Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Α΄ (άρθρο 14)Σχόλιο του χρήστη ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ | 4 Μαρτίου 2026, 12:57




ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών» Α. Εισαγωγική τοποθέτηση και θεμελιώδης μεθοδολογική ένσταση Η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ) συνιστά θεσμική τομή ιστορικής σημασίας. Ωστόσο, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο πάσχει από μεθοδολογικό σφάλμα: επιχειρεί να «προσαρμόσει» τις παραστατικές σπουδές στο γενικό πανεπιστημιακό πρότυπο, αντί να ανωτατοποιήσει στην πραγματικότητα τις σπουδές παραστατικής τέχνης με σεβασμό στην εγγενή τους ιδιαιτερότητα. Η επιλογή αναγωγής στη γενική νομοθεσία περί Α.Ε.Ι. με κατ’ εξαίρεση παρεκκλίσεις αποδεικνύεται ανεπαρκής. Απαιτείται ειδικό, αυτοτελές ρυθμιστικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές, με συμπληρωματική μόνο εφαρμογή της γενικής νομοθεσίας, αφού η παραστατική τέχνη αποτελεί πρωτίστως βιωματική, εργαστηριακή και συλλογική διαδικασία δημιουργίας, και όχι θεωρητικό αντικείμενο με λίγες πρακτικές εφαρμογές. Το κανονιστικό πλαίσιο οφείλει να εκκινεί από αυτή τη θεμελιώδη διαπίστωση. Β. Δομική ασυμβατότητα της ενιαίας ρύθμισης τριών διακριτών κλάδων Η ΑΣΠΤ επιχειρεί να καλύψει θέατρο, μουσική και χορό υπό ενιαίο ρυθμιστικό καθεστώς. Ωστόσο, οι τρεις αυτοί κλάδοι διαφέρουν ουσιωδώς α) ως προς τη μεθοδολογία διδασκαλίας, β) ως προς τα κριτήρια αξιολόγησης, γ) ως προς τις υλικοτεχνικές υποδομές, δ) ως προς τη φύση της καλλιτεχνικής εξέλιξης. Η ενιαία ρύθμιση δημιουργεί αναπόφευκτες στρεβλώσεις. Απαιτούνται περισσότερες εγγυήσεις διακριτής κανονιστικής μεταχείρισης των διαφορετικών αναγκών κάθε Τμήματος ως προς τη διαμόρφωση προγράμματος σπουδών, τα κριτήρια επιλογής διδασκόντων, τη διάρθρωση μαθημάτων, τα όρια εισακτέων, κ.λπ. Γ. Η φύση της δραματικής τέχνης και η επιλογή διδακτικού προσωπικού 1. Η δραματική εκπαίδευση βασίζεται στην πρακτική εκπαίδευση στην υποκριτική, τον αυτοσχεδιασμό, την κίνηση, την αγωγή λόγου, τη σκηνοθεσία, τη σκηνική και μουσική δραματουργία, με άλλα λόγια ο πυρήνας των σπουδών είναι εργαστηριακός. Πρόκειται, δηλαδή, για αντικείμενα που δεν διδάσκονται θεωρητικά, αλλά μεταδίδονται μέσω βιωματικής πρακτικής και εντός συλλογικού εργαστηρίου και όχι μέσω ατομικών αλλά ούτε μαζικών μαθημάτων. Το πρόγραμμα σπουδών συμπληρώνεται από θεωρητικά μαθήματα (Ιστορία θεάτρου, λογοτεχνίας, σκηνοθεσίας, δραματολογία, κ.λπ.), τα οποία πράγματι και στην παρούσα Ανώτερη σχολή διδάσκονται από κατόχους ακαδημαϊκών τίτλων. Ωστόσο, ως προς τα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα, η απαίτηση κατοχής ακαδημαϊκού τίτλου Α.Ε.Ι. ως κανόνα για την εκλογή μελών ΔΕΠ, σε συνδυασμό με την υποχρέωση τριετούς αυτοδύναμης διδασκαλίας σε Α.Ε.