Αρχική Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης …ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ Θέματα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (άρθρα 79-85)Σχόλιο του χρήστη Μαρία Ι. | 5 Μαρτίου 2026, 08:54
|
Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Παρατηρήσεις και προτάσεις επί του άρθρου 83 Η εισαγωγή της προϋπόθεσης «τουλάχιστον πέντε (5) συναπτών ετών απόσπασης» ως όρου για τη δυνατότητα μετάταξης εκπαιδευτικών συνιστά ειδικό χρονικό περιορισμό, ο οποίος δεν προκύπτει ότι στηρίζεται σε σαφώς προσδιορισμένο και αντικειμενικό κριτήριο. Η ρύθμιση αυτή διαφοροποιεί την κατηγορία των εκπαιδευτικών από άλλες περιπτώσεις υπαλλήλων που υπάγονται στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο υπηρεσιακής κινητικότητας. Ενδεικτικά, πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις καταδεικνύουν διαφορετική προσέγγιση. Στο άρθρο 105 του ν. 5237/2025 προβλέπεται δυνατότητα μετάταξης χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση ελάχιστη διάρκεια προηγούμενης απόσπασης, ενώ αντίστοιχα στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου, που αφορά προσωπικό το οποίο υπηρετεί σε δομές επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΣΑΕΚ), δεν εισάγεται χρονικός περιορισμός πενταετίας για τη μετάβαση σε θέση του φορέα υποδοχής. Οι ρυθμίσεις αυτές υποδηλώνουν ότι η πραγματική και ενεργή υπηρεσία μέσω απόσπασης έχει ήδη αναγνωριστεί από τον νομοθέτη ως επαρκές στοιχείο για την ενδεχόμενη υπηρεσιακή ένταξη στον φορέα όπου παρέχεται το έργο. Υπό το πρίσμα αυτό, η θέσπιση αυστηρότερης προϋπόθεσης αποκλειστικά για τους εκπαιδευτικούς της παρούσας διάταξης δημιουργεί ζήτημα διαφοροποίησης μεταξύ συγκρίσιμων περιπτώσεων, γεγονός που μπορεί να εγείρει προβληματισμούς ως προς τη συμβατότητα της ρύθμισης με την αρχή της ισότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Όταν μάλιστα η έννομη τάξη έχει ήδη υιοθετήσει πιο ευέλικτες λύσεις για αποσπασμένο προσωπικό σε συναφείς εκπαιδευτικές δομές, η εισαγωγή αυστηρότερου περιορισμού θα έπρεπε να συνοδεύεται από ειδική και επαρκή αιτιολόγηση. Παράλληλα, είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η θέση όσων υπηρετούν ήδη με ενεργή απόσπαση κατά τον χρόνο δημοσίευσης του νόμου. Η απουσία πρόβλεψης για τις περιπτώσεις αυτές μπορεί να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση υπαλλήλων που ήδη καλύπτουν πραγματικές και διαρκείς ανάγκες του φορέα υποδοχής. Σε αντίστοιχες πρόσφατες ρυθμίσεις – όπως εκείνες που εφαρμόστηκαν στις ΣΑΕΚ – η ιδιότητα του ήδη αποσπασμένου προσωπικού θεωρήθηκε επαρκές στοιχείο για την ενεργοποίηση της δυνατότητας μετάταξης. Η αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της υπηρεσιακής ένταξης του προσωπικού αυτού είναι εύλογο να εναπόκειται πρωτίστως στον φορέα υποδοχής, ο οποίος είναι σε θέση να εκτιμήσει τις πραγματικές λειτουργικές ανάγκες και τη συμβολή του αποσπασμένου υπαλλήλου. Επιπλέον, στις περιπτώσεις εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε φορείς στους οποίους ασκούν καθήκοντα εκπαιδευτικής ή εργαστηριακής φύσης, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται η αντιστοιχία μεταξύ των καθηκόντων που ασκούνται και της κατηγορίας προσωπικού στην οποία ενδέχεται να ενταχθούν. Για τον λόγο αυτό, η μετάταξη θα πρέπει να αφορά συναφείς κατηγορίες προσωπικού, όπως ενδεικτικά Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Ε.Π., ώστε να διατηρείται η λειτουργική και υπηρεσιακή συνοχή. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται κενή οργανική θέση, θα μπορούσε να προβλέπεται η δυνατότητα σύστασης προσωποπαγούς θέσης, εφόσον το αρμόδιο όργανο του φορέα υποδοχής διαπιστώνει αιτιολογημένα ότι καλύπτονται πάγιες και ουσιαστικές ανάγκες. Η απουσία μιας τέτοιας δυνατότητας ενδέχεται να δημιουργήσει νομική ανακολουθία και λειτουργική δυσαρμονία, καθώς προσωπικό που ήδη επιτελεί συγκεκριμένο εκπαιδευτικό έργο δεν θα μπορεί να ενταχθεί στο αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο. Τέλος, είναι σημαντικό να προβλεφθεί ρητά ότι και οι δόκιμοι εκπαιδευτικοί δύνανται να κάνουν χρήση της δυνατότητας μετάταξης. Η πρόβλεψη αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάγκη διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι στον κύκλο κινητικότητας του 2024 – πριν από την κατάργηση της δυνατότητας συμμετοχής των εκπαιδευτικών – πραγματοποιήθηκαν μετατάξεις στις οποίες συμμετείχαν και δόκιμοι εκπαιδευτικοί. Σχετική είναι η ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο ΦΕΚ 161 Α΄/2024, με την οποία διαγράφηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 4440/2016 και η διάταξη διαμορφώθηκε ως εξής: «Εκπαιδευτικοί που έχουν αποδεσμευτεί από τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα χωρίς να έχουν μονιμοποιηθεί και έχουν μεταταχθεί μέσω του Ενιαίου Συστήματος Κινητικότητας σε θέσεις πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, διανύουν εκ νέου δόκιμη περίοδο σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τη μονιμοποίηση υπαλλήλων του φορέα υποδοχής». Η ύπαρξη της συγκεκριμένης ρύθμισης καταδεικνύει ότι η έννομη τάξη έχει ήδη αναγνωρίσει τη δυνατότητα μετάταξης δόκιμων εκπαιδευτικών, προβλέποντας μάλιστα τη συνέχιση της δοκιμαστικής περιόδου στον φορέα υποδοχής. Για λόγους συνέπειας και ασφάλειας δικαίου, θα ήταν σκόπιμο να διατυπωθεί αντίστοιχη σαφής πρόβλεψη και στην παρούσα διάταξη.