Αρχική Απλούστευση του πλαισίου άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων του ν. 4442/2016 - Ορισμός αρχών...ΜΕΡΟΣ Α΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΑΣΚΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΥΓΕΙΑΣ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ (Άρθρα 1-116)Σχόλιο του χρήστη ΡΗΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ | 10 Μαρτίου 2026, 10:11




Ως νέος επιχειρηματίας, που προσπάθησα με πολύ κόπο, κόστος και προσωπική εξάντληση να αδειοδοτήσω βρεφικό σταθμό, οφείλω να εκφράσω την έντονη αντίθεσή μου στο προτεινόμενο πλαίσιο. Παρά το ότι εμφανίζεται ως προσπάθεια οργάνωσης και ψηφιοποίησης της διαδικασίας, στην πράξη δημιουργεί ένα ακόμη πιο βαρύ, αργό και αποτρεπτικό σύστημα αδειοδότησης, ειδικά για όσους προσπαθούν να μπουν νόμιμα στην αγορά και να επενδύσουν σοβαρά στον χώρο της προσχολικής φροντίδας. Η μεγαλύτερη αδυναμία του σχεδίου είναι ότι μετατρέπει μια ήδη δύσκολη διαδικασία σε έναν διοικητικό μαραθώνιο χωρίς καμία ουσιαστική εγγύηση ταχύτητας ή ασφάλειας δικαίου. Το άρθρο 3 προβλέπει έλεγχο φακέλου από τον δήμο, διαβίβαση στην επιτροπή καταλληλότητας, αυτοψία εντός 20 ημερών και στη συνέχεια έκδοση έγκρισης εντός 90 ημερών από την υποβολή της γνώμης της επιτροπής. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας επενδυτής μπορεί να έχει δεσμεύσει κεφάλαια, να πληρώνει ενοίκια, μηχανικούς, μελέτες, εργασίες, προσωπικό και εξοπλισμό, αλλά να μένει για μήνες σε αβεβαιότητα, χωρίς να γνωρίζει πότε ακριβώς θα μπορέσει να λειτουργήσει. Ακόμη χειρότερα, εάν η προθεσμία περάσει άπρακτη, η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα. Δηλαδή το βάρος της αδράνειας της διοίκησης μεταφέρεται στον πολίτη και στην επιχείρηση. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση υπέρ της επιχειρηματικότητας· είναι θεσμοθέτηση της καθυστέρησης. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι και το γεγονός ότι η διαδικασία παραμένει απολύτως εξαρτημένη από την αποτελεσματικότητα κάθε δήμου. Το σχέδιο ορίζει ως αδειοδοτούσα αρχή τον δήμο στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου ασκείται η δραστηριότητα. Στην πράξη, όμως, όλοι γνωρίζουμε ότι δεν έχουν όλοι οι δήμοι την ίδια επάρκεια, την ίδια τεχνική υποστήριξη, την ίδια ταχύτητα, ούτε την ίδια ερμηνεία της νομοθεσίας. Έτσι, δύο ίδιοι βρεφικοί σταθμοί μπορεί να αντιμετωπίζονται τελείως διαφορετικά, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονται σε διαφορετικό δήμο. Αυτό παραβιάζει στην ουσία την αρχή της ίσης μεταχείρισης και δημιουργεί μια γεωγραφική ανισότητα εις βάρος των νέων επιχειρηματιών. Το σχέδιο απαιτεί επίσης υπερβολικά μεγάλο όγκο δικαιολογητικών, πολλά από τα οποία είναι σύνθετα, χρονοβόρα και δαπανηρά. Η βεβαίωση χώρου κύριας χρήσης με πλήθος συνοδευτικών εγγράφων, τα σχέδια, τα τοπογραφικά, το δελτίο δομικής τρωτότητας, η ενδεχόμενη μελέτη στατικής επάρκειας, οι απαιτήσεις πυροπροστασίας, οι βεβαιώσεις για χρήσεις γης, οι εσωτερικοί κανονισμοί και το σύνολο των λοιπών εγγράφων συγκροτούν ένα πλαίσιο που, αντί να ελέγχει στοχευμένα την ασφάλεια και την ποιότητα, μετατρέπει την αδειοδότηση σε εξαιρετικά ακριβή και γραφειοκρατική επένδυση πριν ακόμη υπάρξει έσοδο. Για μια μεγάλη αλυσίδα αυτό ίσως να είναι διαχειρίσιμο. Για έναν νέο επαγγελματία, όμως, που ξεκινάει με δάνειο, οικογενειακή στήριξη ή προσωπικές οικονομίες, είναι αποτρεπτικό. