Αρχική Σύσταση Ταμείου Καινοτομίας Φαρμάκου - Πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα και θεραπείες - Βελτίωση των υπηρεσιών υγείας και άλλες διατάξειςΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΠΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, ΤΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΝΝΑΒΗ KAI TA ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΝΝΑΒΗΣ (άρθρα 33-49)Σχόλιο του χρήστη Λάμπρος Βαρδής | 19 Απριλίου 2026, 22:44




Ονομάζομαι Λάμπρος Βαρδής και δραστηριοποιούμαι στον χώρο της βιομηχανικής κάνναβης από το 2019, ενώ από το 2025 είμαι και ιδιοκτήτης φαρμακείου. Θεωρώ υποχρέωσή μου να τοποθετηθώ με καθαρότητα. Η αγορά πράγματι χρειαζόταν αυστηρότερη ρύθμιση. Χρειαζόταν τέλος στην ανεξέλεγκτη διάθεση προϊόντων από ακατάλληλα σημεία πώλησης, στους αυτόματους πωλητές, στην πώληση χωρίς ταυτοποίηση και, κυρίως, στη διακίνηση προϊόντων με συνθετικά κανναβομιμητικά ή άλλες αλλοιωμένες μορφές που δυσφήμησαν συνολικά τον κλάδο και δημιούργησαν πραγματικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και τους ανηλίκους. Μέχρι εδώ, η ανάγκη κρατικής παρέμβασης είναι εύλογη και, σε σημαντικό βαθμό, μια τέτοια παρέμβαση είχε ζητηθεί και από τον ίδιο τον κλάδο. Το πρόβλημα είναι ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου δεν περιορίζεται στην εξυγίανση της αγοράς. Επιλέγει ένα δυσανάλογο και εσωτερικά αντιφατικό μέτρο: την καθολική απαγόρευση της λιανικής διάθεσης, αγοράς και χρήσης του φυσικού ξηρού ανθού βιομηχανικής κάνναβης, ενώ το ίδιο το κράτος εξακολουθεί να επιτρέπει την καλλιέργεια, την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη χονδρική διακίνηση και τη βιομηχανική μεταποίησή του. Αυτή είναι η βασική αντίφαση της ρύθμισης. Το κράτος δημιουργεί ειδική, αδειοδοτημένη και ελεγχόμενη αγορά προϊόντων κάνναβης, με μητρώο, όρους λειτουργίας, ελέγχους και κυρώσεις, αλλά αφαιρεί από αυτήν ακριβώς το βασικό προϊόν που καλείται να ρυθμίσει. Αν ο φυσικός ανθός μπορεί να καλλιεργείται, να εισάγεται, να αποθηκεύεται και να διακινείται χονδρικά, τότε δεν αντιμετωπίζεται ως καθαυτό παράνομο προϊόν. Αντίθετα, όταν απαγορεύεται μόνο στην τελική του διάθεση στον καταναλωτή, η Πολιτεία οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν επαρκεί ένα αυστηρότερο και πλήρως ελεγχόμενο σύστημα ειδικής λιανικής. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κεντρικό ζήτημα αναλογικότητας. Το κράτος έχει ήδη χτίσει όλο το πλαίσιο που θα μπορούσε να στηρίξει μια ασφαλή αγορά: ειδικά καταστήματα, αδειοδότηση, ψηφιακό μητρώο, ελέγχους, υπεύθυνες δηλώσεις για απουσία χημικώς ανάλογων μορίων με ψυχοτρόπο δράση και αυστηρές κυρώσεις. Αντί όμως να χρησιμοποιήσει αυτό το πλαίσιο για να ρυθμίσει αυστηρά το φυσικό προϊόν, επιλέγει το πιο βαρύ μέτρο, δηλαδή την πλήρη απαγόρευσή του. Το πραγματικό πρόβλημα της αγοράς δεν ήταν ποτέ ο φυσικός ανθός καθαυτός. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν τα συνθετικά, τα ψεκασμένα ή αλλοιωμένα προϊόντα, η απουσία εργαστηριακού ελέγχου, η ανυπαρξία ιχνηλασιμότητας και η ανεξέλεγκτη διάθεση από σημεία που δεν έπρεπε ποτέ να έχουν πρόσβαση σε τέτοια προϊόντα. Αν αυτό είναι το πρόβλημα, τότε η λύση είναι σαφής: ρητός αποκλεισμός των συνθετικών, υποχρεωτικός εργαστηριακός έλεγχος, σφραγισμένη συσκευασία, πλήρης ιχνηλασιμότητα, αυστηρός έλεγχος ηλικίας και διάθεση αποκλειστικά από ειδικά αδειοδοτημένα και ελεγχόμενα καταστήματα. Όχι οριζόντια απαγόρευση του φυσικού προϊόντος. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο χωροταξικός περιορισμός των 500 μέτρων από σχολικές μονάδες. Όταν το ίδιο το σχέδιο αφαιρεί από τα ειδικά καταστήματα τον ανθό και περιορίζει δραστικά το πεδίο των επιτρεπόμενων προϊόντων, η διατήρηση τόσο αυστηρής απόστασης γεννά εύλογο ερώτημα αναλογικότητας και πρακτικής σκοπιμότητας. Στις μεγάλες πόλεις, μια τέτοια ρύθμιση είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσει ως έμμεση απαγόρευση εγκατάστασης σε επιχειρήσεις που στην πράξη, θα διαθέτουν μη ψυχοδραστικά προϊόντα. Το ίδιο ισχύει και για το πλαίσιο κυρώσεων. Όταν η καθολική απαγόρευση του ανθού συνδυάζεται με ασφυκτικούς χωροταξικούς