Αρχική Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης»ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (άρθρα 532-543)Σχόλιο του χρήστη MAΡΙΑ ΔΑΛΑΜΑΓΓΑ | 29 Μαΐου 2026, 13:11
|
Υπουργείο Εσωτερικών Σταδίου 27, Αθήνα 10183 Τηλ.:2131364000, Email: info@ypes.gr email Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO): dpo@ypes.gr Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων OpenGov.gr Ανοικτή Διακυβέρνηση |
Πολιτική Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Πολιτική Ασφαλείας και Πολιτική Cookies Όροι Χρήσης Πλαίσιο Διαλόγου |
Creative Commons License![]() Με Χρήση του ΕΛ/ΛΑΚ λογισμικού Wordpress. |
Άρθρο 541. Οι προβλέψεις του άρθρου για την υποχρεωτική ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων στο ετήσιο πρόγραμμα των ΜΕΕ, εγείρουν σοβαρά ζητήματα θεσμικής συμβατότητας, λειτουργικής ανεξαρτησίας και πρακτικής εφαρμοσιμότητας. Η διάταξη αναθέτει στη ΜΕΕ την υποχρέωση να ελέγξει την «εγκυρότητα» στοιχείων που προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς τομείς λειτουργίας ενός Ο.Τ.Α., οικονομικούς, διοικητικούς, επιχειρησιακούς και οργανωτικούς. Τα στοιχεία αυτά δεν παράγονται από τη ΜΕΕ, αλλά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες τα συγκεντρώνουν, τα τεκμηριώνουν και τα βεβαιώνουν με δική τους ευθύνη. Συνεπώς, η ευθύνη ακρίβειας, πληρότητας, εγκυρότητας και έγκαιρης αποστολής των στοιχείων πρέπει να παραμένει στα διοικητικά όργανα και στις υπηρεσίες που τα παράγουν, τα ελέγχουν και τα υποβάλλουν. Η ΜΕΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο των υπηρεσιών του φορέα στην ουσιαστική επαλήθευση κάθε επιμέρους δεδομένου. Για να ελεγχθεί πραγματικά η εγκυρότητα ενός τόσο μεγάλου και πολυδιάστατου όγκου στοιχείων, θα απαιτούνταν εκτεταμένος έλεγχος σε βάθος, ανά υπηρεσιακό τομέα, ανά πηγή δεδομένων, ανά πληροφοριακό σύστημα και ανά φάκελο τεκμηρίωσης. Τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ουσιαστικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή των ετήσιων στοιχείων, ιδίως σε Ο.Τ.Α. όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Στην πράξη, η ΜΕΕ μπορεί να εξετάσει εάν τηρείται ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης, εάν υπάρχουν απαντήσεις, παραστατικά ή λοιπά υποστηρικτικά στοιχεία και εάν έχει ακολουθηθεί μια βασική διαδικασία συλλογής και υποβολής. Δεν μπορεί όμως να βεβαιώσει καθολικά την ουσιαστική ορθότητα, ακρίβεια και εγκυρότητα κάθε απάντησης ή κάθε αριθμητικού ή ποιοτικού δεδομένου που έχει παραχθεί από άλλες υπηρεσίες. Η διάταξη, όπως είναι διατυπωμένη, δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο εσωτερικός έλεγχος μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθολικής πιστοποίησης των στοιχείων του Κόμβου, κάτι που δεν ανταποκρίνεται ούτε στη φύση ούτε στη μεθοδολογία του. Επιπλέον, η διατύπωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως επιχειρησιακό άλλοθι για τους υπηρεσιακούς παράγοντες που έχουν την πραγματική ευθύνη παραγωγής, τεκμηρίωσης, ελέγχου και υποβολής των στοιχείων. Εφόσον δημιουργείται η εντύπωση ότι τα στοιχεία έχουν «εγκριθεί» ή «πιστοποιηθεί» από τη ΜΕΕ, υπάρχει κίνδυνος να αμβλυνθεί η ευθύνη των αρμοδίων υπηρεσιών και να προκληθούν παρερμηνείες στο εσωτερικό πλαίσιο λειτουργίας του φορέα. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως τελικό σφράγισμα νομιμοποίησης ούτε ως υποκατάστατο της υπηρεσιακής ευθύνης για την ορθότητα των υποβαλλόμενων δεδομένων. Ο εσωτερικός έλεγχος, κατά τον ν. 4795/2021, αποτελεί ανεξάρτητη λειτουργία παροχής διαβεβαιωτικών και συμβουλευτικών έργων, ενταγμένη στο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου και στις γραμμές ρόλων του φορέα. Η υποχρεωτική επιβολή συγκεκριμένου ελέγχου, με οριζόντιο χαρακτήρα και ασφυκτική προθεσμία, περιορίζει την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος βάσει αξιολόγησης κινδύνων, διαθέσιμων πόρων και πραγματικών προτεραιοτήτων του φορέα. Η επαλήθευση της ορθότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στον Κόμβο αποτελεί κατά βάση