• Σχόλιο του χρήστη 'Δημήτριος Νικολόπουλος' | 4 Φεβρουαρίου 2010, 13:59

    Η επαναφορά του θεσμού της αυτοδιοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων από τους δικαστές που υπηρετούν σ’ αυτά είναι σίγουρα μία νομοθετική παρέμβαση που ενισχύει την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και ικανοποιεί ένα πάγιο αίτημα όλων των Δικαστικών Ενώσεων. Ορθά ο νομοθέτης ορίζει ότι το Τριμελές Συμβούλιο εκλέγεται από την Ολομέλεια του οικείου Δικαστηρίου. Τη λειτουργία του Δικαστηρίου τη γνωρίζουν καλύτερα οι δικαστές του, ούτε δικαστές που υπηρετούν σε άλλο δικαστήριο, ούτε πολύ περισσότερο δικηγόροι ή άλλοι νομικοί, όπως άλλωστε δεν προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στο Δ.Σ των Δικηγορικών Συλλόγων ή στη διαδικασία επιλογής των Πρυτανικών Αρχών. Στο νομοσχέδιο όμως που δόθηκε για διαβούλευση υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις τεχνικού-λεπτομερειακού χαρακτήρα που πρέπει να γίνουν, ώστε να αποφευχθούν προβλήματα κατά την εφαρμογή των νέων διατάξεων. Ειδικότερα : 1. Στην παρ. 2 θα πρέπει να προστεθούν τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ώστε να διευθύνονται και αυτά από Τριμελή Συμβούλια. 2. Στην παρ. 4 τίθενται περιορισμοί στον αριθμό των εκλογίμων. Οι περιορισμοί αυτοί τέθηκαν για πρώτη φορά το 2005 και φαλκίδευσαν τον γνήσιο χαρακτήρα της αυτοδιοίκησης, κατέστησαν δυσλειτουργικό το θεσμό και οδήγησαν στην ουσιαστική κατάργησή του. Ως εκ τούτου, η επαναφορά των περιορισμών αυτών, στην έκταση που αναφέρονται στο νομοσχέδιο, υπονομεύει το σκοπό του, όπως αυτός περιγράφεται στην αιτιολογική έκθεση. Ο περιορισμός των εκλογίμων για τη θέση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου, πέρα από το ότι είναι τελείως αυθαίρετος, δεδομένου ότι δεν στηρίζεται σε κανένα ποσοτικό κριτήριο (πχ 10 υποψήφιοι για το Διοικ.Πρ.Αθ. και 10 για το Διοικ.Πρ.Θεσς. ή Πειραιά, ήτοι το 30% των Προέδρων του Διοικ.Πρ.Αθ, έναντι του 80% περίπου των Διοικ.Πρ.Θεσς. ή Πειραιά), αντιστρατεύεται και το γεγονός ότι η άσκηση διοικητικών καθηκόντων περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις αυτού που φέρει το βαθμό του Προέδρου Εφετών ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αφού και ο τελευταίος στην αρχαιότητα εξ αυτών που για τυχαίο και συμπτωματικό λόγο υπηρετεί σε δικαστικό σχηματισμό που εφαρμόζεται το σύστημα της αυτοδιοίκησης, αν υπηρετούσε σε κάποιο δικαστήριο της επαρχίας θα ασκούσε τα καθήκοντα αυτά. Στην κρίση δηλαδή του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για την προαγωγή στους ανωτέρω βαθμούς εμπεριέχεται η παραδοχή ότι οι προαχθέντες είναι ικανοί να ασκήσουν διοικητικά καθήκοντα, παραδοχή η οποία τίθεται εν αμφιβόλω με τον περιορισμό αυτόν. Περαιτέρω, και ο περιορισμός που τίθεται στο εκλόγιμο των μελών στο ¼ των οργανικών θέσεων είναι επίσης αυθαίρετος και αναμένεται να δημιουργήσει δυσλειτουργίες. Αν πρέπει πάντως να θεσπιστεί κάποιος περιορισμός στο εκλόγιμο των μελών – δεδομένου ότι πάντα τα μέλη των Ολομελειών λαμβάνουν υπόψη τους και το κριτήριο της αρχαιότητας κατά την ψηφοφορία, άρα εκ των πραγμάτων δεν εκλέγεται κάποιος νέος στο βαθμό – δεν θα πρέπει αυτός να είναι ποσοστιαίος (πχ ¼), αλλά με βάση τα χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό και δεδομένου ότι ο ν. 1756/1988 προβλέπει ως προϋπόθεση για την προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών των Διοικητικών και Πολιτικών Πρωτοδικείων την υπηρεσία στο βαθμό του Πρωτοδίκη για πέντε (5) έτη (άρθρα 66 και 77 αντιστοίχως) και για την προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου