Άρθρο 4

Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 15 του Ν. 1756/1988 (ΦΕΚ Α΄ 35), όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 3689/2008 (ΦΕΚ Α΄164), αντικαθίστανται ως εξής:

« 2. Το πολιτικό και διοικητικό εφετείο Αθηνών, το πολιτικό εφετείο Θεσσαλονίκης, τα πρωτοδικεία, πολιτικά και διοικητικά, Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο.

3. Το συμβούλιο αποτελείται:

α) για το πολιτικό και διοικητικό εφετείο Αθηνών και το πολιτικό εφετείο Θεσσαλονίκης, από έναν πρόεδρο εφετών, ως πρόεδρο και δύο εφέτες, ως μέλη,
β) για τα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, από έναν πρόεδρο πρωτοδικών, ως πρόεδρο και δύο πρωτοδίκες, ως μέλη και
γ) για τα ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, από έναν ειρηνοδίκη Α΄τάξεως, ως πρόεδρο και δύο ειρηνοδίκες, ως μέλη.

4. Ο πρόεδρος και τα μέλη των συμβουλίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους, εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτό ανά διετία την 11η πρωϊνή ώρα του τρίτου Σαββάτου του μηνός Σεπτεμβρίου. Αν κατά την συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει η απαρτία που προβλέπεται από την διάταξη της παραγράφου 5 (εδάφια α και β) του άρθρου 14, οι ολομέλειες συνέρχονται την ίδια ώρα του επόμενου Σαββάτου και η εκλογή γίνεται από τα παρόντα κατά τη συνεδρίαση μέλη.
Υποψήφιοι για τη θέση του προέδρου του συμβουλίου είναι υποχρεωτικά οι δέκα (10) αρχαιότεροι πρόεδροι του πολιτικού και διοικητικού εφετείου Αθηνών, οι πέντε (5) του πολιτικού εφετείου Θεσσαλονίκης, οι είκοσι (20) αρχαιότεροι πρόεδροι του πολιτικού πρωτοδικείου Αθηνών, οι δέκα (10) αρχαιότεροι πρόεδροι του διοικητικού πρωτοδικείου Αθηνών, οι δέκα (10) αρχαιότεροι πρόεδροι του πολιτικού και διοικητικού πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και Πειραιά και οι δέκα (10) αρχαιότεροι ειρηνοδίκες των ειρηνοδικείων Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Για τις θέσεις των μελών του συμβουλίου υποψήφιοι είναι υποχρεωτικά οι αρχαιότεροι εφέτες, πρωτοδίκες, ειρηνοδίκες, που υπηρετούν στα παραπάνω δικαστήρια και σε αριθμό ίσο με το ¼ των αντίστοιχων οργανικών θέσεων.
Η εκλογή διενεργείται από τριμελή εφορευτική επιτροπή, αποτελούμενη από το νεότερο πρόεδρο και τους δύο νεότερους εκ των υπηρετούντων δικαστών, με χωριστά ψηφοδέλτια για τον πρόεδρο και τα μέλη, στα οποία έχουν αναγραφεί κατ’ αλφαβητική σειρά τα ονόματα των εκλογίμων. Κάθε μέλος της ολομέλειας εκφράζει την προτίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο πρόεδρο με σταυρό προτίμησης δίπλα από το όνομά του και έως δύο σταυρούς προκειμένου για μέλη.
Πρόεδρος του συμβουλίου εκλέγεται ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερους ψήφους και ο αμέσως επόμενος σε αριθμό ψήφων εκλέγεται αναπληρωτής του. Μέλη του συμβουλίου εκλέγονται οι δύο πρώτοι κατά σειρά ψήφων και οι δύο επόμενοι αναπληρωτές τους. Αν υπάρξει ισοψηφία διενεργείται κλήρωση από την εφορευτική επιτροπή.
5. Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής και αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30η Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους.
Ο πρόεδρος και τα τακτικά μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να μετατεθούν, εκτός αν υπέπεσαν σε πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή αν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κρίνει, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι επιβάλλεται η μετάθεση τούτων για υπηρεσιακούς λόγους, οι οποίοι ειδικά και ρητά αναφέρονται στην απόφαση.
Αν οι ανωτέρω δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους από πρόσκαιρο κώλυμα, αναπληρώνονται από τους αναπληρωτές τους. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον εξόδου από την υπηρεσία α) του προέδρου και των τακτικών μελών του συμβουλίου, διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, για την οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 4, β) των αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, τη θέση τους καταλαμβάνουν, αντίστοιχα, οι αμέσως επόμενοι κατά σειρά ψήφων δικαστές. Η θητεία των ανωτέρω λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών.
Σε περίπτωση προαγωγής του προέδρου και των τακτικών μελών του συμβουλίου, αυτοί παραμένουν στη θέση τους και ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
Είναι ασυμβίβαστη η θέση προέδρου και μελών του συμβουλίου με την ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου δικαστικών ενώσεων.

6. Δεν μπορεί να είναι υποψήφιοι ως πρόεδροι και ως μέλη συμβουλίων, όσοι:
α) έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή ή έχει κινηθεί εναντίον τους η διαδικασία για να τεθούν ή έχουν τεθεί εκτός υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 α του παρόντος,
β) εκκρεμεί εναντίον τους ποινική δίωξη ή έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα που τελέστηκε με δόλο,
γ) έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν ή είχαν κριθεί οποτεδήποτε στο παρελθόν μη προακτέοι,
δ) είναι ή ήταν στο παρελθόν πρόεδροι ή τακτικά μέλη συμβουλίων στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας.
Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ευδόκιμη δικαστική υπηρεσία, όπως τούτο προκύπτει από τις συνταχθείσες γι’ αυτούς εκθέσεις επιθεωρήσεως. »

  • 8 Φεβρουαρίου 2010, 00:39 | ΧΡΗΣΤΟΣ

    ΝΑΙ ΣΤΟ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΥΣ ΑΛΛΑ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΒΑΘΜΟ ΚΑΙ ΑΣ ΕΧΟΥΝ ΜΟΛΙΣ ΠΡΟΑΧΘΕΙ.Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ .[ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΟΜΙΚΟΣ]

