• Σχόλιο του χρήστη 'Γιώργος Ψαρρός' | 14 Απριλίου 2026, 14:51

    Ως επαγγελματίας που δραστηριοποιείται νόμιμα στον κλάδο, θεωρώ ότι το προτεινόμενο πλαίσιο, όπως διατυπώνεται, δεν συνιστά απλή ρύθμιση της αγοράς, αλλά οδηγεί σε ουσιαστικό και έμμεσο αποκλεισμό των υφιστάμενων επιχειρήσεων και στην πράξη, σε μαζικό κλείσιμο δραστηριοτήτων. Ιδίως ο περιορισμός εγκατάστασης σε απόσταση 500 μέτρων από σχολικές μονάδες καθίσταται, στην πράξη, ανεφάρμοστος στις περισσότερες αστικές περιοχές. Με δεδομένη την πυκνότητα των σχολείων στις ελληνικές πόλεις, ο όρος αυτός οδηγεί σε de facto αδυναμία εύρεσης νόμιμης έδρας, ακυρώνοντας τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητας. Ο συγκεκριμένος περιορισμός δεν λειτουργεί ως κανονιστικό μέτρο, αλλά ως έμμεση απαγόρευση λειτουργίας. Η εν λόγω ρύθμιση εγείρει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς επιβάλλει περιορισμό που δεν είναι ούτε πρόσφορος ούτε αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ενώ υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο μέτρο, οδηγώντας σε πλήρη αποστέρηση της δυνατότητας άσκησης νόμιμης οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς οι σωρευτικοί περιορισμοί καθιστούν πρακτικά ανέφικτη τη δραστηριοποίηση. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός εφαρμόζεται σε προϊόντα τα οποία, σύμφωνα με το ίδιο το προτεινόμενο πλαίσιο, δεν είναι ψυχοδραστικά, ενώ αντίστοιχοι ή και ηπιότεροι γεωγραφικοί περιορισμοί δεν φαίνεται να ισχύουν για άλλες δραστηριότητες, όπως η διάθεση αλκοόλ και καπνικών προϊόντων ή η παροχή υπηρεσιών και προϊόντων με δυνητικά μεγαλύτερο αντίκτυπο στη δημόσια υγεία. Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την ίση μεταχείριση και την αναλογικότητα των μέτρων. Επιπλέον, το προτεινόμενο καθεστώς περιορίζει το επιτρεπόμενο αντικείμενο δραστηριότητας σε προϊόντα εξαιρετικά χαμηλής εμπορικής ζήτησης. Η εμπειρία της αγοράς έχει ήδη καταδείξει ότι η αποκλειστική διάθεση μη ψυχοδραστικών προϊόντων δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα υπό το βάρος αυξημένων λειτουργικών εξόδων. Οι προϋποθέσεις αδειοδότησης και συμμόρφωσης (πιστοποιήσεις, αναλύσεις, ιχνηλασιμότητα, διοικητικές διαδικασίες) συνεπάγονται σημαντικό οικονομικό και διοικητικό κόστος, το οποίο είναι δυσανάλογο σε σχέση με το περιορισμένο αντικείμενο δραστηριότητας που απομένει. Το ισοζύγιο κόστους–οφέλους καθίσταται αρνητικό. Παράλληλα, η συρρίκνωση της νόμιμης αγοράς αναμένεται να οδηγήσει σε κλείσιμο επιχειρήσεων λιανικής και χονδρικής, απώλεια θέσεων εργασίας και σημαντική μείωση φορολογικών εσόδων για το κράτος. Ταυτόχρονα, δημιουργούνται ισχυρά κίνητρα για μετατόπιση της ζήτησης προς ανεξέλεγκτες ή παράνομες μορφές εμπορίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια των καταναλωτών. Επιπλέον, η απαγόρευση προϊόντων όπως ο ανθός ενδέχεται να οδηγήσει σε επικίνδυνες πρακτικές υποκατάστασης, με χρήση μη ελεγχόμενων ουσιών, δημιουργώντας κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Τέλος, δεν προβλέπεται καμία μέριμνα για τα ήδη υπάρχοντα αποθέματα των επιχειρήσεων, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα υπό το ισχύον καθεστώς. Η αιφνίδια αλλαγή χωρίς μεταβατική περίοδο συνεπάγεται σημαντική οικονομική ζημία, η οποία σε πολλές περιπτώσεις ανέρχεται σε ιδιαίτερα υψηλά ποσά και απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Στην Τσεχία, εδώ και τρία χρόνια, ετοιμάζεται νομοθετικό πλαίσιο που προβλέπει τη λειτουργία ειδικών καταστημάτων κάνναβης για τη διάθεση ψυχαγωγικών κανναβινοειδών σε ενήλικες, με στόχο τη ρύθμιση της αγοράς. Στην Ελλάδα, μέσα σε λίγους μήνες, προτείνεται ένα πλαίσιο περιορισμένο σε καλλυντικά και μη ψυχοδραστικά προϊόντα, συνοδευόμενο από όρους όπως η υποχρεωτική απόσταση 500 μέτρων από προσχολικές και σχολικές μονάδες. Στην πράξη τίθεται ένα απλό ερώτημα: σε ποιον αστικό ιστό μπορεί να εφαρμοστεί τέτοια απόσταση; Με την πυκνότητα των σχολείων, ακόμη και πολύ μικρότερες αποστάσεις καθιστούν δύσκολη τη λειτουργία, πόσο μάλλον τα 500 μέτρα. Παράλληλα, δημιουργείται εύλογος προβληματισμός: γιατί σε άλλες χώρες η ρυθμισμένη αγορά ψυχαγωγικής κάνναβης για ενήλικες δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, ενώ εδώ τίθενται τόσο αυστηροί περιορισμοί ακόμη και για μη ψυχοδραστικά προϊόντα; Είναι επίσης εύλογο να τεθεί το ερώτημα βιωσιμότητας: μπορεί ένα κατάστημα να μπει σε αυτή τη διαδικασία για να διαθέτει προϊόντα με περιορισμένη ζήτηση; Συνολικά, το προτεινόμενο πλαίσιο, σε συνδυασμό με τους όρους εγκατάστασης και αδειοδότησης, οδηγεί σε ουσιαστική αδυναμία λειτουργίας ενός ολόκληρου κλάδου. Επιπλέον, τίθεται και ζήτημα συμβατότητας με το ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς οι περιορισμοί αυτοί ενδέχεται να κριθούν δυσανάλογοι και μη συμβατοί με βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ελευθερίας οικονομικής δραστηριότητας. Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία: α) η επανεξέταση του περιορισμού των 500 μέτρων, β) η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού πλαισίου προϊόντων, γ) η αναλογική προσαρμογή των απαιτήσεων αδειοδότησης, δ) η πρόβλεψη εύλογης μεταβατικής περιόδου για τα υφιστάμενα αποθέματα. Στην πράξη, η ρύθμιση αυτή δεν περιορίζει απλώς την αγορά — την καθιστά μη εφαρμόσιμη.