωσιακό δίκαιο, ιδίως από την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρο 157 ΣΛΕΕ και άρθρο 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ), η οποία συνδέει τις αποδοχές με το περιεχόμενο και την ευθύνη της εργασίας, όχι με τον τυπικό τύπο της υπηρεσιακής σχέσης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και ομοιόμορφης διοικητικής εφαρμογής, θα ήταν σκόπιμο να προστεθεί ρητή διατύπωση ότι: «Ο βασικός μισθός των παραγράφων 4α, 4β και 4βα χορηγείται και σε όσους υπηρετούν με απόσπαση σε θέσεις Συμβούλων Α’ και Β’.» Η διευκρίνιση αυτή δεν συνεπάγεται νέα οικονομική επιβάρυνση ούτε μεταβολή της βούλησης του νομοθέτη. Αντιθέτως, εξασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου, προλαμβάνει ερμηνευτικές αποκλίσεις και ενισχύει τη θεσμική σταθερότητα και την ισονομία εντός του ΙΕΠ.