  • 7 Φεβρουαρίου 2010, 23:56 | Σακκάς Ιωάνης Εισαγγελέας Πρωτοδικών

    Σακκάς Ιωάνης Εισαγγελέας Πρωτοδικών 7 2 2010
    1 Κατ’ αρχήν η επαναφορά του αυτοδιοίκητου με νόμο της Βουλής (με ειλικρινή βελτίωση των παλαιοτέρων διατάξεων) στο χώρο της δικαιοσύνης καταφανώς ενισχύει περαιτέρω την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών (Δικαστών κάθε κλάδου και Εισαγγελέων) που προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα και κατά συνέπεια θα προβάλλονται υποχρεωτικά δια μέσου δημοκρατικής διαδικασίας και διαφάνειας τα όποια ζητήματα προκύπτουν στο χώρο της δικαιοσύνης προκειμένου αυτά να επιλύονται και να λαμβάνει δικαιωματικά γνώση ο λαός και ο τύπος, αφού η δικαιοσύνη είναι το τελευταίο κάστρο της δημοκρατίας και αφορά καθημερινά τους πολίτες και μέχρι σήμερα έχουν συσσωρευτεί πλείστα προβλήματα που δεν λύθηκαν από τα αρμόδια όργανα της εκτελεστικής εξουσίας.
    2. Οι αντιλήψεις περί της διατήρησης της δοτής διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών εκ του άνωθεν δια της ηγεμονίας του ενός απηχούν αντιλήψεις ηγεμονιών και δεν συνάδουν με την σύγχρονη πλήρη δημοκρατική και συνταγματική λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Οι αντιλήψεις περί συμμετοχής δικηγόρων (ελευθέρων ιδιωτών νομικών επαγγελματιών-επιτηδευματειών) στην διαδικασία αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων και εισαγγελιών καταφανώς αναδεικνύει ευθέως ύποπτη παρέμβαση, απόπειρα κατάργησης της συνταγματικής λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών στο συνταγματικά οριζόμενο έργο τους. Τη στιγμή που οι δικηγόροι από το Υπουργείο Οικονομικών, σήμερα στην κρίσιμη δημοσιονομική κατάσταση της Ελληνικής Πολιτείας, έχουν τεθεί στο στόχαστρο ως κλάδος της οικονομίας με υψηλή φοροδιαφυγή και οι πολίτες διαμαρτύρονται ότι οι δικηγόροι δεν τους δίνουν φορολογικές αποδείξεις και αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη, άραγε τι υπόνοιες θα έλεγε ο κάθε πολίτης για την νομιμοποίηση στο παρόν νομοσχέδιο της συμμετοχής δικηγόρων-επαγγελματιών στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και στην επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών είναι υπόθεση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και της Δικαστικής Λειτουργίας και όχι βοηθών άλλων ΝΠΔΔ που ελέγχονται δικαστικώς και διοικητικώς, όπως είναι και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι.
    Ο Εισαγγελικός Λειτουργός είναι ισόβιος δικαστικός λειτουργός και έχει την ίδια συνταγματική προστασία με τον Δικαστικό Λειτουργό. Κατά συνέπεια ότι ισχύει για τους Δικαστικούς Λειτουργούς θα πρέπει να ισχύει και για του Εισαγγελικούς Λειτουργούς και να μην υπάρχουν διακρίσεις και το αυτοδιοίκητο θα πρέπει να εφαρμόζεται στις Εισαγγελίες όπως ακριβώς και στα Δικαστήρια με την εκλογή Τριμελούς Συμβουλίου. Στο άρθρο 4 τα κωλύματα των περιπτώσεων γ και δ της παραγράφου 6 θα πρέπει να απαλειφθούν διότι: Πρώτον: Το αυτοδιοίκητο αναφέρεται σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς στο βαθμό που υπηρετούν και αφού όλοι εργάζονται και αποδίδουν δικαιοσύνη δεν είναι λογικό και αξιοπρεπές ο νομοθέτης να διαχωρίζει του δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς σε α κατηγορίας προύχοντες με δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι και β κατηγορίας λειτουργούς με μειωμένα δικαιώματα και μόνο αυτό του εκλέγειν (Η ρύθμιση θυμίζει εποχές τυραννίας). Δεύτερον: Δεν είναι συμβατός ο διαχωρισμός με το δικαστικό λειτούργημα που είναι ίδιο για όλους, από τον μεν να ζητάς να είναι υποψήφιος και από τον άλλον να ζητάς να μην είναι και να είναι μόνο εκλογέας ενώ και οι δύο κατηγορίες επιτελούν το ίδιο δικαστικό λειτούργημα απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης και υπηρετούν στην οργανική τους θέση με αποτέλεσμα να δημιουργείται άνιση μεταχείριση και αντιμετώπιση κοινωνική και προσωπική. Ούτως ή άλλως και στην περίπτωση που ο έχων τα κωλύματα γ και δ έθετε υποψηφιότητα θα εκρίνετο από τους συναδέλφους του. Με τέτοιες νομοθετικές διακρίσεις, αύριο πολίτες που θα αντλούν επιχείρημα από τα κωλύματα αυτά θα έλθουν να δημιουργήσουν θέμα κοινωνικής αξιοπιστίας και κύρους τι νομικό έργο είχε ο μεν υποψήφιος και ο δε που με τα κωλύματα γ περίπτωσης απεφάνθη με δικαία κρίση και δεν εκρίθει προακτέος γιατί το δικαστικό συμβούλιο απεφάσισε γι’ αυτόν με μη εμπεριστατωμένη και ειδική αιτιολογία ή ο Επιθεωρητής δεν είχε γράψει έκθεση επιθεώρησης για τον δεύτερο. Σημαντικό είναι να θυμίσω δε στο σημείο αυτό τις δηλώσεις του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Κου Σ. Μπάγια Αντεισαγγελέα Εφετών, για αδικίες των υπηρεσιακών συμβουλίων που παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό του Αρείου Πάγου και απαλλάχθηκε. Η περίπτωση μάλιστα του κωλύματος με την διατύπωση « ή είχαν κριθεί οποτεδήποτε στο παρελθόν μη προακτέοι» που σημαίνει δηλαδή ότι μετά το υπηρεσιακό συμβούλιο είδε την αλήθεια και την αξιοσύνη του δικαστικού λειτουργού και τον προήγαγε και τώρα έχει πολύ καλές εκθέσεις, δημιουργεί πλείστες υπόνοιες ότι νομοθετικά τοποθετούνται ετικέτες σε δικαστικούς λειτουργούς και δημιουργείται ηθελημένη προσβολή κατά του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού. Επίσης ο αποκλεισμός υποψηφίου με το δ κώλυμα δημιουργεί στον δικαστικό λειτουργό νομοθετική «ρετσινιά», άμεση προσβολή προσωπικότητας
    Τρίτον: Ο διαχωρισμός είναι ευθέως αντισυνταγματικός καθόσον βάζει ετικέτα στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς των περιπτώσεων γ και δ επινοηθέντων κωλυμάτων και προμηνύει ναρκοθέτηση εκ των προτέρων στην εξέλιξη του αυτοδιοίκητου. Βλέπε στο νομοσχέδιο προχειρότητα, δεν περιλαμβάνεται περίπτωση που δικαστικός λειτουργός τιμωρήθηκε για πλημμέλημα από αμέλεια ή εκκρεμεί εναντίον του δίωξη για πλημμέλημα από αμέλεια και δεν έχει κώλυμα. Κάλλιστα η παγίδα της αντισυνταγματικότητας στα κωλύματα αυτά θα μπορούσε να αποφευχθεί με το να δηλώσουν οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί ότι δεν επιθυμούν να είναι υποψήφιοι, όπως και κάθε εκ του νομοσχεδίου υποψήφιος, ώστε στους μέλλοντες υποψηφίους να συγκαταλέγονται οι αμέσως επόμενοι.
    3. Συνταγματικά ο Υπουργός Δικαιοσύνης στα πλαίσια της νομοθετικής πρωτοβουλίας έχει αρμοδιότητα να προτείνει την ψήφιση νέου νόμου καταφανώς αντιληφθείς την αναγκαιότητα βελτιωμένης σύγχρονης δημοκρατικής αυτοδιοίκησης στο χώρο της δικαιοσύνης καθώς και του τρόπου της επιλογής δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης κατ’ άρθρο 90 παρ 5 του Συντάγματος. και η Βουλή με νέο τυπικό νόμο έχει αρμοδιότητα να καταργήσει διατάξεις του παλαιότερου τυπικού της νόμου περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ως ισχύει για κάθε κλάδο της Δικαιοσύνης και να βελτιώσει το νομικό πλαίσιο.
    4. Έχω την άποψη ότι η Κυβέρνηση, ως όργανο της εκτελεστικής εξουσίας θα πρέπει να σταματήσει να ασχολείται με την επιλογή και διορισμό δικαστικών λειτουργών στις ανώτατες ηγεσίες όλων των κλάδων της δικαιοσύνης, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατόπιν συνταγματικής μεταρρύθμισης θα πρέπει οι ανώτατες ηγεσίες όλων των κλάδων της δικαιοσύνης, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους α) να επιλέγονται και β) να διορίζονται από αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής, τουλάχιστον των 3/5, που θα συνεκτιμά και θα αξιολογεί το περιεχόμενο των υπηρεσιακών φακέλων των ενδιαφερομένων να επιλεγούν και να προαχθούν, την έξωθεν καλή μαρτυρία τους, το σθένος τους για λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία κατά την τήρηση του Συντάγματος και των Νόμων του Ελληνικού Κράτους καθώς και την νομική τους εργασία στην ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, προκειμένου να αυξηθεί το κύρος και η αξιοπιστία της δικαιοσύνης και οι ηγεσίες να αποκτήσουν έτσι ενισχυμένο κύρος και εμπιστοσύνη από αυξημένη πλειοψηφία του Κοινοβουλίου.
    Στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου θα πρέπει αποκλειστικά να προάγεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ως φυσική, λογική και δίκαιη κατάληξη της θητείας του στον Εισαγγελικό Κλάδο της Δικαιοσύνης. Η παρεμπόδιση με οιοδήποτε πρόσχημα Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου να επιλεχθεί μεταξύ πολλών ομοιοβάθμων του και να φθάσει μέχρι τον βαθμό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι καταφανώς αδικαιολόγητη και αβάσιμη εκ της δεδομένης υπηρεσιακής υπόστασης αυτών εκ των αρκετών οργανικών θέσεων τουλάχιστον που υπάρχουν, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί από την εκτελεστική εξουσία και τη Βουλή. Δημιουργεί δε αβάσιμες στον κόσμο υπόνοιες ότι εν γένει οι Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου με τόσα χρόνια υπηρεσίας στην διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και της ποινικής έρευνας και καταπολέμησης του εγκλήματος και της δεδικαιολογημένης αύξησης των οργανικών θέσεών των, γιατί δεν επιλέγονται για την κάλυψη της θέσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δημιουργείται προβληματισμός σε βάρος της εκτελεστικής εξουσίας.
    Τα τελευταία γεγονότα έντονα έφεραν στο φως το θέμα α) επιλογής και β) προαγωγής και διορισμού των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και, το παρόν νομοσχέδιο για την επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης στο άρθρο 1 αυτού, προφανώς στην υπάρχουσα ιστορική κατάσταση αναγκαστικά αντιμετωπίζει το θέμα σε μεταβατικό στάδιο.
    Στο άρθρο 1 του νομοσχεδίου θα έπρεπε να περιλαμβάνει διάταξη ως εξής: Για την επιλογή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλέγει έξι εκ των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση. Στη συνέχεια ο Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία μετά από ακρόαση των υποψηφίων, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων των μελών της, εκφράζει θετική γνώμη για τρεις από τους προεπιλεγέντες έξι.
    Στο άρθρο 3. Η παράγραφος 11 του άρθρου 77 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών θα έπρεπε να αντικατασταθεί ως εξής:
    «11. Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τρία τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν».
    Στα άρθρα 4 και 5 του νομοσχεδίου καλύτερα θα ήταν να υπάρχει διάταξη που να ορίζονται τα εξής: Τα Εφετεία και Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Λάρισας και Πατρών και αντίστοιχες Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο. Υποψηφιότητα θέτουν οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί με δήλωσή τους στον Διευθύνοντα που υπηρετούν σ’ αυτά εφόσον δεν έχουν τα κωλύματα των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 6 του άρθρου 4, σαράντα ημέρες πριν τις εκογές: 1) Στα Εφετεία και Εισαγγελίες Εφετών, θέτουν υποψηφιότητα Προέδρου ή Εισαγγελέα του Τριμελούς Συμβουλίου, αντίστοιχα Πρόεδροι Εφετών και Εισαγγελείς Εφετών που κατά την προηγούμενη ημέρα της εκλογής έχουν συμπληρώσει 3 έτη υπηρεσίας στο βαθμό τους και ως μέλοι αυτών όλοι οι λοιποί λειτουργοί. 2 ) Στα Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες Πρωτοδικών, θέτουν υποψηφιότητα Προέδρου ή Εισαγγελέα του Τριμελούς Συμβουλίου, αντίστοιχα Πρόεδροι Πρωτοδικών και Εισαγγελείς Πρωτοδικών που κατά την προηγούμενη ημέρα της εκλογής έχουν συμπληρώσει 4 έτη υπηρεσίας στο βαθμό τους και ως μέλοι αυτών αντίστοιχα α) οι λοιποί Πρόεδροι Πρωτοδικών και Εισαγγελείς Πρωτοδικών και β) Πρωτοδίκες και Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών που έχουν συμπληρώσει 4 έτη υπηρεσίας στο βαθμό τους. Ο πίνακας υποψηφίων συντάσσεται από πενταμελή επιτροπή δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών, που ορίζεται από τον Διευθύνοντα την δικαστική ή εισαγγελική υπηρεσία, και αναρτάται στις αντίστοιχες υπηρεσίες 25 ημέρες πριν τις εκλογές. Ο αποκλεισθείς από τον συντάκτη του πίνακα δικαιούται σε προσφυγή ενώπιον της Ολομελείας της αντίστοιχης δικαστικής ή εισαγγελικής υπηρεσίας εντός 5 ημερών από την ανάρτηση του πίνακα που αποφασίζει αμετάκλητα κατόπιν απαρτίας κατά τον κανονισμό της με μυστική ψηφοφορία κατά πλειοψηφία. Θα πρέπει δε να απαλειφθούν οι αντίθετες διατάξεις.