επιχειρησιακή και διοικητική λειτουργία. Ανήκει στις υπηρεσίες που παράγουν τα δεδομένα, στους προϊσταμένους που τα ελέγχουν και στα πρόσωπα που, σύμφωνα με το ίδιο το άρθρο, φέρουν την ευθύνη για την ακρίβεια, την εγκυρότητα και την έγκαιρη αποστολή τους. Η ανάθεση αυτής της διαδικασίας στη ΜΕΕ, έστω και με τη μορφή «ελέγχου εγκυρότητας», μεταφέρει σε αυτήν έργο που προσιδιάζει στην πρώτη και δεύτερη γραμμή ρόλων και όχι στην τρίτη γραμμή ανεξάρτητης διαβεβαίωσης. Ιδιαίτερη επιφύλαξη προκαλεί και η πρόβλεψη ότι τα αποτελέσματα των ελέγχων ενσωματώνονται στον Κόμβο Επιδόσεων με ευθύνη του Προϊσταμένου ή Υπευθύνου της αρμόδιας ΜΕΕ. Η ΜΕΕ έχει την ευθύνη σύνταξης της έκθεσης ή αναφοράς ελέγχου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του εσωτερικού ελέγχου και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η υποχρεωτική ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων της στον Κόμβο Επιδόσεων, ως στοιχείο αξιολόγησης των υποβαλλόμενων δεδομένων, μεταβάλλει τον χαρακτήρα της έκθεσης εσωτερικού ελέγχου και την εντάσσει σε διαδικασία διοικητικής επικύρωσης και εξωτερικής αξιολόγησης στοιχείων. Αυτό δεν συνάδει με τον θεσμικό ρόλο της ΜΕΕ. Η ΜΕΕ μπορεί, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων και τον ετήσιο προγραμματισμό της, να εξετάσει την επάρκεια της διαδικασίας συλλογής, τεκμηρίωσης, έγκρισης και υποβολής των στοιχείων στον Κόμβο. Μπορεί να αξιολογήσει τις δικλίδες ελέγχου, να εντοπίσει αδυναμίες και να εισηγηθεί βελτιώσεις. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε πάγιο και υποχρεωτικό μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης της εγκυρότητας των στοιχείων. Η εμπλοκή αυτή δημιουργεί και κίνδυνο σύγκρουσης ρόλων. Εάν η ΜΕΕ υποχρεώνεται κάθε έτος να επαληθεύει την εγκυρότητα των στοιχείων του Κόμβου, ενδέχεται σε μεταγενέστερο ελεγκτικό έργο να κληθεί να αξιολογήσει τις ίδιες διαδικασίες και τα ίδια στοιχεία, για τα οποία προηγουμένως της είχε ανατεθεί ρόλος υποχρεωτικής επαλήθευσης, χωρίς να έχει την επιχειρησιακή ευθύνη παραγωγής ή υποβολής τους. Με τον τρόπο αυτό πλήττεται η αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελεγκτή και αποδυναμώνεται η αξιοπιστία των μελλοντικών ελεγκτικών συμπερασμάτων. Τα ανωτέρω ζητήματα έχουν ήδη αναδειχθεί στην από 18 Μαρτίου 2025 επιστολή 59 εσωτερικών ελεγκτών Ο.Τ.Α., με θέμα τον έλεγχο ορθότητας των στοιχείων που αναρτώνται στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων Ο.Τ.Α. Στην επιστολή αυτή διατυπώθηκαν αναλυτικά οι θεσμικές, μεθοδολογικές και πρακτικές ενστάσεις ως προς την ανάθεση της συγκεκριμένης υποχρέωσης στις ΜΕΕ. Οι επισημάνσεις αυτές παραμένουν απολύτως επίκαιρες και ισχύουν και ως προς την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 541. Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο στους Ο.Τ.Α., όπου οι ΜΕΕ είναι συχνά μονοπρόσωπες ή υποστελεχωμένες. Η επιβάρυνσή τους με υποχρεωτικούς, επαναλαμβανόμενους και ασφυκτικά χρονικά προσδιορισμένους ελέγχους διοικητικών δεδομένων περιορίζει τη δυνατότητά τους να ασκήσουν ουσιαστικό, ανεξάρτητο και βασισμένο σε κινδύνους εσωτερικό έλεγχο σε κρίσιμες λειτουργίες του φορέα. Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου ως προς το σημείο: «εντάσσεται υποχρεωτικά στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.)» με τη φράση: «δύναται να ενταχθεί στο ετήσιο πρόγραμμα των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) ως διαβεβαιωτικό ή συμβουλευτικό έργο, εφόσον αυτό προκύπτει από την αξιολόγηση κινδύνων, τον ετήσιο προγραμματισμό της ΜΕΕ και τις διαθέσιμες ελεγκτικές δυνατότητες του φορέα». Με την αναδιατύπωση αυτή διασφαλίζεται ότι η ΜΕΕ δεν μετατρέπεται σε πάγιο μηχανισμό διοικητικής επικύρωσης στοιχείων του Κόμβου Επιδόσεων, ούτε παρέχει επιχειρησιακό άλλοθι για την ορθότητα δεδομένων που παράγονται και βεβαιώνονται από άλλες υπηρεσίες, αλλά διατηρεί τον θεσμικό της ρόλο ως ανεξάρτητη λειτουργία διαβεβαίωσης και συμβουλευτικής υποστήριξης, σύμφωνα με τον ν. 4795/2021 και τη διεθνή ελεγκτική πρακτική.