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το σχέδιο δεν φαίνεται να εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των απαιτήσεων ανάλογα με το μέγεθος της δομής, τη δυναμικότητα, το είδος της μεταβολής ή τον πραγματικό κίνδυνο. Μια μικρή μονάδα αντιμετωπίζεται σχεδόν με την ίδια διοικητική λογική που θα αντιμετωπιζόταν μια πολύ μεγαλύτερη. Το ίδιο πρόβλημα φαίνεται και στις μεταβολές του άρθρου 5: αύξηση δυναμικότητας ή αλλαγές στην κτιριακή υποδομή οδηγούν και πάλι σε διαδικασία τροποποίησης με παρόμοια λογική, αντί να υπάρχει ένα πιο ευέλικτο, κλιμακωτό σύστημα για ήσσονος σημασίας αλλαγές. Αυτό σημαίνει ότι η επιχείρηση δεν τιμωρείται μόνο όταν παρανομεί, αλλά και όταν προσπαθεί να αναπτυχθεί νόμιμα. Το πιο άδικο σημείο για όποιον έχει ήδη περάσει αυτή τη διαδικασία είναι ότι το σχέδιο δεν χτυπά πραγματικά την παρανομία· χτυπά κυρίως τον νόμιμο και συνεπή επαγγελματία. Εκείνος που επιλέγει να κινηθεί σωστά καλείται να πληρώσει μηχανικούς, παράβολα, μελέτες, αναμονές και διαρκείς επικαιροποιήσεις εγγράφων, ενώ παράλληλα απειλείται με πρόστιμα όχι μόνο για ουσιαστικές παραβάσεις, αλλά ακόμη και για καθυστερήσεις σε ενημερώσεις, τροποποιήσεις ή ανανεώσεις δικαιολογητικών. Αντί το κράτος να στηρίξει την τυπική συμμόρφωση, ουσιαστικά αυξάνει το κόστος της. Έτσι, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι απολύτως λανθασμένο: “αν θες να είσαι νόμιμος, θα περάσεις τα πάνδεινα”. Περαιτέρω, το σχέδιο περιέχει κρίσιμες ασάφειες που γεννούν ανασφάλεια δικαίου. Σε αρκετά σημεία δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί ποσά προστίμων, παράβολα και συγκεκριμένες επιμέρους προθεσμίες. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι το πλαίσιο τίθεται σε διαβούλευση χωρίς να έχει διαμορφωθεί πλήρως η πραγματική οικονομική επιβάρυνση για τους φορείς. Είναι αδύνατον να αξιολογήσει σοβαρά ένας πολίτης ή ένας επιχειρηματίας το νομοθετικό αποτέλεσμα, όταν δεν γνωρίζει πόσο ακριβώς θα του κοστίσει η υπαγωγή, η τροποποίηση, η καθυστέρηση ή η παράβαση. Ένα κανονιστικό κείμενο που επηρεάζει τόσο άμεσα την επένδυση, τη βιωσιμότητα και τη λειτουργία μιας δομής δεν μπορεί να αφήνει ανοιχτά τα πιο κρίσιμα οικονομικά στοιχεία. Ιδιαίτερη ένσταση προκαλεί και η πρόβλεψη ότι μετά την αδειοδότηση η αρχή κοινοποιεί την έγκριση σε σειρά υπηρεσιών για ελεγκτικούς σκοπούς, ενώ “κάθε άλλη αρμόδια, κατά την κρίση της, υπηρεσία” μπορεί επίσης να εμπλέκεται. Αυτή η αόριστη διατύπωση διευρύνει υπερβολικά τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο πολλαπλών, επάλληλων και μη συντονισμένων ελέγχων. Ο σωστός επαγγελματίας δεν φοβάται τον έλεγχο. Φοβάται την ασάφεια, την επανάληψη, την αντιφατικότητα και την έλλειψη ενός ενιαίου σημείου ευθύνης. Αν πραγματικά στόχος είναι η διαφάνεια και η ασφάλεια, τότε οι αρμοδιότητες πρέπει να είναι σαφείς, κλειστές και προβλέψιμες, όχι ανοιχτές σε κατά περίπτωση ερμηνείες. Το ίδιο προβληματικό είναι και το γεγονός ότι ενώ το σχέδιο επικαλείται τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό μέσω Ο.Π.Σ.-Α.Δ.