Ι., αποκλείει σχεδόν το σύνολο των ενεργών καλλιτεχνών από διδάσκοντες τα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα. Το αποτέλεσμα είναι θεσμικά παράδοξο, αφού με την πρόβλεψη αυτή τα βασικά εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα θα διδάσκονται από θεωρητικούς επιστήμονες, ενώ οι επαγγελματίες καλλιτέχνες (ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, μουσικοί, κ.ά.) θα περιορίζονται σε ποσοστώσεις (!), κάτι που αντιστρέφει θεμελιακά τη φυσική ιεράρχηση της δραματικής εκπαίδευσης! 2. Η επαγγελματική εμπειρία στον καλλιτεχνικό χώρο δεν μπορεί να περιορίζεται σε 5 έτη, να εξαρτάται από την απόκτηση πτυχίου Α.Ε.Ι., και να προϋποθέτει προηγούμενη πανεπιστημιακή διδασκαλία. Η κατ’ ελάχιστον επαγγελματική εμπειρία στον καλλιτεχνικό χώρο δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 10 ετών, ώστε οι διδάσκοντες να έχουν πλήρη γνώση του θεατρικού χώρου, να έχουν αποκτήσει καλλιτεχνικό κύρος και πολυετή τριβή με όλα τα είδη του θεάτρου. Η εμπειρία και το καλλιτεχνικό κύρος τους, εξάλλου, ενέχει θέση και αξία τίτλου σπουδών, στα πρότυπα της ΑΣΚΤ και άλλων καλλιτεχνικών πανεπιστημίων του εξωτερικού. Επίσης, η επαγγελματική εμπειρία δεν πρέπει να συνδέεται χρονικά με την απόκτηση πτυχίου ΑΕΙ, διότι το όποιο πτυχίο (πτυχίο, εξάλλου, διαφορετικής σχολής, αφού δεν υφίσταται για την ώρα καλλιτεχνικό πτυχίο δραματικής τέχνης ΑΕΙ) δεν συνδέεται με την άσκηση του καλλιτεχνικού επαγγέλματος, δεδομένου ότι για την άσκησή του δεν απαιτείται πτυχίο. Εφόσον μοναδικοί πάροχοι εκπαίδευσης στη δραματική τέχνη είναι οι Ανώτερες Δραματικές Σχολές, η διδακτική προϋπηρεσία σε αυτές επιβάλλεται να αναγνωρίζεται πλήρως ως αυτοδύναμη διδακτική εμπειρία εναλλακτική της διδασκαλίας σε Α.Ε.Ι. της Ελλάδας ή της αλλοδαπής. Η μεταβατική διάταξη δεν αρκεί. Η εξαίρεση πρέπει να καταστεί κανόνας. Δ. Ποσοστώσεις ΕΚΑΠ και μετακινούμενων ΔΕΠ και κίνδυνος αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του διδακτικού αντικειμένου Το νομοσχέδιο οδηγεί σε πρακτική αδυναμία στελέχωσης με ενεργούς καλλιτέχνες, αφού από τα παραπάνω ελπίζουμε πως έγινε φανερό στην πράξη πως το 40% , πόσο μάλλον το 20% ΕΚΑΠ δεν επαρκεί. Προβλέπεται πως τα μέλη ΔΕΠ θα προέρχονται κυρίως από μετακινήσεις, ενώ δεν υφίσταται σαφής μηχανισμός συγκρότησης Μητρώου Γνωστικών Αντικειμένων. Δημιουργείται έτσι το ανησυχητικό ενδεχόμενο η Σχολή να στελεχωθεί κατά πλειοψηφία από μετακινούμενα μέλη ΔΕΠ μη παραστατικών γνωστικών αντικειμένων, θέτοντας σε δομικό κίνδυνο αλλοίωσης τη φυσιογνωμίας της Σχολής. Ε. Καλλιτεχνικό Συμβούλιο και νομοτεχνική και λειτουργική ασάφεια Υφίσταται εμφανής αντίφαση μεταξύ της τριετούς θητείας του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου (άρθρο 6), και της λήξης του μετά από ένα έτος (άρθρο 16). Η ασάφεια αυτή δημιουργεί περισσότερη νομική ανασφάλεια. Εάν δε η θητεία λήγει στο έτος, καθίσταται ανενεργή η διαδικασία εκλογής «εξαιρετικών περιπτώσεων», και δεν διασφαλίζεται η ετήσια ανανέωση του ΕΚΑΠ. Επομένως, απαιτείται σαφής, ενιαία ρύθμιση. ΣΤ. Κατάταξη