• Σχόλιο του χρήστη 'ΝΙΚΟΛΑΣ' | 22 Απριλίου 2026, 10:31

    Θέμα: Κρίσιμες επισημάνσεις επί του Άρθρου 41 – Ανάγκη άμεσης αναθεώρησης για την αποφυγή στρεβλώσεων στην αγορά και υπονόμευσης της δημόσιας υγείας Αξιότιμοι κύριοι/κυρίες, Η προτεινόμενη ρύθμιση του Άρθρου 41, που εισάγει την καθολική απαγόρευση της λιανικής διάθεσης του ξηρού ανθού κάνναβης με περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) έως 0,3%, εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, αποτελεσματικότητας και συνοχής του ίδιου του νομοθετικού πλαισίου. Καταρχάς, η συγκεκριμένη πρόβλεψη φαίνεται να αντιμετωπίζει οριζόντια και αδιαφοροποίητα προϊόντα τα οποία, τόσο βάσει της ισχύουσας ελληνικής νομοθεσίας όσο και της ευρωπαϊκής πρακτικής, δεν κατατάσσονται στις ελεγχόμενες ναρκωτικές ουσίες όταν η περιεκτικότητα σε THC παραμένει εντός των επιτρεπόμενων ορίων. Η επιλογή της καθολικής απαγόρευσης, χωρίς διαβάθμιση κινδύνου, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά της με την αρχή της αναλογικότητας. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η έμμεση αλλά ουσιαστική μετατροπή μιας ευρείας κατηγορίας προϊόντων ευεξίας σε αντικείμενο αποκλειστικά φαρμακευτικής διαχείρισης. Η εξίσωση της ελεγχόμενης πρόσβασης ενηλίκων σε προϊόντα χαμηλής THC με τη θεραπευτική χρήση υπό ιατρική ένδειξη οδηγεί σε υπέρμετρη ρύθμιση, η οποία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα κινδύνου. Τα διαθέσιμα στοιχεία από ευρωπαϊκούς οργανισμούς και εθνικούς φορείς καταδεικνύουν ότι τα σοβαρότερα περιστατικά οξείας τοξικότητας συνδέονται κατά κύριο λόγο με συνθετικά ή ημισυνθετικά κανναβινοειδή και προϊόντα αμφίβολης προέλευσης. Αντιθέτως, δεν τεκμηριώνεται αντίστοιχη επιβάρυνση από τον ελεγχόμενο ανθό κάνναβης χαμηλής περιεκτικότητας σε THC, όπως αυτός διατίθεται σήμερα μέσω εξειδικευμένων σημείων πώλησης. Υπό το πρίσμα αυτό, η καθολική απαγόρευση ενός προϊόντος χαμηλού κινδύνου δεν φαίνεται να στοχεύει την πραγματική πηγή του προβλήματος. Αντιθέτως, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει: * στη μεταφορά της ζήτησης σε ανεξέλεγκτα δίκτυα, * στην ενίσχυση της παραοικονομίας, * στη μείωση της δυνατότητας ελέγχου της αγοράς, * και τελικά σε μεγαλύτερη έκθεση των καταναλωτών σε μη ασφαλή προϊόντα. Παράλληλα, δημιουργείται μια εμφανής εσωτερική αντίφαση στο ίδιο το σχέδιο νόμου. Από τη μία πλευρά, προβλέπεται η δημιουργία αδειοδοτημένων επιχειρήσεων, μητρώου και εποπτευόμενων σημείων διάθεσης προϊόντων κάνναβης. Από την άλλη, αφαιρείται από το πεδίο αυτό το βασικό προϊόν της αγοράς, δηλαδή ο ανθός χαμηλής THC. Η αντίφαση αυτή υπονομεύει τη συνοχή του ρυθμιστικού πλαισίου και καθιστά δυσχερή την πρακτική εφαρμογή του. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η προσέγγιση που ακολουθείται δεν είναι η καθολική απαγόρευση ούτε η πλήρης ιατρικοποίηση των προϊόντων χαμηλής THC. Αντιθέτως, εφαρμόζονται πολυκαναλικά μοντέλα ρύθμισης, με σαφή διαχωρισμό μεταξύ θεραπευτικής χρήσης και ελεγχόμενης πρόσβασης ενηλίκων, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η επιλογή μιας πιο περιοριστικής κατεύθυνσης, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση διαφοροποίησης κινδύνου, ενδέχεται να απομακρύνει τη χώρα από τις ευρωπαϊκές πρακτικές και να δημιουργήσει ζητήματα ως προς τη συμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο και την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας προϊόντων. Επιπλέον, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο κλάδος των προϊόντων κάνναβης χαμηλής THC αποτελεί πλέον μια υπαρκτή οικονομική δραστηριότητα, με σημαντική συμβολή: * στα δημόσια έσοδα μέσω Φ.Π.Α. και φορολογίας, * στην απασχόληση, * και στη δημιουργία ενός ελεγχόμενου και διαφανούς εμπορικού περιβάλλοντος. Η αιφνίδια απομάκρυνση βασικών προϊόντων του κλάδου από τη νόμιμη αγορά ενδέχεται να έχει δυσανάλογες επιπτώσεις, τόσο σε επίπεδο επιχειρηματικότητας όσο και σε επίπεδο κρατικών εσόδων, χωρίς να διασφαλίζει αντίστοιχα οφέλη για τη δημόσια υγεία. Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται αναγκαία η ουσιαστική αναθεώρηση της προτεινόμενης διάταξης, με στόχο τη μετάβαση από ένα μοντέλο καθολικής απαγόρευσης σε ένα μοντέλο αυστηρά ελεγχόμενης διάθεσης. Συγκεκριμένα, προτείνεται: * η ένταξη του ξηρού ανθού κάνναβης χαμηλής THC σε αδειοδοτημένο και εποπτευόμενο λιανικό κανάλι ενηλίκων, * η διατήρηση της φαρμακευτικής διάθεσης αποκλειστικά για περιπτώσεις θεραπευτικής χρήσης, * η καθιέρωση υποχρεωτικών εργαστηριακών ελέγχων και πλήρους ιχνηλασιμότητας, * η σαφής και ομοιόμορφη σήμανση των προϊόντων, * η αυστηρή απαγόρευση πώλησης σε ανηλίκους, * και η ενίσχυση των ελέγχων έναντι συνθετικών και νοθευμένων προϊόντων. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποδυναμώνει την προστασία της δημόσιας υγείας· αντιθέτως, την ενισχύει, καθώς επιτρέπει τον ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς, αντί της μετατόπισής της σε μη ελεγχόμενα περιβάλλοντα. Καταληκτικά, η αποτελεσματική νομοθέτηση οφείλει να βασίζεται στην αναλογικότητα, στη σαφή στόχευση του πραγματικού κινδύνου και στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ προστασίας της δημόσιας υγείας και εύρυθμης λειτουργίας της νόμιμης αγοράς. Η παρούσα ρύθμιση, όπως διατυπώνεται, δεν φαίνεται να επιτυγχάνει την ισορροπία αυτή και για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμη η επανεξέτασή της. Με εκτίμηση