|
Υπουργείο Εσωτερικών Σταδίου 27, Αθήνα 10183 Τηλ.:2131364000, Email: info@ypes.gr email Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO): dpo@ypes.gr Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Άρθρο 42 Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα 1. Δεν δύνανται να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, περιφερειάρχες, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών κοινοτήτων ή εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων, πολίτες οι οποίοι στερούνται του δικαιώματος του εκλέγειν. 2. Δεν δύνανται να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, περιφερειάρχες, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών κοινοτήτων ή εκπρόσωποι δημοτικών κοινοτήτων: α) θρησκευτικοί λειτουργοί των γνωστών θρησκειών, β) δικαστικοί λειτουργοί και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής. Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης θεωρώ απολύτως αναγκαία την κατάργηση της εξαίρεσης που εισήχθη με το άρθρο 19 του ν. 5043/2023 για τους εν ενεργεία ένστολους που προάγονται σε αξιωματικούς λόγω ετών υπηρεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Αλοννήσου, όπου διαμορφώθηκε μια πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσίας: ο πατέρας ασκεί καθήκοντα Δημάρχου και Προέδρου της Δημοτικής Επιτροπής, ενώ ο υιός ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα Αντιδημάρχου, Γραμματέα του Δημοτικού Συμβουλίου, μέλους της Δημοτικής Επιτροπής και Διοικητή του Αστυνομικού Σταθμού Αλοννήσου. Η συνύπαρξη των παραπάνω ιδιοτήτων στο ίδιο οικογενειακό πλαίσιο δημιουργεί αντικειμενικά σοβαρή σύγκρουση ρόλων και καθηκόντων μεταξύ: της εκτελεστικής εξουσίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, της διοικητικής διαχείρισης του Δήμου, και της αστυνομικής αρμοδιότητας που οφείλει εκ του Συντάγματος και της δημοκρατικής αρχής να λειτουργεί με πλήρη ουδετερότητα, αμεροληψία και ανεξαρτησία από πολιτικές και εκλογικές επιρροές. Στην πράξη όμως, σε μικρές κοινωνίες όπου οι προσωπικές σχέσεις, οι εξαρτήσεις και η καθημερινή επαφή των πολιτών με τις αρχές είναι έντονες, η παράλληλη άσκηση αιρετής πολιτικής και αστυνομικής εξουσίας από το ίδιο πρόσωπο οδηγεί αναπόφευκτα σε φαινόμενα σύγχυσης ρόλων και δημιουργίας πελατειακών μηχανισμών. Η αστυνομική ιδιότητα αποκτά έτσι πολιτικό και εκλογικό αποτύπωμα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται στην τοπική κοινωνία η αντίληψη ότι: η αστυνομική αρχή λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής επιρροής, η πρόσβαση ή εξυπηρέτηση πολιτών συνδέεται με πολιτικές και εκλογικές σχέσεις, ενώ παράλληλα ασκείται έμμεση κοινωνική και διοικητική πίεση προς πολίτες που δεν ανήκουν στο πολιτικό περιβάλλον της δημοτικής αρχής. Η εικόνα αυτή είναι καταστροφική για το κύρος της Ελληνικής Αστυνομίας και πλήττει ευθέως την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη θεσμική ουδετερότητα του κράτους. Η Αστυνομία δεν μπορεί ούτε να λειτουργεί ούτε να εμφανίζεται ως εκλογικός μηχανισμός ή ως εργαλείο πολιτικής επιρροής σε τοπικό επίπεδο. Ιδίως σε μικρές νησιωτικές κοινωνίες, η ταύτιση αστυνομικής και πολιτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο ή στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον δημιουργεί συνθήκες φόβου, εξάρτησης και αποθάρρυνσης της ελεύθερης πολιτικής έκφρασης των πολιτών. Για τον λόγο αυτό, η επαναφορά σαφών και αυστηρών ασυμβιβάστων μεταξύ ενεργού υπηρεσίας στα σώματα ασφαλείας και κατοχής αιρετών εκτελεστικών θέσεων στην αυτοδιοίκηση αποτελεί αναγκαία θεσμική εγγύηση για την προστασία: της δημοκρατικής λειτουργίας, της πολιτικής ισότητας των πολιτών, της αμεροληψίας της Ελληνικής Αστυνομίας, και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς του κράτους δικαίου.