  • 7 Φεβρουαρίου 2010, 22:22 | Λ.Χ

    Η αυτοδιοίκηση των Δικαστηρίων καταρχήν συμβάλλει αναμφισβήτητα στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ομως, οι επιμέρους ρυθμίσεις θα πρέπει να γίνουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε, αφού θα λαμβάνεται υπόψη η εμπειρία του παρελθόντος, να γίνεται προσπάθεια ώστε να αποφεύγονται αρνητικές επιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ ότι η επιλογή των δύο εκ των τριών μελών του συμβουλίου του υπόψη Δικαστηρίου πρέπει να γίνεται από τα μέλη του μετά από ψηφοφορία της ολομέλειάς του, όμως ο Πρόεδρος αυτού πρέπει να εκλέγεται από την ίδια την ολομέλεια του υπόψη Δικαστηρίου μεταξύ ορισμένων μελών (που θα ορίζονται στο νόμο) από το αμέσως ανώτερο Δικαστήριο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ως προς το κεντρικό πρόσωπο του συμβουλίου α) θα διασφαλίζεται το αυξημένο κύρος του λόγω και του ανώτερου βαθμού του και η αποτελεσματική διοίκηση του Δικαστηρίου β)θα αποφεύγονται συμπτώματα φατριασμών, ευνοιοκρατίας και απλής επιλογής των φίλων και γ)θα γίνεται ανεπηρέαστα η επιλογή του αξιότερου μεταξύ των εχόντων τα νόμιμα προσόντα δικαστών του ανώτερου Δικαστηρίου, χωρίς προεκλογικά »παρατράγουδα»