φοιτητών και προσβολή της έννοιας του σταθερού καλλιτεχνικού συνόλου (ensemble). Αριθμός εισακτέων. Η δραματική εκπαίδευση θεμελιώνεται στην έννοια της ομάδας. Η υποχρεωτική κατάταξη ποσοστού φοιτητών στο Β΄ έτος είναι πιθανό να διαρρηγνύει τη συνοχή της ομάδας, να δημιουργεί δύο ταχύτητες φοιτητών, και να αλλοιώνει τον παιδαγωγικό σχεδιασμό. Η διάταξη πρέπει να υποβληθεί σε αυστηρότερες εγγυήσεις, και οι προς κατάταξη φοιτητές θα πρέπει είτε να προέρχονται από ΑΕΙ του ίδιου αντικειμένου, είτε να περνούν από διαδικασία εισαγωγικών εξετάσεων. Ο προηγούμενος τίτλος σπουδών δεν τους καθιστά αυτομάτως ικανούς να ενταχθούν στα εργαστηριακά / πρακτικά μαθήματα. Περαιτέρω, είναι απολύτως αναγκαίο να προβλεφθεί μικρός και καλλιτεχνικά / παιδαγωγικά τεκμηριωμένος αριθμός εισακτέων, δεδομένης της εργαστηριακής φύσης των σπουδών και της κεντρικότητας της έννοιας του σταθερού καλλιτεχνικού συνόλου (ensemble). Τέλος, είναι σημαντικό να επανεξεταστεί ο αριθμός των αποφοίτων της σημερινής Ανώτερης Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου που θα επιθυμήσουν να αναβαθμίσουν τον τίτλο σπουδών τους φοιτώντας στο Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου της ΑΣΠΤ. Ζ. Οργανική σχέση με το Εθνικό Θέατρο Η ονομασία «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου» χωρίς θεσμικό μηχανισμό οργανικής σύνδεσης δημιουργεί κίνδυνο αποσύνδεσης ονόματος και ουσίας, αν δεν μένει κενό γράμμα. Για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτός, απαιτείται ρητή πρόβλεψη Προγραμματικής Σύμβασης, κατοχύρωση καλλιτεχνικής διασύνδεσης, πρόβλεψη πρακτικής μαθητείας, συμμετοχή καλλιτεχνικών στελεχών του Εθνικού Θεάτρου στον σχεδιασμό προγράμματος σπουδών του ομώνυμου Τμήματος της ΑΣΠΤ. Η. Συμπέρασμα Το νομοσχέδιο, υπό την παρούσα μορφή του δεν κατοχυρώνει επαρκώς την ιδιαίτερη φύση των παραστατικών σπουδών, αποκλείει τη συντριπτική πλειοψηφία των ενεργών καλλιτεχνών, δημιουργεί θεσμικές αντινομίες, δεν διασφαλίζει τη λειτουργική αυτονομία των Τμημάτων. Η αναβάθμιση των παραστατικών σπουδών δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω κανονιστικής προσαρμογής σε πρότυπα μη παραστατικών επιστημών. Απαιτείται: 1. Αναθεώρηση των κριτηρίων εκλογής μελών ΔΕΠ. 2. Αύξηση και ανακατανομή ποσοστώσεων ΕΚΑΠ. 3. Ρητή αναγνώριση Ανώτερων Δραματικών Σχολών ως ισοδύναμων πεδίων εμπειρίας. 4. Κατοχύρωση μικρού αριθμού εισακτέων. 5. Επαναδιατύπωση διατάξεων περί μετακίνησης. 6. Σαφής ρύθμιση του Καλλιτεχνικού Συμβουλίου. 7. Θεσμική διασύνδεση με τον ιστορικό φορέα Εθνικό Θέατρο. Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η παράταση της διαβούλευσης και η συνολική επανεπεξεργασία του νομοσχεδίου, ώστε η ίδρυση της ΑΣΠΤ να αποτελέσει πραγματική αναβάθμιση της παραστατικής παιδείας και όχι απλή διοικητική μεταβολή, που θα δώσει στη χώρα ένα ακόμη τμήμα, το πέμπτο (!), κυρίως θεωρητικών θεατρικών σπουδών γύρω από τη δραματική τέχνη.