περιορισμούς, βαριά διοικητικά πρόστιμα, ποινικές συνέπειες και σοβαρές δυσκολίες αδειοδότησης, η ρύθμιση παύει να λειτουργεί μόνο ως πλαίσιο εποπτείας και κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό αποδυνάμωσης ή και εκκαθάρισης της νόμιμης αγοράς. Επιπλέον, το σχέδιο δεν φαίνεται να περιλαμβάνει επαρκές πλαίσιο μεταβατικής περιόδου για τις επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν νόμιμα, για τα αποθέματα που ήδη υπάρχουν στην αγορά, για τις επενδύσεις που έχουν γίνει και για τις συμβατικές υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί. Η αιφνίδια αυτή απαγόρευση θα έχει σοβαρότατο οικονομικό αποτύπωμα, οδηγώντας σε απώλεια θέσεων εργασίας και καταστροφή επενδεδυμένων κεφαλαίων. Μια τόσο ριζική αλλαγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς σαφή και εύλογη μεταβατική πρόβλεψη. Διαφορετικά, η Πολιτεία δεν ρυθμίζει απλώς την αγορά. Αιφνιδιάζει και τιμωρεί όσους λειτούργησαν εντός του μέχρι σήμερα ισχύοντος πλαισίου. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το σχέδιο δημιουργεί ανάγκη αποσαφήνισης για το καθεστώς ορισμένων προϊόντων άτμισης που σχετίζονται με CBD ή λοιπά προϊόντα χαμηλού THC, καθώς η διατύπωση των σχετικών διατάξεων αφήνει ερμηνευτικά κενά. Παράλληλα, δεν προκύπτει με την ίδια σαφήνεια η θέση των φαρμακείων ως προς τη διάθεση προϊόντων CBD, ούτε η αντίστοιχη συστηματική ένταξή τους στο πλαίσιο των σχετικών κυρώσεων, κάτι που επίσης χρειάζεται αποσαφήνιση. Ένα νέο πλαίσιο, αν θέλει να είναι σοβαρό, πρέπει να είναι αυστηρό αλλά και σαφές. Από ευρωπαϊκή άποψη, η ρύθμιση γεννά και σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας. Όταν ένα προϊόν κυκλοφορεί στην ενιαία αγορά και δεν αντιμετωπίζεται συνολικά ως απαγορευμένο, η πλήρης εξάλειψή του από την τελική καταναλωτική αγορά απαιτεί πολύ αυστηρή αιτιολόγηση. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-663/18, Kanavape, έχει ήδη δείξει ότι οι εθνικοί περιορισμοί σε προϊόντα CBD που κυκλοφορούν νόμιμα υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της αναλογικότητας. Το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη εξέτασης ενδεχόμενης προηγούμενης κοινοποίησης τεχνικών περιορισμών μέσω του μηχανισμού TRIS. Επιπλέον, η ισχύουσα Κοινή Αγροτική Πολιτική αναγνωρίζει το hemp με όριο 0,3% THC, ενώ η ευρωπαϊκή κατεύθυνση μετά το 2027 διαγράφεται μάλλον ακόμη πιο διευρυμένη και όχι πιο περιοριστική ως προς την ενσωμάτωση της κάνναβης στο αγροτικό και παραγωγικό πλαίσιο. Αυτό εντείνει ακόμη περισσότερο την αντίφαση μεταξύ νόμιμης αγροτικής παραγωγής και καθολικής απαγόρευσης τελικής διάθεσης. Η θέση μου, συνεπώς, είναι ξεκάθαρη: Ναι στην εξυγίανση της αγοράς. Ναι στον αυστηρό έλεγχο. Ναι στην ειδική αδειοδοτημένη λιανική. Ναι στην υποχρεωτική εργαστηριακή πιστοποίηση, στην ιχνηλασιμότητα, στην ταυτοποίηση και στον ρητό αποκλεισμό των συνθετικών. Ναι στην αυστηρή προστασία των ανηλίκων. Όχι όμως στην καθολική απαγόρευση του φυσικού ξηρού ανθού. Όχι σε ρυθμίσεις που, αντί να χτυπούν το πρόβλημα στη ρίζα του, αποδυναμώνουν τις νόμιμες επιχειρήσεις και μεταφέρουν τη ζήτηση σε αδιαφανή και ανεξέλεγκτα κανάλια. Όχι σε ένα πλαίσιο που εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις, υπέρμετρα βάρη και έλλειψη μεταβατικής λογικής. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η Πολιτεία πρέπει να επανεξετάσει ιδίως: την καθολική απαγόρευση του φυσικού ανθού στη λιανική και στην τελική χρήση, τον χωροταξικό περιορισμό των 500 μέτρων, το υπέρμετρα βαρύ πλαίσιο κυρώσεων, την απουσία σαφούς μεταβατικής περιόδου, και την ανάγκη αποσαφήνισης για τα προϊόντα άτμισης και για τη θέση των φαρμακείων στο σχετικό πλαίσιο. Η σωστή λύση δεν είναι η αποσπασματική απαγόρευση. Η σωστή λύση είναι η αυστηρή και στοχευμένη ρύθμιση. Αν ο φυσικός ανθός αφαιρεθεί από τη νόμιμη αγορά, δεν θα εξαφανιστεί. Θα μετακινηθεί εκεί όπου δεν θα υπάρχει ούτε έλεγχος, ούτε πιστοποίηση, ούτε πραγματική προστασία του καταναλωτή. Αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι μια ρύθμιση που απλώς δείχνει αυστηρή. Χρειάζεται μια ρύθμιση που να είναι ταυτόχρονα σοβαρή, αναλογική, συνεκτική και εφαρμόσιμη στην πράξη.