  • 7 Φεβρουαρίου 2010, 22:08 | Δ.Π., διοικητικός δικαστής

    Δυστυχώς, για άλλη μία φορά το αυτοδιοίκητο συναρτάται με κριτήριο δημοσιονομικό (αριθμός υπηρετούντων δικαστών) και όχι δικαστηριακό (οργανικές θέσεις, όγκος εργασιών, τοπική αρμοδιότητα κλπ.). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μεγάλα δικαστήρια, όπως το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με χωρική αρμοδιότητα όλη τη Κεντρική και Δυτική Μακεδονία (από Φλώρινα, Καστοριά μέχρι Σέρρες, Κατερίνη, Πολύγυρο), με μεγάλο στόκ υποθέσεων και με σοβαρά προβλήματα εκσυγχρονισμού, να διευθύνεται από μονοπρόσωπο όργανο (τον αρχαιότερο Πρόεδρο) και όχι από Τριμελές Συμβούλιο, για μόνο τον λόγο ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν επιτρέπει όχι την σύσταση του αναγκαίου αριθμού θέσεων αλλά ούτε κάν την κάλυψη των κενών οργανικών. Η ρύθμιση αυτή είναι τουλάχιστον αναχρονιστική και πρέπει να αντικατασταθεί. Το Τριμελές Συμβούλιο επιβάλλεται να εφαρμοσθεί όχι μόνον σε πραγματικά μεγάλα Δικαστήρια, όπως το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, αλλά και σε εκείνα όπου υπηρετούν μόνον τρείς δικαστές ώστε η Διεύθυνσή τους να ασκείται από συλλογικό όργανο, ακόμη και μη αιρετό. Οι προθέσεις αυτού του νομοσχεδίου δεν συμβιβάζονται με το κριτήριο του αρχαιότερου στην επετηρίδα ως διευθύνοντος Δικαστήριο.

  • 7 Φεβρουαρίου 2010, 21:01 | ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ

    Λάθος το αμετακίνητο των τακτικών μελών του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Πρωτοδικείου. Και τούτο διότι από την μέχρι τώρα εμπειρία, πρωταρχικός στόχος των υποψηφίων είναι η μη μετακίνησή τους κατά την προαγωγή τους, η οποία είναι, άλλως, αναπόφευκτη και δίκαιη. Ενόψει δε του ότι υποψήφιοι είναι οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες αντίστοιχα (κατά το άρθρο 4 παρ. 4) είναι βέβαιο ότι εντός της επόμενης διετίας από την εκλογή τους θα προαχθούν. Οι αρχαιότεροι δε αυτών δικαστές που έχουν ήδη τοποθετηθεί με τις προαγωγές τους σε άλλα Πρωτοδικεία (μακρινά και δυσπρόσιτα) «βλέπουν» ήδη νεότερους να μην μετακινούνται ουδέποτε, λόγω της εκλογής τους από τους νεότερους αυτών δικαστές που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο. Επίσης, οι ομοιόβαθμοι της ίδιας σειράς καλούνται να επιλέξουν κατά την ψηφοφορία «ποιος από την σειρά τους» θα υπερακοντίσει την αρχαιότητα και την επετηρίδα και θα παραμείνει στο Πρωτοδικείο, ενώ οι ίδιοι θα μετακινηθούν σε άλλο Πρωτοδικείο περί τα δύο και πλέον έτη. Όλα αυτά δημιουργούν απαξιωτικό κλίμα σε βάρος του θεσμού του αυτοδιοίκητου το οποίο, η πλειονότητα των δικαστών υποστηρίζει, με αποτέλεσμα να πλήττεται η αθρόα και ενεργής προσέλευση των ψηφοφόρων δικαστών. Προτείνω, τέλος, το αμετάθετο μόνο του Προέδρου, του οποίου ο ρόλος είναι κομβικός ενώ τα τακτικά μέλη δύναται να αναπληρώνονται με επιτυχία και χωρίς πρόβλημα δυσλειτουργίας στη διοίκηση από τους Πρωτοδίκες και τη σειρά εκλογής τους. Άλλως, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα όλα τα μέλη της διοίκησης είναι εφέτες και Πρόεδροι Πρωτοδικών, ώστε νοθεύεται η αρχική ρύθμιση και στόχος του νόμου το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης να αποτελείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες.

  • 7 Φεβρουαρίου 2010, 19:02 | ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ

    Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 6 εδ. δ (<>) υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να δημιουργήσει σημαντική δυσχέρεια στη διεύθυνση των Δικαστηρίων και ιδίως αυτών που υπηρετεί περιορισμένος αριθμός Δικαστικών Λειτουργών. Ειδικότερα, ο αποκλεισμός της υποψηφιότητας ως Προέδρων του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, βάσει της ως άνω διατάξεως, έστω και μερικών από των αρχαιοτέρων Δικαστικών Λειτουργών, θα έχει ως συνέπεια να περιορισθεί περαιτέρω ο αριθμός αυτών που μπορούν να είναι υποψήφιοι και να καταστούν υποψήφιοι για την ως άνω θέση κάποιοι με ιδιαιτέρως περιορισμένο χρόνο υπηρεσίας, οι οποίοι, προφανώς, στερούνται της αναγκαίας εμπειρίας για την εν γένει άσκηση των σχετικών καθηκόντων. Αντίθετα, η εκλογή στη θέση αυτή Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν διατελέσει μέλη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία των Δικαστηρίων, ενόψει του ότι οι τελευταίοι, ήδη, διαθέτουν σχετική εμπειρία στον τομέα αυτό από την προηγούμενη θητεία τους (ως μέλη). Μάλιστα, η άσκηση διοίκησης από Δικαστικό Λειτουργό, αποτελεί στοιχείο που αξιολογείται κατά την επιθεώρηση αυτού με ειδική μνεία στο σχετικό έντυπο της έκθεσης επιθεώρησης (άρθρο 85 του ν. 1756/1988) . Έτσι, είναι ενδεχόμενο, κατά τα ως άνω, για κάποιο Δικαστικό Λειτουργό ενώ θα έχει αξιολογηθεί κατά την επιθεώρηση ως εξαίρετη η άσκηση καθηκόντων διοίκησης από αυτόν, να στερείται της δυνατότητας να είναι υποψήφιος ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης. Σημειωτέον ότι το στοιχείο της ευδόκιμης Δικαστικής υπηρεσίας περιλαμβάνεται στη σχετική ρύθμιση του εν λόγω σχεδίου νόμου. Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη του σχεδίου νόμου είναι πολύ πιθανό να αποτρέψει σημαντικό αριθμό Δικαστικών Λειτουργών, με ευδόκιμη υπηρεσία και εχόντων σημαντικά προσόντα, από την εκλογή τους ως μέλη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης, δοθέντος ότι η επίτευξη αυτής θα τους στερήσει στο μέλλον τη δυνατότητα να είναι υποψήφιοι για τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου αυτού. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων θεωρώ σκόπιμο να μεταβληθεί η ως άνω διάταξη του σχεδίου νόμου ως εξής: <<6. Δεν μπορεί να είναι υποψήφιοι ως πρόεδροι και ως μέλη συμβουλίων, όσοι: ……. δ) είναι ή ήταν στο παρελθόν πρόεδροι ή τακτικά μέλη συμβουλίων στον ίδιο βαθμό της ιεραρχίας (Πρόεδρος Εφετών, Εφέτης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης).

