• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΔ' | 29 Μαΐου 2026, 12:25

    Άρθρο 470. Η πρόβλεψη του άρθρου, κατά το μέρος που αναθέτει τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης στη ΜΕΕ του δήμου ή της περιφέρειας, πρέπει να επανεξεταστεί. Η αναφορά στη ΜΕΕ φαίνεται να συνιστά νομοτεχνική αστοχία, καθώς η ρύθμιση, μολονότι προφανώς κινείται στο πλαίσιο διασφάλισης της νομιμότητας και της τεκμηρίωσης της σχετικής δαπάνης, αναθέτει στη ΜΕΕ καθήκοντα ξένα προς τη θεσμική της αποστολή. Εάν η πρόβλεψη αυτή παραμείνει, ενδέχεται να ενισχύσει μια ήδη προβληματική τάση ανάθεσης στις ΜΕΕ διοικητικών, διερευνητικών ή εκτελεστικών καθηκόντων, μέσω διάσπαρτων νομοθετικών ρυθμίσεων ή διοικητικών πρακτικών. Η τάση αυτή πρέπει να ανακοπεί, διότι οδηγεί σταδιακά στην αποδόμηση του εσωτερικού ελέγχου, μετατρέποντάς τον από ανεξάρτητη διαβεβαιωτική και συμβουλευτική λειτουργία σε μηχανισμό διοικητικής υποστήριξης, εσωτερικής διερεύνησης και εκτέλεσης πάγιων διαδικασιών του φορέα. Η ΜΕΕ δεν αποτελεί όργανο της διοικητικής ιεραρχίας για τη διενέργεια ΕΔΕ, ούτε υπηρεσία κατασταλτικού, ανακριτικού ή πειθαρχικού ελέγχου. Ο ρόλος της, κατά τον ν. 4795/2021, είναι η παροχή ανεξάρτητης και αντικειμενικής διαβεβαίωσης και συμβουλευτικών υπηρεσιών για τη βελτίωση των διαδικασιών διακυβέρνησης, διαχείρισης κινδύνων και δικλίδων ελέγχου. Αντιθέτως, η ΕΔΕ αποτελεί διοικητική διαδικασία διερεύνησης πραγματικών περιστατικών, υπαιτιότητας και ενδεχόμενων ευθυνών και ανήκει στη διοίκηση και στα αρμόδια όργανά της. Η ανάθεση τέτοιας διαδικασίας στη ΜΕΕ αντίκειται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021, σύμφωνα με το οποίο οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή. Η ΕΔΕ δεν είναι ελεγκτικό έργο διαβεβαίωσης ούτε συμβουλευτικό έργο· είναι διοικητική και ενδεχομένως πειθαρχικά συναφής ενέργεια. Η ίδια κατεύθυνση επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 20 του ν. 4795/2021. Ακόμη και όταν, κατά τη διάρκεια εσωτερικού ελέγχου, εντοπίζονται ενδείξεις απάτης ή έλλειψης ακεραιότητας, η διερεύνηση της υπόθεσης δεν διενεργείται από τους εσωτερικούς ελεγκτές, αλλά τα σχετικά στοιχεία τίθενται υπόψη των αρμοδίων οργάνων. Εφόσον ο νόμος αποσυνδέει τη ΜΕΕ ακόμη και από τη διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων, δεν είναι θεσμικά συνεπές να της ανατίθεται ΕΔΕ για απώλεια δικαιολογητικών. Περαιτέρω, το άρθρο 81 παρ. 5 του ν. 4795/2021, ως προς εκκρεμείς εισαγγελικές παραγγελίες και εντολές ανακριτικών ή προανακριτικών πράξεων σε ΜΕΕ φορέων εκτός Υπουργείων, προβλέπει την εκτέλεσή τους από την κατά περίπτωση αρμόδια υπηρεσία του φορέα. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει τη νομοθετική επιλογή απομάκρυνσης των ΜΕΕ από διαδικασίες ανακριτικού, προανακριτικού ή διοικητικώς διερευνητικού χαρακτήρα. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, στην Έκθεση για την εφαρμογή του Μέρους Α΄ του ν. 4795/2021 για το Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου στους φορείς του Δημόσιου Τομέα, αναδεικνύει επίσης τη σημασία της ανεξαρτησίας των εσωτερικών ελεγκτών και παραπέμπει στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021. Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται από την αρμόδια Αρχή παρακολούθησης της εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου. Η επίμαχη πρόβλεψη παραβιάζει και τη βασική διάκριση ρόλων εντός του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου. Η διοίκηση και οι αρμόδιες οργανικές μονάδες έχουν την ευθύνη φύλαξης, διαχείρισης, ανασύστασης και τεκμηρίωσης των δικαιολογητικών, καθώς και της διερεύνησης τυχόν απώλειας ή καταστροφής τους. Η ΜΕΕ μπορεί να αξιολογήσει εκ των υστέρων την επάρκεια των σχετικών διαδικασιών και δικλίδων ελέγχου. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη διοίκηση στη διενέργεια της ίδιας της διοικητικής διερεύνησης. Η ανάθεση ΕΔΕ στη ΜΕΕ δημιουργεί και σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων. Μια ΜΕΕ που διενεργεί ΕΔΕ για απώλεια δικαιολογητικών ενδέχεται στη συνέχεια να κληθεί να αξιολογήσει, στο πλαίσιο διαβεβαιωτικού έργου, τις ίδιες διαδικασίες φύλαξης, ανασύστασης, εκκαθάρισης ή πληρωμής. Έτσι πλήττεται η αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελεγκτή και αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των ελεγκτικών συμπερασμάτων. Το πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο στους ΟΤΑ, όπου οι ΜΕΕ είναι μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Η επιβάρυνσή τους με ΕΔΕ, διοικητικές διερευνήσεις και λοιπές μη ελεγκτικές εργασίες δεν ενισχύει τη λογοδοσία· αντίθετα, αποστερεί από τους φορείς την αναγκαία ανεξάρτητη διαβεβαίωση για κρίσιμες λειτουργίες τους και ακυρώνει στην πράξη τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο εσωτερικός έλεγχος. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνεται η απάλειψη της φράσης: «ή, αν λειτουργεί στον φορέα μονάδα εσωτερικού ελέγχου, από τη μονάδα αυτή» από την παρ. 1 περ. α΄ του άρθρου 470. Οι ΜΕΕ πρέπει να αξιοποιούνται για την αποστολή για την οποία θεσπίστηκαν: ανεξάρτητη, αντικειμενική και τεκμηριωμένη διαβεβαίωση και συμβουλευτική υποστήριξη — όχι ως μηχανισμός διοικητικών ερευνών, ανακριτικών διαδικασιών και εκτελεστικών καθηκόντων.