Ε., ταυτόχρονα παραδέχεται ότι μέχρι την ενεργοποίησή του η διαδικασία θα συνεχίσει με έντυπη ή ηλεκτρονική υποβολή στους δήμους ή στα ΚΕΠ. Δηλαδή, η μεταρρύθμιση στηρίζεται σε ένα σύστημα που ακόμη δεν λειτουργεί πλήρως για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτό σημαίνει ότι εισάγεται ένα νέο αυστηρό πλαίσιο χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί εκ των προτέρων τα ψηφιακά εργαλεία που θα μείωναν τη διοικητική επιβάρυνση. Με απλά λόγια, ζητούν περισσότερη συμμόρφωση χωρίς να παρέχουν ακόμη την αντίστοιχη λειτουργική υποστήριξη. Ένα ακόμη σοβαρό σημείο είναι η λογική των κυρώσεων. Το σχέδιο προβλέπει διοικητικά πρόστιμα για λειτουργία χωρίς έγκριση, χωρίς τροποποίηση, για μη ενημέρωση, για μη επικαιροποίηση δικαιολογητικών, ακόμη και σε συνδυασμό με προσαυξήσεις λόγω μεγέθους, διάρκειας ή υποτροπής. Θεωρώ απολύτως θεμιτό να υπάρχουν αυστηρές κυρώσεις όταν τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των παιδιών ή όταν λειτουργεί δομή εκτός ουσιαστικών προδιαγραφών. Όμως εδώ διαφαίνεται μια γενικευμένη τιμωρητική φιλοσοφία, που δεν ξεχωρίζει επαρκώς την πραγματικά επικίνδυνη παραβατικότητα από τις τυπικές ή διοικητικές παραλείψεις. Σε έναν τόσο ευαίσθητο κλάδο, χρειάζεται αυστηρότητα στην ουσία και λογική στην τυπική συμμόρφωση. Αλλιώς θα οδηγηθούμε σε ένα καθεστώς όπου ο φόβος του προστίμου θα υπερισχύσει της διάθεσης για επένδυση και ανάπτυξη. Θέλω επίσης να επισημάνω ότι η ιδιωτική προσχολική φροντίδα δεν είναι ένας αδιάφορος εμπορικός κλάδος. Είναι κοινωνική υποδομή. Κάθε νέα νόμιμη μονάδα σημαίνει περισσότερες θέσεις για βρέφη και νήπια, περισσότερη στήριξη στις οικογένειες, περισσότερες θέσεις εργασίας, περισσότερη ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και οικογενειακή ζωή των γονέων. Όταν λοιπόν το κράτος σχεδιάζει ένα τόσο βαρύ σύστημα αδειοδότησης, στην πραγματικότητα δεν βάζει εμπόδια μόνο στον επιχειρηματία. Βάζει εμπόδια και στους γονείς που ψάχνουν θέση για το παιδί τους, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ήδη υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων δομών. Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι το σχέδιο πρέπει να επανεξεταστεί ουσιαστικά και όχι απλώς να διορθωθεί επιμέρους. Χρειάζεται ένα σύστημα που να διασφαλίζει την ποιότητα και την ασφάλεια, αλλά χωρίς να εξοντώνει όποιον προσπαθεί να επενδύσει νόμιμα. Οι βασικές αλλαγές που θεωρώ αναγκαίες είναι οι εξής: σαφείς και συντομότερες αποκλειστικές προθεσμίες για τη διοίκηση, με πραγματικές συνέπειες σε βάρος της διοίκησης και όχι σε βάρος του πολίτη όταν αυτές παραβιάζονται· κατάργηση της τεκμαιρόμενης απόρριψης λόγω άπρακτης παρέλευσης προθεσμίας· ουσιαστική κλιμάκωση απαιτήσεων και δικαιολογητικών ανάλογα με το μέγεθος και τον βαθμό κινδύνου της δομής· απλούστερη διαδικασία για ήσσονος σημασίας μεταβολές· σαφές, ενιαίο και περιορισμένο πλαίσιο ελέγχων· λογικά και προκαθορισμένα παράβολα και πρόστιμα· πλήρης λειτουργία του ψηφιακού συστήματος πριν από την επιβολή πρόσθετων υποχρεώσεων· και, κυρίως, μια φιλοσοφία που θα βλέπει τον νόμιμο επιχειρηματία ως συνεργάτη στην παροχή κοινωνικά κρίσιμων υπηρεσιών και όχι ως μόνιμο ύποπτο. Ως άνθρωπος που προσπάθησε πραγματικά να ιδρύσει βρεφικό σταθμό και βρέθηκε αντιμέτωπος με αλλεπάλληλα εμπόδια, καθυστερήσεις, ασάφειες και έξοδα, δεν μπορώ να δω αυτό το σχέδιο ως λύση. Το βλέπω ως ακόμη ένα διοικητικό φίλτρο που θα αποκλείσει νέους επαγγελματίες, θα ενισχύσει την αβεβαιότητα και τελικά θα περιορίσει την προσφορά νόμιμων και ποιοτικών δομών. Αν πραγματικά θέλουμε περισσότερες, καλύτερες και ασφαλείς μονάδες προσχολικής φροντίδας, τότε χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο αυστηρό στην ουσία αλλά δίκαιο, απλό και εφαρμόσιμο στη διαδικασία. Το παρόν σχέδιο, δυστυχώς, δεν το πετυχαίνει.