Αρχική Σύσταση Ταμείου Καινοτομίας Φαρμάκου - Πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα και θεραπείες - Βελτίωση των υπηρεσιών υγείας και άλλες διατάξειςΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΠΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, ΤΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΝΝΑΒΗ KAI TA ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΝΝΑΒΗΣ (άρθρα 33-49)Σχόλιο του χρήστη Γιώργος Ψαρρός | 12 Απριλίου 2026, 09:57




Ως επαγγελματίας που δραστηριοποιείται νόμιμα στον κλάδο, θεωρώ ότι το προτεινόμενο πλαίσιο, όπως διατυπώνεται, δεν συνιστά απλή ρύθμιση της αγοράς, αλλά οδηγεί σε ουσιαστικό και έμμεσο αποκλεισμό των υφιστάμενων επιχειρήσεων. Ιδίως ο περιορισμός εγκατάστασης σε απόσταση 500 μέτρων από σχολικές μονάδες καθίσταται, στην πράξη, ανεφάρμοστος στις περισσότερες αστικές περιοχές. Με δεδομένη την πυκνότητα των σχολείων στις ελληνικές πόλεις, ο όρος αυτός οδηγεί σε de facto αδυναμία εύρεσης νόμιμης έδρας, ακυρώνοντας στην πράξη τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητας. Ένας τέτοιος περιορισμός δεν λειτουργεί ως κανονιστικό μέτρο, αλλά ως έμμεση απαγόρευση. Η εν λόγω ρύθμιση εγείρει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς επιβάλλει περιορισμό που δεν είναι ούτε πρόσφορος ούτε αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ενώ υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο, οδηγώντας σε πλήρη αποστέρηση της δυνατότητας άσκησης νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς οι σωρευτικοί περιορισμοί (γεωγραφικοί, αδειοδοτικοί και αντικειμενικοί ως προς τα προϊόντα) δεν περιορίζουν απλώς την άσκηση της δραστηριότητας, αλλά την καθιστούν πρακτικά ανέφικτη. Επιπλέον, το προτεινόμενο καθεστώς περιορίζει το επιτρεπόμενο αντικείμενο δραστηριότητας σε προϊόντα εξαιρετικά χαμηλής εμπορικής ζήτησης. Η εμπειρική πραγματικότητα της αγοράς έχει ήδη καταδείξει ότι η αποκλειστική διάθεση μη ψυχοδραστικών προϊόντων κάνναβης δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα υπό το βάρος αυξημένων λειτουργικών εξόδων. Επιπροσθέτως, οι προϋποθέσεις αδειοδότησης και συμμόρφωσης που τίθενται (υποχρεωτικές πιστοποιήσεις, αναλύσεις, ιχνηλασιμότητα, διοικητικοί έλεγχοι κ.λπ.) συνεπάγονται σημαντικό οικονομικό και διοικητικό κόστος, το οποίο είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με το περιορισμένο αντικείμενο δραστηριότητας που απομένει. Το ισοζύγιο κόστους–οφέλους καθίσταται αρνητικό, μετατρέποντας τη νόμιμη λειτουργία σε οικονομικά μη βιώσιμη επιλογή. Παράλληλα, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στις επιχειρήσεις, αλλά επεκτείνονται και σε επίπεδο δημοσίων εσόδων και δημόσιας υγείας. Η συρρίκνωση ή εξαφάνιση της νόμιμης αγοράς θα οδηγήσει σε απώλεια σημαντικών φορολογικών εσόδων για το κράτος, τα οποία σήμερα προκύπτουν από νόμιμα λειτουργούσες επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, η υπερβολική αυστηροποίηση του πλαισίου δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για την ανάπτυξη παράνομων ή ανεξέλεγκτων μορφών εμπορίου, εκτός κάθε εποπτείας. Επιπλέον, η πλήρης απαγόρευση συγκεκριμένων μορφών προϊόντων, όπως ο ανθός, ενδέχεται να οδηγήσει μέρος της αγοράς σε επικίνδυνες πρακτικές υποκατάστασης, όπως η διάθεση άλλων βοτάνων εμποτισμένων με συνθετικές ουσίες, χωρίς έλεγχο και χωρίς καμία εγγύηση ασφάλειας για τον καταναλωτή, γεγονός που ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Περαιτέρω, δεν λαμβάνεται καμία πρόβλεψη για τη διαχείριση των υφιστάμενων αποθεμάτων των επιχειρήσεων. Πολλές επιχειρήσεις έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά κεφάλαια σε νόμιμα προϊόντα, τα οποία αποκτήθηκαν υπό το ισχύον καθεστώς. Η αιφνίδια μεταβολή του πλαισίου, χωρίς μεταβατική περίοδο ή πρόβλεψη απορρόφησης των αποθεμάτων, συνεπάγεται άμεση οικονομική ζημία, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, οδηγώντας πρακτικά σε οικονομική καταστροφή επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σύννομα. Συνολικά, το προτεινόμενο πλαίσιο, σε συνδυασμό με τους όρους εγκατάστασης και αδειοδότησης, λειτουργεί σωρευτικά ως μηχανισμός εξώθησης των επιχειρήσεων εκτός αγοράς, χωρίς να προβλέπεται ρεαλιστική δυνατότητα προσαρμογής. Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία: α) η επανεξέταση του περιορισμού των 500 μέτρων, ώστε να καταστεί πρακτικά εφαρμόσιμος, β) η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού πλαισίου προϊόντων που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, γ) η αναλογική προσαρμογή των απαιτήσεων αδειοδότησης, ώστε να μην καθίστανται απαγορευτικές για τη λειτουργία μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δ) η πρόβλεψη εύλογης μεταβατικής περιόδου για την ομαλή απορρόφηση των υφιστάμενων αποθεμάτων. Διαφορετικά, το προτεινόμενο κανονιστικό πλαίσιο οδηγεί, στην πράξη, σε κατάργηση ενός ολόκληρου κλάδου που μέχρι σήμερα λειτουργεί νόμιμα.