• Σχόλιο του χρήστη 'Ι.Π.' | 3 Ιουνίου 2026, 13:52

    Ο σχολιασμός του άρθρου 541 του σχεδίου νόμου αναδεικνύει δύο εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έρχονται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το εγχώριο θεσμικό πλαίσιο όσο και με τις θεμελιώδεις αρχές των Διεθνών Προτύπων για την Επαγγελματική Εφαρμογή του Εσωτερικού Ελέγχου. Η διάταξη που καθιστά υποχρεωτική την ένταξη του ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων του κόμβου στο ετήσιο πρόγραμμα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ) αναιρεί τη βασική ελεγκτική φιλοσοφία. Ο εσωτερικός έλεγχος δεν πρέπει να λειτουργεί ως μια τυφλή «λίστα υποχρεώσεων» (checklist) που επιβάλλεται νομοθετικά για επιμέρους διοικητικές διαδικασίες, αλλά ως ένας ευέλικτος μηχανισμός. Το άρθρο 14 του ν. 4795/2021: Ορίζει ρητά ότι ο Προϊστάμενος της ΜΕΕ καταρτίζει το Ετήσιο Πρόγραμμα Εργασιών βάσει των διαθέσιμων πόρων και έχει την αποκλειστική ευθύνη να παρακολουθεί και να εισηγείται την τροποποίησή του όταν το κρίνει απαραίτητο λόγω ενδογενών ή εξωγενών παραγόντων. Η επιβολή οριζόντιων υποχρεωτικών ελέγχων στερεί από τον Προϊστάμενο τη δυνατότητα να ιεραρχεί τα έργα του. Ο εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στη μεθοδική προσέγγιση των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητες του φορέα, προκειμένου να παρέχει εύλογη διαβεβαίωση. Σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα (IIA Global Internal Audit Standards), το ετήσιο πρόγραμμα πρέπει να προκύπτει αποκλειστικά από την αξιολόγηση των κινδύνων (risk assessment) του εκάστοτε Φορέα. Αν σε έναν Δήμο ή Περιφέρεια ο κόμβος παρακολούθησης επιδόσεων αξιολογηθεί ως χαμηλού κινδύνου σε σχέση με άλλες κρίσιμες λειτουργίες (π.χ. προμήθειες, οικονομική διαχείριση, ασφάλεια πληροφοριακών συστημάτων), η ΜΕΕ υποχρεώνεται να σπαταλήσει πολύτιμους και συχνά περιορισμένους πόρους σε έναν έλεγχο χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Ταυτόχρονα, η διατύπωση περί «ελέγχου εγκυρότητας των στοιχείων» δημιουργεί τη λανθασμένη και επικίνδυνη εντύπωση ότι η ΜΕΕ λειτουργεί ως «εγγυητής» ή «πιστοποιητής» της ακρίβειας των πρωτογενών δεδομένων. Κάτι τέτοιο αλλοιώνει τη φύση του εσωτερικού ελέγχου, μετατρέποντάς τον από διαβεβαιωτική λειτουργία σε εκτελεστική/διοικητική δικλίδα. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παρ. 8 & 18 του ν. 4795/2021: Ο εσωτερικός έλεγχος ορίζεται ως ανεξάρτητη, αντικειμενική, διαβεβαιωτική και συμβουλευτική δραστηριότητα που αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών. Δεν ασκεί διοικητικό, κατασταλτικό ή εκτελεστικό έλεγχο επί προσώπων ή συγκεκριμένων εγγράφων, ούτε υποκαθιστά τις γραμμές άμυνας της διοίκησης. Η ευθύνη για την ακρίβεια, πληρότητα και ορθότητα των στοιχείων που εισάγονται στον Κόμβο ανήκει αποκλειστικά στα αρμόδια διοικητικά όργανα (1η και 2η γραμμή άμυνας). Αν η ΜΕΕ «πιστοποιεί» τα στοιχεία, τότε εμπλέκεται στην ίδια τη διοικητική λειτουργία, γεγονός που πλήττει ανεπανόρθωτα την αντικειμενικότητά της όταν μελλοντικά κληθεί να αξιολογήσει το σύστημα αυτό. Αντίθετα η ΜΕΕ μπορεί και οφείλει να εξετάζει την επάρκεια της διαδικασίας συλλογής, τεκμηρίωσης και υποβολής των στοιχείων (αξιολόγηση δικλίδων ελέγχου). Για τους λόγους αυτούς προτείνεται η αναδιατύπωση της σχετικής αναφοράς στο άρθρο 541 ως εξής: «Η αξιολόγηση της επάρκειας των δικλίδων ελέγχου σχετικά με τις διαδικασίες συλλογής, τεκμηρίωσης και υποβολής των στοιχείων στον κόμβο παρακολούθησης επιδόσεων τοπικής αυτοδιοίκησης, δύναται να συμπεριλαμβάνεται στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, κατόπιν σχετικής αξιολόγησης των κινδύνων του Φορέα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. 4795/2021 και τα Διεθνή Πρότυπα.»