  • 6 Φεβρουαρίου 2010, 21:18 | Περίανδρος Αποστόλου

    Α. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται από διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα, το οποίο θα αποτελείται από Δικαστές, Βουλευτές, Δικηγόρους και Πανεπιστημιακούς. Με τον τρόπο αυτό η ηγεσία της Δικαιοσύνης θα έχει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοκρατική νομιμοποίηση. Οι προαγωγές, όχι μόνο στα Ανώτατα Δικαστήρια, αλλά και στο βαθμό του Προέδρου και Εισαγγελέα Εφετών, πρέπει να στηρίζεται όχι μόνο στο συμπτωματικό γεγονός της θέσης του Δικαστικού Λειτουργού στην επετηρίδα, η οποία μάλιστα καταρτίσθηκε με βάση την επίδοσή του στον εισαγωγικό διαγωνισμό (!), αλλά και με ουσιαστικά επιστημονικά κριτήρια ( μεταπτυχιακές σπουδές, γνώση ξένων γλωσσών, ευρωπαικού κοινοτικού δικαίου κ.λ.π.).Οι θέσεις στους βαθμούς αυτούς πρέπει μάλιστα να προκηρύσσονται για να μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα και Δικαστές που έχουν τέτοια προσόντα, αλλά βρίσκονται χαμηλά στην επετηρίδα. Β. Υποψήφιοι για μέλη της διοίκησης των μεγάλων Πρωτοδικείων πρέπει να είναι, εφόσον το επιθυμούν και όχι υποχρεωτικά, όλοι οι Πρόεδροι Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες που υπηρετούν στο συγκεκριμένο Δικαστήριο. Αν τα μέλη της διοίκησης των μεγάλων Δικαστηρίων προάγονται στον επόμενο βαθμό κατά τη διάρκεια της θητείας τους, πρέπει να αναπληρώνονται από τα αναπληρωματικά τους μέλη και να μην παραμένουν στη θέση τους έως τη λήξη της θητείας τους. Τα μέλη της διοίκησης πρέπει να υποβάλλονται στην ίδια υπηρεσιακή μεταχείριση με τους άλλους συναδέλφους τους και να μην έχουν προνόμια, όπως το αμετάθετο, επειδή πολλοί Δικαστές στο παρελθόν επιδίωξαν να εκλεγούν μέλη στη διοίκηση μόνο και μόνο για να μην μετατεθούν σε άλλο Δικαστήριο με την προαγωγή τους. Η επιλογή εξάλλου του Προισταμένου στα μικρά, επαρχιακά, Πρωτοδικεία πρέπει να γίνεται με απόφαση του Α.Δ.Σ. για να μην είναι πάντοτε Προιστάμενος ο συμπτωματικά αρχαιότερος Πρόεδρος Πρωτοδικών, ο οποίος δεν σημαίνει ότι έχει και διοικητική ικανότητα και Γ. Τέλος πρέπει να περιληφθεί στο νέο Νόμο και διάταξη, με την οποία να μην υφίσταται κώλυμα εντοπιότητας μόνο στα μεγάλα Δικαστήρια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά. Σήμερα δεν ισχύει τέτοιο κώλυμα σε Δικαστήρια και μικρών πόλεων, όπως τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Ρόδος, η Λάρισα κ.λ.π., στις οποίες μάλιστα υπηρετούν Δικαστές για πάρα πολλά χρόνια

  • 5 Φεβρουαρίου 2010, 20:02 | Έλσα Πάντου

    Μετά λύπης μου βλέπω, ότι η συμβολή στη δημόσια διαβούλευση του νομοσχεδίου από πλευράς δικηγόρων εξαντλείται στην κριτική των δικαστών και την αμαύρωσή τους, προτείνεται δε, ως ασφαλιστική δικλείδα της ορθής διοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων, η συμμετοχή και δικηγόρων , ως μελών των τριμελών συμβουλίων ή και ως εκλεκτόρων!!!!!!Και καλά, οι δικαστές, περνάνε ετησίως διπλή και τριπλή επιθεώρηση από ανωτέρου βαθμού δικαστές-επιθεωρητές, και , κατά κάποιο τρόπο, υπάρχει μια αξιολόγησή τους με κάποιες εγγυήσεις αντικειμενικότητας (δεν θεωρώ την επιθεώρηση πανάκεια) . Τους δικηγόρους, όμως,που -σύμφωνα με τη σχετική πρόταση-θα θελήσουν να είναι μέλη των τριμελών συμβουλίων, και που από την ώρα που θα πάρουν την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος εργάζονται χωρίς έλεγχο σχετικά με την επαγγελματική τους επάρκεια ,με ποιό κριτήριο θα τους ψηφίσουμε;(Θα τους κρίνουμε από το μέγεθος της πελατείας τους ίσως; Από τις παραστάσεις που κάνουν; Από το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων που δηλώνουν; Από το πόσες φορές τους δείχνει η τηλεόραση;)
    Ας σοβαρευτούμε!Κάποια δημόσια πρόταση από πλευράς δικηγορικών συλλόγων, που φέρονται ως υπέρμαχοι του θεσμού της αυτοδιοίκησης ,υπάρχει, ή οι προτάσεις γίνονται απευθείας στα ώτα του Υπουργείου, ΩΣ ΣΥΝΗΘΩΣ;

  • 5 Φεβρουαρίου 2010, 16:18 | Μαρίνα Βάθη

    Νομίζω ότι ο θεσμός της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων θα έπρεπε να επεκταθεί και στα διοικητικά εφετεία Πειραιώς και Θεσσαλονίκης. Διαφορετικά καλό θα ήταν να προβλέπεται από το νόμο διετής θητεία για τον προϊστάμενο , η οποία θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, πολλαπλά επωφελής για τα δικαστήρια αυτά. Τέλος, εκλόγιμοι πρέπει να είναι όλοι οι δικαστές του δικαστηρίου, με την προϋπόθεση ότι υπηρετουν σ΄αυτό για ένα μικρό χρονικό διάσημα τουλάχιστον ενός έτους.

