Αρχική Σύσταση Ταμείου Καινοτομίας Φαρμάκου - Πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα και θεραπείες - Βελτίωση των υπηρεσιών υγείας και άλλες διατάξειςΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΠΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, ΤΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΝΝΑΒΗ KAI TA ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΝΝΑΒΗΣ (άρθρα 33-49)Σχόλιο του χρήστη Αναστασία Λ. | 15 Απριλίου 2026, 23:06




Ως επαγγελματίας που δραστηριοποιείται στον κλάδο, αλλά και ως πολίτης που συμμετέχει ενεργά στη δημόσια διαβούλευση, εκφράζω τη σοβαρή μου αντίρρηση ως προς το άρθρο 41 για την εμπορία προϊόντων ξηρού άνθους κάνναβης. Από την επισκόπηση των πρόσφατων σχολίων στη διαβούλευση προκύπτει σαφώς ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένη τεχνική αλλαγή, αλλά ως μέτρο με εκτεταμένες και δυσανάλογες επιπτώσεις για την αγορά και την κοινωνία. Σε νομικό επίπεδο, η καθολική απαγόρευση της εμπορίας ανθών εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος. Ένα τόσο περιοριστικό μέτρο οφείλει να είναι κατάλληλο, αναγκαίο και το ηπιότερο δυνατό για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς γιατί αποκλείονται λιγότερο επαχθείς εναλλακτικές (π.χ. αυστηρότερος έλεγχος, ρυθμιστικό πλαίσιο διάθεσης), γεγονός που καθιστά το μέτρο νομικά αμφισβητήσιμο. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα προστασίας της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος), καθώς και της ελευθερίας άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Η αιφνίδια κατάργηση μιας νόμιμης δραστηριότητας, χωρίς επαρκή μεταβατική περίοδο και χωρίς πρόβλεψη αποζημίωσης, συνιστά δυσανάλογη παρέμβαση στην οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Επιπλέον, δημιουργούνται εύλογα ζητήματα σε σχέση με την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της ασφάλειας δικαίου. Οι επιχειρήσεις του κλάδου έχουν αναπτύξει δραστηριότητα, έχουν επενδύσει κεφάλαια και έχουν διαμορφώσει εμπορική πολιτική βάσει ενός συγκεκριμένου και ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων, χωρίς πρόβλεψη προσαρμογής, παραβιάζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που οφείλει να διασφαλίζει η Πολιτεία. Σε επίπεδο ευρωπαϊκού δικαίου, το μέτρο ενδέχεται να έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (άρθρα 34–36 ΣΛΕΕ), ιδίως εφόσον πρόκειται για προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα σε άλλα κράτη-μέλη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οποιοσδήποτε περιορισμός θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς από λόγους δημόσιας υγείας και να είναι αναλογικός, κάτι που δεν προκύπτει με σαφήνεια από την προτεινόμενη διάταξη. Πέραν των ανωτέρω, οι πρακτικές συνέπειες του μέτρου, όπως επισημαίνονται επανειλημμένα και από άλλους συμμετέχοντες στη διαβούλευση, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Η απαγόρευση αναμένεται να οδηγήσει σε ενίσχυση της παράνομης αγοράς, αποδυνάμωση του ελεγχόμενου πλαισίου διάθεσης και έκθεση των καταναλωτών σε προϊόντα αμφίβολης ποιότητας, χωρίς κανέναν μηχανισμό ελέγχου. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις έχουν ήδη προβεί σε σημαντικές επενδύσεις και διατηρούν αποθέματα προϊόντων, χωρίς να προβλέπεται οποιοσδήποτε μηχανισμός αποζημίωσης. Η άμεση εφαρμογή της ρύθμισης, υπό αυτές τις συνθήκες, οδηγεί σε υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση και δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η προτεινόμενη διάταξη θα πρέπει να αποσυρθεί και να επανεξεταστεί σε ουσιαστική βάση, με πραγματική αξιολόγηση των επιπτώσεων και των εναλλακτικών λύσεων. Σε περίπτωση που επιλεγεί η προώθησή της, είναι απολύτως αναγκαίο να προβλεφθεί επαρκής και ρεαλιστική μεταβατική περίοδος, καθώς και σαφές πλαίσιο διαχείρισης των υφιστάμενων αποθεμάτων. Η δημόσια διαβούλευση δεν θα πρέπει να έχει τυπικό χαρακτήρα, αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο εφόσον οι τοποθετήσεις που έχουν ήδη κατατεθεί οι οποίες αποτυπώνουν με σαφήνεια την πραγματικότητα του κλάδου και είναι κρίσιμο να ληφθούν ουσιαστικά υπόψη και ενσωματωθούν στη νομοθετική διαδικασία πριν τη λήψη οριστικών αποφάσεων.