• Σχόλιο του χρήστη 'Καθηγητής Νικόλαος Δαναλάτος' | 15 Ιανουαρίου 2010, 17:13
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    H τιμολόγηση της παραγόμενης πράσινης ενέργειας είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα μας αλλά αυτή πρέπει να γίνει στη βάση ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου όπου θα ληφθούν υπόψη εκτός του επενδυτικού ενδιαφέροντος, το υφιστάμενο κόστος της συμβατικής ενέργειας και της πράσινης ενέργειας, η τιμολόγηση της εκπομπής θερμοκηπιακών αερίων ρύπων, η εξαγωγή συναλλάγματος, οι δημιουργούμενες νέες θέσεις εργασίας, και τα παράπλευρα κοινωνικο-οικονομικά και περιβαλλοντκά ωφέλη. Η αύξηση της τιμής της MWhe που παράγεται από (καλλιεργούμενη) βιομάζα στα 120 € είναι λογική. Η τιμή αυτή υπερβαίνει κατά 20 € το σημερινό μέσο κόστος παραγωγής Η/Ρ από τη ΔΕΗ αλλά αντισταθμίζεται από ισόποσο πρόστιμο εκπομπής ρύπων. Με βάση την τιμή αυτή, μια μονάδα παραγωγής Η/Ρ 24.000 MWhe από καλλιεργούμενη βιομάζα (π.χ. αγριαγκινάρας) με εγκατεστημένη ισχύ 3,2 MWe και κόστος εγκατάστασης περί τα 5 εκατ. €. αποδίδει 24000*120 = 2.880.000 € ετησίως εκ των οποίων το 1.050.000 € επιστρέφει στους γεωργούς και το ετήσιο κέρδος της τάξης του 1.500.000 € ως προς την επένδυση των 2.500.000 € είναι ιδιαίτερα ελκυστικό (IRR=60%). Για την παραπάνω μονάδα απαιτόύνται 15.000 t βιομάζας αγριαγκινάρας που καλλιεργείται σε 7.500 στρ. αντικαθιστώντας μια παραδοσιακή καλλιέργεια, π.χ. βαμβάκι. Οι σχετικοί με την Ελληνική γεωργία γνωρίζουν ότι η μεγάλη καλλιέργεια στην Ελλάδα έχει πλέον μηδενικό κέρδος, και στηρίζεται αποκλειστικά στις επιδοτήσεις. Για παράδειγμα μια μέση στρεμματική απόδοση βαμβακιού ίση με 400 kg/στρ * 0,3 €/kg αποδίδει περί τα 120 € με κόστος παραγωγής 100-120 €/στρ!!. Απλά η καλλιέργεια στηρίζεται στην συνολική επιδότηση των 140 €/στρ που σε πολλές περιπτώσεις φθάνει (νιτρορύπανση) και τα 195 €/στρ. Όμως μεγάλο ποσοστό των δαπανών παραγωγής διαφεύγει προς ξένες αγορές (σπόροι, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, πετρέλαιο) που για τα παραπάνω 7500 στρ υπολογίζονται στα 600.000 €. Είναι προφανής η ανάπτυξη της τοπικής γεωργίας με την εναλλακτική ενεργειακή πρόταση όπου το ανωτέρω ποσό αφενός δεν διαφεύγει ενώ αφετέρου εισρέουν επί πλέον 1.050.000 € από την πώληση της βιομάζας. Έτσι ενώ φαινομενικά η συνολική αξία της MWhe ανέρχεται στα 124 € εκτών οποίων τα 4 € εκρέουν προς ξένες αγορές στην πραγματικότητα έχουμε μικρότερη εκροή συναλλάγματος κατά 25€ / MWhe (600.000 € / 24.000 MWhe) και εισροές στη γεωργική οικονομία κατά 44 €/ MWhe. Συμπερασματικά η Ελληνική κοινωνία θα χρεωθεί συνολικά για κάθε παραγόμενη MWhe στην πραγματικότητα κατά 124 – (25+44) = 55 € δηλαδή 45 € λιγότερο από το μέσο κόστος παραγωγής, εκ των οποίων τα 24 € προέρχονται από την μείωση εκροής συναλλάγματος. Και δεν υπολογίστηκαν ακόμα οι δημιουργούμενες νέες θέσεις εργασίας, η μείωση της ιδίας εργασίας των γεωργών, η εξοικονόμηση πετρελαίου θέρμανσης στην περίπτωση χρήσης