  • 4 Φεβρουαρίου 2010, 13:59 | Δημήτριος Νικολόπουλος

    Η επαναφορά του θεσμού της αυτοδιοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων από τους δικαστές που υπηρετούν σ’ αυτά είναι σίγουρα μία νομοθετική παρέμβαση που ενισχύει την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και ικανοποιεί ένα πάγιο αίτημα όλων των Δικαστικών Ενώσεων. Ορθά ο νομοθέτης ορίζει ότι το Τριμελές Συμβούλιο εκλέγεται από την Ολομέλεια του οικείου Δικαστηρίου. Τη λειτουργία του Δικαστηρίου τη γνωρίζουν καλύτερα οι δικαστές του, ούτε δικαστές που υπηρετούν σε άλλο δικαστήριο, ούτε πολύ περισσότερο δικηγόροι ή άλλοι νομικοί, όπως άλλωστε δεν προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στο Δ.Σ των Δικηγορικών Συλλόγων ή στη διαδικασία επιλογής των Πρυτανικών Αρχών. Στο νομοσχέδιο όμως που δόθηκε για διαβούλευση υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις τεχνικού-λεπτομερειακού χαρακτήρα που πρέπει να γίνουν, ώστε να αποφευχθούν προβλήματα κατά την εφαρμογή των νέων διατάξεων. Ειδικότερα :
    1. Στην παρ. 2 θα πρέπει να προστεθούν τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ώστε να διευθύνονται και αυτά από Τριμελή Συμβούλια.
    2. Στην παρ. 4 τίθενται περιορισμοί στον αριθμό των εκλογίμων. Οι περιορισμοί αυτοί τέθηκαν για πρώτη φορά το 2005 και φαλκίδευσαν τον γνήσιο χαρακτήρα της αυτοδιοίκησης, κατέστησαν δυσλειτουργικό το θεσμό και οδήγησαν στην ουσιαστική κατάργησή του. Ως εκ τούτου, η επαναφορά των περιορισμών αυτών, στην έκταση που αναφέρονται στο νομοσχέδιο, υπονομεύει το σκοπό του, όπως αυτός περιγράφεται στην αιτιολογική έκθεση. Ο περιορισμός των εκλογίμων για τη θέση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου, πέρα από το ότι είναι τελείως αυθαίρετος, δεδομένου ότι δεν στηρίζεται σε κανένα ποσοτικό κριτήριο (πχ 10 υποψήφιοι για το Διοικ.Πρ.Αθ. και 10 για το Διοικ.Πρ.Θεσς. ή Πειραιά, ήτοι το 30% των Προέδρων του Διοικ.Πρ.Αθ, έναντι του 80% περίπου των Διοικ.Πρ.Θεσς. ή Πειραιά), αντιστρατεύεται και το γεγονός ότι η άσκηση διοικητικών καθηκόντων περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις αυτού που φέρει το βαθμό του Προέδρου Εφετών ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αφού και ο τελευταίος στην αρχαιότητα εξ αυτών που για τυχαίο και συμπτωματικό λόγο υπηρετεί σε δικαστικό σχηματισμό που εφαρμόζεται το σύστημα της αυτοδιοίκησης, αν υπηρετούσε σε κάποιο δικαστήριο της επαρχίας θα ασκούσε τα καθήκοντα αυτά. Στην κρίση δηλαδή του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για την προαγωγή στους ανωτέρω βαθμούς εμπεριέχεται η παραδοχή ότι οι προαχθέντες είναι ικανοί να ασκήσουν διοικητικά καθήκοντα, παραδοχή η οποία τίθεται εν αμφιβόλω με τον περιορισμό αυτόν. Περαιτέρω, και ο περιορισμός που τίθεται στο εκλόγιμο των μελών στο ¼ των οργανικών θέσεων είναι επίσης αυθαίρετος και αναμένεται να δημιουργήσει δυσλειτουργίες. Αν πρέπει πάντως να θεσπιστεί κάποιος περιορισμός στο εκλόγιμο των μελών – δεδομένου ότι πάντα τα μέλη των Ολομελειών λαμβάνουν υπόψη τους και το κριτήριο της αρχαιότητας κατά την ψηφοφορία, άρα εκ των πραγμάτων δεν εκλέγεται κάποιος νέος στο βαθμό – δεν θα πρέπει αυτός να είναι ποσοστιαίος (πχ ¼), αλλά με βάση τα χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό και δεδομένου ότι ο ν. 1756/1988 προβλέπει ως προϋπόθεση για την προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών των Διοικητικών και Πολιτικών Πρωτοδικείων την υπηρεσία στο βαθμό του Πρωτοδίκη για πέντε (5) έτη (άρθρα 66 και 77 αντιστοίχως) και για την προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου Εφετών την υπηρεσία στο βαθμό του Εφέτη για τρία (3) έτη αντίστοιχα, θα πρέπει να θεωρούνται εκλόγιμοι όσοι έχουν συμπληρώσει κατά το χρόνο της εκλογής 5 και 3 έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Πρωτοδίκη και Εφέτη αντίστοιχα. Άλλωστε, δεδομένου των κωλυμάτων και του γεγονότος ότι στην πράξη δεν επιθυμούν όλοι οι εκλόγιμοι να ασκήσουν διοικητικά καθήκοντα, ο αριθμός των πραγματικά εκλογίμων περιορίζεται υπέρμετρα. Στις περιπτώσεις δε των Ειρηνοδικείων οι εκλόγιμοι θα είναι σχεδόν πάντα οι ίδιοι, αφού οι Ειρηνοδίκες Α’ Τάξης δεν προάγονται και δεν εισέρχονται νεότεροι (ο τελευταίος διαγωνισμός έγινε το 1997) ώστε να ανανεώνονται τα πρόσωπα των εκλογίμων.
    3. Το κώλυμα του εδαφίου δ’ της παρ. 6 είναι νομοτεχνικά άστοχο και πρέπει να επαναδιατυπωθεί. Η απαγόρευση επανεκλογής είναι προφανές ότι πρέπει να αφορά την επανεκλογή στον ίδιο βαθμό και όχι στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας όπως άστοχα αναφέρεται στη διάταξη. Σκοπός είναι να αποκλειστεί ο Πρωτοδίκης πχ που έχει εκλεγεί ως μέλος από το να εκλεγεί στη θέση αυτή και όχι από το να εκλεγεί ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου φέροντας πλέον το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών. Διαφορετικά, τα Δικαστήρια θα στερηθούν των υπηρεσιών δικαστών έμπειρων και επιτυχημένων στα διοικητικά τους καθήκοντα, ενώ τίθεται και ζήτημα συνταγματικότητας της διάταξης, αφού η άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του Προϊσταμένου ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου είναι προνόμιο του βαθμού του Προέδρου Εφετών ή του Προέδρου Πρωτοδικών, το οποίο δεν μπορεί να απολέσει εκ του γεγονότος ότι κατά το παρελθόν υπηρέτησε σε αιρετό αξίωμα που προβλέπεται για άλλο βαθμό, δηλαδή του Εφέτη ή του Πρωτοδίκη. Πέραν τούτων, οι ειρηνοδίκες για παράδειγμα είναι από του διορισμού τους μέχρι την έξοδό τους από την υπηρεσία στον «ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας», έτσι ώστε αν κάποιος εξελέγη στο παρελθόν ως μέλος του συμβουλίου, να μην μπορεί να είναι ποτέ ξανά υποψήφιος. Η απαγόρευση επανεκλογής δείχνει πάντως μία δυσπιστία του νομοθέτη απέναντι στους δικαστές, τη στιγμή μάλιστα που δεν πρέπει -εξ όσων γνωρίζω – να υπάρχει στη χώρα μας αιρετός θεσμός στον οποίο να απαγορεύεται η έστω και μία επανεκλογή. Τέλος πρέπει να απαλειφθεί το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 που ορίζει ότι : «Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ευδόκιμη δικαστική υπηρεσία, όπως τούτο προκύπτει από τις συνταχθείσες γι’ αυτούς εκθέσεις επιθεωρήσεως». Όπως είναι γνωστό το περιεχόμενο των εκθέσεων επιθεωρήσεως των δικαστών είναι γνωστό μόνο σε συγκεκριμένα θεσμικά όργανα (πχ επιθεωρητές, ΑΔΣ κλπ) και δεν είναι γνωστό ούτε στο Τριμελές Συμβούλιο που έχει την καταρχήν ευθύνη και τη σύνταξη των ψηφοδελτίων, ούτε πολύ περισσότερο στους δικαστές που απαρτίζουν την Ολομέλεια και εγκρίνουν την κατάρτιση των φηφοδελτίων.
    Τα συμπεράσματα από την εφαρμογή του θεσμού της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων, σε οποιαδήποτε μορφή της τα τελευταία 16 χρόνια, ήταν σαφώς θετικά για τη λειτουργία της δικαιοσύνης και πρέπει να επισημανθεί εδώ και η συμβολή των προσώπων που υπηρέτησαν το θεσμό και συνέβαλαν στη εμπέδωσή του, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε σήμερα για ένα «αυτοδιοικητικό κεκτημένο». Είναι προφανές ότι η κοινωνία και το Δικαστικό Σώμα είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα που είναι η επιλογή των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων με τη συμμετοχή των δικαστών.