Εφετών την υπηρεσία στο βαθμό του Εφέτη για τρία (3) έτη αντίστοιχα, θα πρέπει να θεωρούνται εκλόγιμοι όσοι έχουν συμπληρώσει κατά το χρόνο της εκλογής 5 και 3 έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Πρωτοδίκη και Εφέτη αντίστοιχα. Άλλωστε, δεδομένου των κωλυμάτων και του γεγονότος ότι στην πράξη δεν επιθυμούν όλοι οι εκλόγιμοι να ασκήσουν διοικητικά καθήκοντα, ο αριθμός των πραγματικά εκλογίμων περιορίζεται υπέρμετρα. Στις περιπτώσεις δε των Ειρηνοδικείων οι εκλόγιμοι θα είναι σχεδόν πάντα οι ίδιοι, αφού οι Ειρηνοδίκες Α’ Τάξης δεν προάγονται και δεν εισέρχονται νεότεροι (ο τελευταίος διαγωνισμός έγινε το 1997) ώστε να ανανεώνονται τα πρόσωπα των εκλογίμων. 3. Το κώλυμα του εδαφίου δ’ της παρ. 6 είναι νομοτεχνικά άστοχο και πρέπει να επαναδιατυπωθεί. Η απαγόρευση επανεκλογής είναι προφανές ότι πρέπει να αφορά την επανεκλογή στον ίδιο βαθμό και όχι στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας όπως άστοχα αναφέρεται στη διάταξη. Σκοπός είναι να αποκλειστεί ο Πρωτοδίκης πχ που έχει εκλεγεί ως μέλος από το να εκλεγεί στη θέση αυτή και όχι από το να εκλεγεί ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου φέροντας πλέον το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Διαφορετικά, τα Δικαστήρια θα στερηθούν των υπηρεσιών δικαστών έμπειρων και επιτυχημένων στα διοικητικά τους καθήκοντα, ενώ τίθεται και ζήτημα συνταγματικότητας της διάταξης, αφού η άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του Προϊσταμένου ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου είναι προνόμιο του βαθμού του Προέδρου Εφετών ή του Προέδρου Πρωτοδικών, το οποίο δεν μπορεί να απολέσει εκ του γεγονότος ότι κατά το παρελθόν υπηρέτησε σε αιρετό αξίωμα που προβλέπεται για άλλο βαθμό, δηλαδή του Εφέτη ή του Πρωτοδίκη. Πέραν τούτων, οι ειρηνοδίκες για παράδειγμα είναι από του διορισμού τους μέχρι την έξοδό τους από την υπηρεσία στον "ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας", έτσι ώστε αν κάποιος εξελέγη στο παρελθόν ως μέλος του συμβουλίου, να μην μπορεί να είναι ποτέ ξανά υποψήφιος. Η απαγόρευση επανεκλογής δείχνει πάντως μία δυσπιστία του νομοθέτη απέναντι στους δικαστές, τη στιγμή μάλιστα που δεν πρέπει -εξ όσων γνωρίζω - να υπάρχει στη χώρα μας αιρετός θεσμός στον οποίο να απαγορεύεται η έστω και μία επανεκλογή. Τέλος πρέπει να απαλειφθεί το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 που ορίζει ότι : «Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ευδόκιμη δικαστική υπηρεσία, όπως τούτο προκύπτει από τις συνταχθείσες γι’ αυτούς εκθέσεις επιθεωρήσεως». Όπως είναι γνωστό το περιεχόμενο των εκθέσεων επιθεωρήσεως των δικαστών είναι γνωστό μόνο σε συγκεκριμένα θεσμικά όργανα (πχ επιθεωρητές, ΑΔΣ κλπ) και δεν είναι γνωστό ούτε στο Τριμελές Συμβούλιο που έχει την καταρχήν ευθύνη και τη σύνταξη των ψηφοδελτίων, ούτε πολύ περισσότερο στους δικαστές που απαρτίζουν την Ολομέλεια και εγκρίνουν την κατάρτιση των φηφοδελτίων. Τα συμπεράσματα από την εφαρμογή του θεσμού της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων, σε οποιαδήποτε μορφή της τα τελευταία 16 χρόνια, ήταν σαφώς θετικά για τη λειτουργία της δικαιοσύνης και πρέπει να επισημανθεί εδώ και η συμβολή των προσώπων που υπηρέτησαν το θεσμό και συνέβαλαν στη εμπέδωσή του, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε σήμερα για ένα «αυτοδιοικητικό κεκτημένο». Είναι προφανές ότι η κοινωνία και το Δικαστικό Σώμα είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα που είναι η επιλογή των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων με τη συμμετοχή των δικαστών.