• Σχόλιο του χρήστη 'Ι.Ιωσήφ' | 4 Μαρτίου 2026, 10:36

    Παρατηρήσεις επί του άρθρου 83 Βάσει της Αρχής της ισότητας - Νομοθετικό προηγούμενο Η προϋπόθεση «τουλάχιστον πέντε (5) συναπτών ετών απόσπασης» για τη δυνατότητα μετάταξης εκπαιδευτικών δεν τεκμηριώνεται από αντικειμενικό και ειδικώς αιτιολογημένο κριτήριο και εισάγει διαφοροποίηση έναντι άλλων κατηγοριών υπαλλήλων στο ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο κινητικότητας. Ειδικότερα: – Το άρθρο 105 του ν. 5237/2025 προβλέπει δυνατότητα μετάταξης χωρίς ελάχιστη διάρκεια προηγούμενης απόσπασης. – Το άρθρο 18 του ν. 5237/2025 (ΣΑΕΚ) ρυθμίζει περιπτώσεις προσωπικού που υπηρετεί σε δομές επαγγελματικής εκπαίδευσης/κατάρτισης, δηλαδή κατεξοχήν εκπαιδευτικό ή συναφές προσωπικό, χωρίς να τίθεται χρονικός περιορισμός πενταετίας. Το νομοθετικό αυτό προηγούμενο αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης έχει ήδη αναγνωρίσει πως η ενεργή υπηρεσία με απόσπαση σε φορέα υποδοχής δύναται να αποτελέσει επαρκή βάση για μετάταξη, χωρίς την επιβολή ελάχιστης διάρκειας. Η επιβολή αυστηρότερης προϋπόθεσης αποκλειστικά για τους εκπαιδευτικούς της παρούσας διάταξης δημιουργεί διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, γεγονός που εγείρει ζήτημα συμβατότητας με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντάγματος). Όταν η έννομη τάξη έχει ήδη υιοθετήσει ευμενέστερη ρύθμιση για αποσπασμένους σε συναφείς εκπαιδευτικές δομές, απαιτείται ειδική και σαφής αιτιολόγηση για την υιοθέτηση αυστηρότερου περιορισμού. Οπότε : Μεταβατική εφαρμογή – Καθεστώς ήδη υπηρετούντων με απόσπαση Η διάταξη θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να περιλαμβάνει όλους τους υπαλλήλους που υπηρετούν με ενεργή απόσπαση κατά τον χρόνο δημοσίευσης του νόμου, χωρίς χρονική προϋπόθεση. Η μη πρόβλεψη μεταβατικής ρύθμισης οδηγεί σε άνιση αντιμετώπιση υπαλλήλων που ήδη καλύπτουν υπηρεσιακές ανάγκες του φορέα υποδοχής, ενώ σε άλλες πρόσφατες ρυθμίσεις (όπως στις ΣΑΕΚ) η ιδιότητα του ήδη αποσπασμένου αποτέλεσε επαρκές κριτήριο για τη δυνατότητα μετάταξης. Η κρίση περί αναγκαιότητας, καταλληλότητας και υπηρεσιακής ένταξης πρέπει να ανήκει πρωτίστως στον φορέα υποδοχής, ο οποίος διαθέτει την αρμοδιότητα αξιολόγησης των πραγματικών αναγκών και της συμβολής του αποσπασμένου προσωπικού. Επίσης: Αντιστοιχία καθηκόντων και θέσης ένταξης – Λειτουργική και νομική συνοχή Η μετάταξη εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε φορείς όπου ασκούν καθήκοντα εκπαιδευτικής ή εργαστηριακής φύσης θα πρέπει να αφορά αντίστοιχες κατηγορίες προσωπικού (π.χ. Ε.ΔΙ.Π., Ε.Ε.Π.), ώστε να διασφαλίζεται η αντιστοιχία μεταξύ ασκούμενων καθηκόντων και οργανικής ένταξης. Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, θα πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα σύστασης προσωποπαγούς θέσης, εφόσον το αρμόδιο όργανο του φορέα υποδοχής κρίνει αιτιολογημένα ότι καλύπτονται πάγιες και ουσιαστικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η μη πρόβλεψη τέτοιας δυνατότητας θα οδηγούσε σε νομική και λειτουργική αναντιστοιχία, καθώς υπάλληλοι που ήδη ασκούν συγκεκριμένα εκπαιδευτικά καθήκοντα θα στερούνταν δυνατότητας θεσμικής ένταξης στο αντίστοιχο υπηρεσιακό καθεστώς. Τέλος, προτείνουμε ότι πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι και οι δόκιμοι εκπαιδευτικοί θα έχουν δικαίωμα μετάταξης. Μια τέτοια πρόβλεψη είναι αναγκαία για λόγους ισονομίας, δεδομένου ότι το 2024, στον κύκλο κινητικότητας (πριν καταργηθεί η δυνατότητα συμμετοχής των εκπαιδευτικών), πραγματοποιήθηκαν μετατάξεις και για δόκιμους εκπαιδευτικούς. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΦΕΚ 161 Α΄/2024, διαγράφηκε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016 και η παράγραφος 6 διαμορφώθηκε ως εξής: «Εκπαιδευτικοί που έχουν αποδεσμευτεί από τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα χωρίς να έχουν μονιμοποιηθεί και έχουν μεταταχθεί μέσω του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας σε θέσεις πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, διανύουν εκ νέου δόκιμη περίοδο σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τη μονιμοποίηση υπαλλήλων του φορέα υποδοχής». Αντίστοιχη ρητή και σαφής διατύπωση κρίνεται αναγκαίο να περιληφθεί και στην παρούσα ρύθμιση.