  • 4 Φεβρουαρίου 2010, 12:35 | ANONIMOS

    Τα προβλήματα που απασχολούν τη Δικαιοσύνη είναι πολλά και διαχρονικά. Θα περίμενε κανείς οι νομοθετικές πρωτοβουλίες να έχουν ως προτεραιότητα την επίλυσή τους και όχι την ενασχόληση με το αυτοδιοίκητο ή όχι των δικαστηρίων, το οποίο έχει και περιορισμένη χωροταξική σημασία, από τη στιγμή που ανακύπτει μόνο στις έδρες μεγάλων Πρωτοδικείων και Εφετείων. Εφόσον, όμως έχει ληφθεί η πολιτική απόφαση για την επαναφορά του, λεκτέα τα εξής : Σε θεσμικό επίπεδο δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει την ύπαρξη και την αξία του αυτοδιοίκητου. Σε πρακτικό επίπεδο, κατά την πραγμάτωση και τις συνέπειες που αυτό δημιουργεί, θα πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός. Τούτο, διότι αυτό συνδέεται αναγκαστικά με τα πρόσωπα που επιλέγονται για να διοικήσουν ένα μεγάλο δικαστήριο, με την ικανότητά τους αλλά κυρίως την εντιμότητά τους και πάνω απ΄όλα με την ίση μεταχείριση των υπηρετούντων σ΄ αυτό δικαστών. Και εάν μεν τα πρόσωπα αυτά είναι ικανά, δεν υπάρχει ζήτημα. Ανατρέχοντας όμως στο παρελθόν, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το αυτοδιοίκητο συνδέθηκε με το παραδικαστικό κύκλωμα, το οποίο δημιούργησε και ανάθρεψε, από τη στιγμή που δεν υπήρχε έλεγχος των προσώπων που δήθεν το υπηρετούσαν κατά την άσκηση των διοικητικών τους καθηκόντων. Ανεξάρτητα απ΄ αυτό, η κακώς νοούμενη αυτοδιοίκηση συνεπάγεται εύνοια ορισμένων δικαστών σε επίπεδο υπηρεσιακής μεταχείρισης, δημιουργία προσωπικών ομαδοποιήσεων, φαινόμενα άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας κ.λ.π. Ίσως καλύτερο είναι ένα «μικτό» σύστημα αυτοδιοίκησης, με την έννοια η διοίκηση ενός Δικαστηρίου να επιλέγεται από τους ίδιους δικαστές που υπηρετούν σ΄ αυτό, αλλά οι υποψήφιοι να προέρχονται από το κατά βαθμό ανώτερο δικαστήριο. Η αυτοδιοίκηση της δικαιοσύνης δεν σημαίνει αναγκαία και επιλογή των προσώπων ως διοίκηση από τα πρόσωπα που υπηρετούν σ΄ένα μεγάλο Δικαστήριο. Η Διοίκηση της Δικαιοσύνης δεν έχει διοικητικά στεγανά. Ο εκλεγείς εφέτης ως διοικητής σε πρωτοδικείο από τους δικαστές του πρωτοδικείου δεν μπορεί να υπολείπεται του θεσμικού αυτοδιοίκητου από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών που υπηρετεί στο τελευταίο. Η Διοίκηση των μεγάλων Δικαστηρίων έχει αυξημένες απαιτήσεις και δεν εξαντλείται, ούτε πρέπει να εξαντλείται στην απλή διεκπεραίωση της υπηρεσίας των δικαστών.

  • 4 Φεβρουαρίου 2010, 09:15 | Κατερίνα Στρατή

    Ο αριθμός των υποψηφίων, μελών και Προέδρων, των Συμβουλίων περιορίζεται σε υπέρμετρο βαθμό, και δυσχεραίνεται η επιλογή των ικανότερων και αξιότερων δικαστών για τις θέσεις αυτές. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι το σύνολο των δικαστών του Δικαστηρίου. Η αρχαιότητα του δικαστή δεν σχετίζεται με τα διοικητικά και οργανωτικά προσόντα ενώ πολλοί από τους δικαστές που είναι εκλόγιμοι δεν επιθυμούν την εκλογή τους, για διάφορους λόγους, προσωπικούς, οικογενειακούς, υγείας ή υπηρεσιακούς έτσι ώστε αναγκαστικά (όπως το έχουμε ζήσει στο παρελθόν) η επιλογή περιορίζεται σε πολύ μικρότερο, από τον προβλεπόμενο, αριθμό υποψηφίων για τις θέσεις αυτές και τελικώς θα εκλέγονται πρόσωπα που αποτελούν λύση ανάγκης και όχι αυτά που εκφράζουν την πραγματική βούληση των δικαστών.

    Ακόμη, το κώλυμα της επανεκλογής πρέπει να ισχύει για την ίδια ιδιότητα στο συμβούλιο. Έτσι ο πρωτοδίκης ή εφέτης που έχει εκλεγεί μέλος του συμβουλίου να μπορεί να εκλεγεί ως πρόεδρος του συμβουλίου, όταν προαχθεί στο βαθμό του προέδρου πρωτοδικών ή προέδρου εφετών.

  • 3 Φεβρουαρίου 2010, 17:49 | Χρίστος Γ. Χουτόπουλος (Διοικητικός Δικαστής)

    Οι επετηρίδες και ο ρυθμός – σειρά – προοπτική προαγωγής κάθε Δικαστή είναι λίγο ως πολύ γνωστά . Επομένως είναι δυνατόν να προβλεφθεί ποιοί , κατά την συνήθη πορεία τών πραγμάτων πρόκειται να προαχθούν κατά την κρίσιμη διετία τής θητείας των (εκάστοτε) νέων Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης τών παραπάνω (λεγομένων “μεγάλων”) Δικαστηρίων . Μέ βάση αυτή την δυνατότητα ΟΡΘΟΤΕΡΟ θα ήταν να μην είναι υποψήφιοι οι Δικαστές αυτοί , των οποίων επίκειται η προαγωγή στον επόμενο βαθμό κατά την αμέσως επόμενη των σχετικών αρχαιρεσιών διετία , προκειμένου να μήν ανακύπτει κατόπιν πρόβλημα μετάθεσης , ή συγκρότησης τών Τριμελών αυτών Συμβουλίων από Δικαστές οι οποίοι μετά από λίγο δεν θα είναι Δικαστές τού Δικαστηρίου τού οποίου θα έχουν την ευθύνη . Παράλληλα , ως προς την αρχαιότητα καλό θα ήταν να εξαιρούνται και εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει διετία (ή τουλάχιστον 18 μήνες) υπηρεσίας στον αντίστοιχο βαθμό , ούτως ώστε να έχουν όλοι οι υποψήφιοι την αναγκαία εμπειρία . Πάντως για δημιουργία και αξιοποίηση αναγκαίας πείρας προτιμότερη νομίζω είναι η ΤΡΙΕΤΗΣ θητεία τών παραπάνω Τριμελών Συμβουλίων (με ανάλογη προσαρμογή των πιό πάνω παρατηρήσεων – προτάσεων).
    Σίγουρα επίσης πρέπει να αποκλείονται και να μήν είναι υποψήφιοι όσοι είναι ή ήταν στο παρελθόν πρόεδροι ή τακτικά μέλη συμβουλίων στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας (ή έστω κατά τα προηγούμενα δέκα χρόνια) προκειμένου να μετέχουν περισσότεροι Δικαστές και να μην καταλήγει το ζήτημα αυτό αποκλειστικότητα κάποιων ολίγων .
    Για τον ίδιο λόγο και για να αποφύγουμε την δημιουργία επαγγελματιών τής διοίκησης και «υποτρόπων σωτήρων» ΚΑΛΟ ΘΑ ΗΤΑΝ να αποκλείονται και να μήν είναι υποψήφιοι όσοι είναι ή ήταν στο παρελθόν πρόεδροι ή τακτικά μέλη Διοικητικών Συμβουλίων τών οικείων Δικαστικών Ενώσεων. Διότι και με την ιδιότητα αυτή καλλιεργείται σε κάποια άτομα μιά ψευδαίσθηση μοναδικότητας και δήθεν υψηλής αφιέρωσης στα κοινά , στην οποία ενδέχεται να εμφιλοχωρήσει και “μεγαλοπαραγοντισμός” και μικροπολιτικαντισμός που δεν ταιριάζουν σε δικαστές ˙ και όχι μόνο αυτά , αλλά επί πλέον μπορεί να υπεισέλθει και η επάρατη διάθεση παροχής εξυπηρετήσεων με αντάλλαγμα , έστω αναγνώρισης και δόξας . Όμως είναι προφανές (και συμφωνούμε νομίζω όλοι) ότι , τέτοιες εκδηλώσεις στο Δικαστικό σώμα δεν είναι απλά αρρώστιες , αλλά πραγματικές γάγγραινες που πρέπει να προλαβαίνονται για να μήν ψάχνουμε μετά για «κυκλώματα». Ορθότερο θα ήταν νομίζω , μόνο μία θητεία για κάθε Δικαστή σε οποιαδήποτε αιρετή θέση .
    Γενική άλλωστε είναι η απορία γι’ αυτούς που είναι διαρκώς , παντού υποψήφιοι και εμφανίζονται ανά πάσα στιγμή ως πρόθυμοι και κατάλληλοι να υπηρετήσουν τα κοινά : «Καλά και πότε ασχολούνται με δικαστικά καθήκοντα; Πώς διατηρούν και ανανεώνουν την δικαστική ιδιότητά τους; περιφερόμενοι από δικαστηρίου σε δικαστήριο είτε “για να ενημερώσουν για το ενδιαφέρον τους” και να υποστηρίξουν την υποψηφιότητά τους , είτε “για να πληροφορήσουν” τους συναδέλφους για τις εξελίξεις ;;
    Ας μην ξεχνάμε ότι , ακρογωνιαίος λίθος σε οποιοδήποτε θετικό για την Δικαιοσύνη σχήμα ή σύστημα είναι η διατήρηση και η προαγωγή τού Δικαστικού κύρους και τής πρόταξης για κάθε δικαστή τής Δικαστικής ιδιότητάς του.

