• Σχόλιο του χρήστη 'Γ. Χασιώτης (WWF Ελλάς)' | 12 Ιουλίου 2017, 15:47
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    (α) Η διαδικασία που περιγράφει το άρθρο 5 παρανοεί την διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης (ΣΠΕ). Η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση οφείλει περιλαμβάνει «λογικές εναλλακτικές δυνατότητες» (συμπεριλαμβανόμενης και της μηδενικής) «λαμβανομένων υπόψη των στόχων του προγράμματος» (5 παρ. 1 Οδηγίας 2001/42). Η συμμετοχή του κοινού πρέπει να είναι πρώιμη, ενώ όλες οι επιλογές είναι ανοιχτές ( 7 και 6 παρ. 3 της Σύμβασης Άαρχους, η οποία έχει κυρωθεί με τον ν. 3422/2005), ενώ τα αποτελέσματα της διαβούλευσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη «κατά την προετοιμασία» του σχεδίου και πριν την έναρξη της διαδικασίας (8 οδηγίας 2001/42). Εδώ, είναι μάλλον σαφές ότι η Επιτροπή Καθορισμού Λατομικών Περιοχών λαμβάνει όλες τις ουσιαστικές αποφάσεις και «καθοδηγεί» την ΣΠΕ – άλλωστε, η συμβολή της περιγράφεται ως «εισήγηση». Μάλιστα, η 8η παράγραφος ορίζει ότι ο κάθε «ενδιαφερόμενος», με την κατάθεση παραβόλου, μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό συγκεκριμένης περιοχής ως λατομικής. Με άλλα λόγια, η ΣΠΕ καταλήγει να είναι μία μάλλον τυπική (αν όχι εικονική) διαδικασία, και δεν απομένει κανένα περιθώριο αυτή να εξετάσει «λογικές εναλλακτικές λύσεις», ενώ όλες οι επιλογές είναι ανοιχτές. Δυστυχώς, το νομοσχέδιο έχει τοποθετήσει τα στάδια ανάποδα: πρώτα πρέπει να γίνει μία σοβαρή ΣΠΕ (με όλα τα εχέγγυα συμμετοχής, επιστημονικότητας και ανεξαρτησίας, πρβλ. 12 παρ. 2 Οδηγίας 2001/42), και μετά να γνωμοδοτήσει (ή να εισηγηθεί τον καθορισμό) η επιτροπή, βάσει των αποτελεσμάτων της ΣΠΕ. (β) Η διάταξη δεν είναι συμβατή με την ενωσιακή νομοθεσία και για άλλους λόγους. Όπως προκύπτει από την ευρωπαϊκή οδηγία (2 παρ. 2 οδηγίας 2001/42) και το νομοσχέδιο, οι λατομικές περιοχές αποτελούν σχέδιο που εκπονείται για την διαχείριση αποβλήτων και την χρήση του εδάφους, το οποίο καθορίζει το πλαίσιο για άδειες έργων τους Παραρτήματος Ι και ΙΙ της οδηγίας 85/337. Εμπίπτει, συνεπώς, στην παράγραφο 3 παρ. 2 α) της οδηγίας 2001/42, και θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάγεται σε διαδικασία ΣΠΕ. Οι λατομικές περιοχές σε καμία περίπτωση δεν αφορούν την χρήση μικρών περιοχών σε τοπικό επίπεδο (πρβλ. 3 παρ. 3 οδηγίας 2001/42), για πολλούς λόγους: για παράδειγμα, επειδή έχουν ευρύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, επειδή δεν υπάρχει περιορισμός έκτασης για αυτές, και επειδή καθορίζονται με κριτήρια που αφορούν όλον τον νομό, και ενδεχομένως όλη την χώρα (πρβλ. το άρθρο 4 παρ. 2 του νομοσχεδίου, το οποίο μιλά για «εξορθολογισμό της κατανομής των λατομικών περιοχών ως προς τα κέντρα κατανάλωσης»). Επίσης, ο καθορισμός λατομικών περιοχών δεν συνοδεύεται από απολύτως κανένα μέτρο παρακολούθησης [ 9 παρ. 1 γ) και 10 παρ. 1 οδηγίας 2001/42]. Κατά την 6η παράγραφο (β’ εδάφιο), η επιτροπή μπορεί να ζητήσει «κατά την κρίση της» την γνώμη οποιουδήποτε φορέα κρίνει απαραίτητο: όμως, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, η επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει την γνώμη όλων των φορέων/υπηρεσιών οι οποίες «ενόψει των ειδικών περιβαλλοντικών αρμοδιοτήτων τους, ενδέχεται να ενδιαφέρονται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις» των λατομικών περιοχών (π.χ., δασαρχεία, διευθύνσεις ύδατος, υγειονομικές υπηρεσίες, φορείς διαχείρισης, ΟΤΑ) (πρβλ. 6 παρ. 3 οδηγίας 2001/42).