της θερμότητας για τηλεθέρμανση, και τα πολλαπλά περιβαλλοντικά οφέλη που προκύπτουν από την εναλλακτική μας πρόταση. Με βάση τα ανωτέρω, υπολογίζεται ότι η παραγωγή Η/Ρ ίσου μόνο με το 20% αυτού που παράγεται σε ένα σταθμό ΑΗΣ στην Πτολεμαίδα απαιτεί μικρή πρόσθετη επενδυτική δαπάνη (167 εκατ. €) αλλά αποφέρει πρόσθετο γεωργικό εισόδημα περί τα 110 εκατ. € ετησίως (εκτών οποίων τα 40 εκατ. € είναι συνάλλαγμα) αντισταθμίζοντας περίπου κατά το ήμισυ το συνολικό κόστος παραγωγής ρεύματος του ΑΗΣ για τη ΔΕΗ!. Αν συνυπολογιστούν τα οφέλη από τη χρήση της παραγόμενης θερμότητας (τηλεθέρμανση κλπ) προκύπτει πρόσθετο όφελος άνω των 50 εκατ. € εκ των οποίων τα 30 εκατ. είναι συνάλλαγμα. Εκτός των άμεσων ωφελειών από την παραγωγή πράσινης ενέργειας, με την ίδια εναλλακτική πρόταση θα εξοικονομούνται ετησίως περί τα 200 εκατ. κ.μ. αρδευτικού νερού (1/3 του άνω ρου του αχελώου), και θα βελτιωθεί έκταση 500.000 στρ από την προσθήκη 500.000 τόνων λιπασμάτων και λοιπών αγροχημικών σε μια δεκαετία με παράλληλη αύξηση της γονιμότητας των εδαφών αυτών. Αναφορικά με τα φωτοβολταϊκά, η τιμή της MWhe μειώθηκε από τα (απαράδεκτα) επίπεδα των 450 € στα 284,84 €. Η μείωση αυτή είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, πλην όμως και η μειωμένη αυτή τιμή είναι κατά 2,8 φορές μεγαλύτερη από το σημερινό κόστος παραγωγής της μεγαβατώρας από τη ΔΕΗ. Προφανώς η τιμή αυτή απαιτείται για την προσέλκυση επενδυτών αλλά ποιός θα πληρώσει τη διαφορά στο κόστος παραγωγής και ποιός μπορεί να αποφασίζει κάτι τέτοιο και στη βάση ποιού αναπτυξιακού σχεδίου? Σε σχέση με το παραπάνω παράδειγμα, για την παραγωγή 24.000 MWhe ετησίωςη π.χ. στη Θεσσαλία απαιτείται εκατεστημένη ισχύς 20 MWe (20 MWe * 1200 ώρες) αλλά η επένδυση κοστίζει περί τα 50 εκατ. € που θα εκρεύσουν προς ξένες αγορές. Με τιμή 284,84 €/MWhe η επένδυση αποδίδει περί τα 6,8 εκατ. € ετησίως και με επιδότηση του 50% της δαπάνης εγκατάστασης (25 εκατ €) προκύπτει οριακή κερδοφορία της επένδυσης (IRR=±10%). Όμως το κοινωνικό σύνολο καλείται να πληρώσει περί τα 330 €/ MWhe εκ τών οποίων περί τα 45 €/ MWhe εξάγονται προς ξένες αγορές [25 εκατ / (25 έτη * 24.000 MWhe)]. Έτσι κλιμακώνοντας τα μεγέθη, η παραγωγή Η/Ρ ίσου μόνο με το 20% αυτού που παράγεται σε μόνο ένα ΑΗΣ στην Πτολεμαίδα απαιτεί την εξαγωγή συναλλάγματος περί τα > 2 δισεκατ. € για την εγκατάσταση φωτοβολταικών, και ετήσιο πρόσθετο κόστος για τη ΔΕΗ περί τα 300 εκατ. € όταν το έτήσιο κόστος συνολικής παραγωγής Η/Ρ από λιγνίτη στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τα 750 εκατ € (ΔΕΗ, 2007). Προφανώς η τιμή των 284 €/MWhe φαίνεται πολύ υψηλή σε σχέση με το μικρό τελικά κοινωνικό συμφέρον. Βασιζόμενοι σε πολυετή ερευνητικά μας αποτελέσματα έχουμε αποδείξει και πληροφορήσει την Ελληνική κοινωνία ότι η χώρα μας μπορεί να παράξει το δικό της φθηνό καύσιμο, καλλιεργημένο στην Ελληνική γη από Ελληνικά χέρια με πολλαπλό όφελος για την αγροτική οικονομία, την εθνική οικονομία και το περιβάλλον (www.cynara.gr).