  • 3 Φεβρουαρίου 2010, 16:37 | Κωνσταντίνα Μποζιονέλου

    Άποψη για το Ειρηνοδικείο Αθηνών
    Ο περιορισμός των υποψηφίων για τη θέση του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου στους 10 αρχαιότερους ειρηνοδίκες (όσοι και στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου υπάρχουν 44 οργανικές θέσεις), τουλάχιστον για το Ειρηνοδικείο Αθηνών, ελαχιστοποιεί χωρίς πειστικό επιχείρημα την ευχέρεια επιλογής του καταλληλότερου, ο οποίος συγχρόνως να δύναται και να θέλει να αναλάβει το ιδιαίτερο και απαιτητικό, διαφορετικό της μέχρι τώρα υπηρεσιακής του πορείας, καθήκον, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς τη σύνθεση και την πολύ αργή ανανέωση του σώματος (αποχωρούν ελάχιστοι κατ΄ έτος συνταξιοδοτούμενοι κυρίως λόγω ορίου ηλικίας) και την συνεπεία αυτού μεγάλη ηλικία των 10 κάθε φορά υποψηφίων, στα πρόθυρα της συνταξιοδότησης, με δικαιολογημένη άρνηση να δεχθούν να αναλάβουν το βάρος της διεύθυνσης ενός πολύ μεγάλου δικαστηρίου (ουσιαστικά ενός παράλληλου Πρωτοδικείου στην Αθήνα). Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, λοιπόν, όπου υπάρχουν 130 οργανικές θέσεις ειρηνοδικών, οι υποψήφιοι για τη θέση του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης προτείνουμε να είναι τουλάχιστον 30.

  • 3 Φεβρουαρίου 2010, 14:20 | Ανώνυμος Δικηγόρος

    μια απάντηση στον κ. Δανιά
    Κ. Πρόεδρε καλή η αγίοποίηση όλων των δικαστικών λειτουργών , αλλά πίσω από το ανώνυμος δικηγόρος κρύβεται ο γιος ενός δικαστή που τον σέβονται ακόμα οι δικηγόροι, 15 μετά την συνταξιοδότησή του, ο σύζυγος μιας δικαστού κτλ. και τελευταίο βάζω το ένας επιτυχημένος δικηγόρος. Γνωρίζω λοιπόν και κρίνω με επιτυχία την ποιότητα πολλών συναδέλφων σας . Και αφού δεν θέλετε να πέσετε στο επίπεδό μου τουλάχιστο πέστε μας σας παρακαλώ αν η πλειοψηφία των προισταμένων σας εκλεγμένων η μη ασκείται στο παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων με διάφορους παραγοντίσκους της πολιτικής ή επιχειρηματικής τάξης(;), καλύπτουν ή δεν καλύπτουν την μπλέμπα του καθε πρωτοδικείου και εφετείου (και εσείς οι συνδικαλιστές ζητήστε και καμμιά συγγνώμη από τα ανθρωπάκια που αυτοί οι άχρηστοι δικάζουν και αδικούν ή δοκιμάστε να πάρετε απόφαση από αυτούς που να έχει έστω τα ελάχιστα στοιχεία της κοινής λογικής και μετά τα λέμε)(;), Η δικαιοσύνη εξευτελίζεται από εμάς τους υπόλοιπους κατώτερους από εσάς ή αυτοεξευτελίζεται με τις πράξεις σας (των βεβαίως-βεβαίως ελαχίστων που είναι τόσο λίγοι που δεν τους ξέρουμε)(;). Ιδίως εσας του ΔΔ Αθήνας και Θεσσαλοίκης σας βλέπω να έχετε μια περίεργη πρεμούρα να απολαύσετε τα προσόντα του εκλεγμένου μέλους της διοίκησης γιατί; Και επειδή είμαι σίγουρος ότι δεν θα πάρω απάντηση όλα τα παραπάνω είναι σε γνώση της κοινωνίας η οποία και κρίνει ιδίως μετά την συνταξιοδότηση τότε που πέφτεις στο επίπεδο του απλού πολίτη.

  • 3 Φεβρουαρίου 2010, 13:53 | Παναγιώτης Δανιάς Πρωτοδίκης Δ.Δ.

    Για όσους δεν με γνωρίζουν, είμαι Πρωτοδίκης Δ.Δ. και μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών. Ξεκινώ από το θετικό του γεγονότος ότι επαναφέρεται το αιρετό του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης των Δικαστηρίων της Χώρας (και όχι του «αυτοδιοίκητου» όπως αδόκιμα λέγεται, εφόσον τα Δικαστήρια δεν είναι Ο.Τ.Α.), παρά το ότι μεγάλος αριθμός ανωτέρων και ανωτάτων συναδέλφων δεν είναι ευτυχής γι’ αυτό. Το κακό είναι ότι ο εκάστοτε Υπουργός της Δικαιοσύνης, παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις του –και αν κρίνω από το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, δεν εξαιρείται ούτε και ο τωρινός Υπουργός- ακούει περισσότερο αυτούς, παρά την μεγάλη πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών που ανήκει στον πρώτο βαθμό. Πρέπει λοιπόν, να γίνει σαφές στον κ. Υπουργό ότι οι Δικαστές του πρώτου βαθμού δεν έχουν ανάγκη ούτε από κηδεμονία, ούτε από επιτροπεία, ούτε από νουθεσία, στο πώς θα ασκούν τα καθήκοντά τους και αυτό, που θεωρείται αυτονόητο για την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων, αφορά ΚΑΙ την διοίκηση των Δικαστηρίων. Δεν πρέπει βέβαια να γίνεται σύγχυση των εννοιών «Διοίκησης» και «Διεύθυνσης» των Δικαστηρίων. Στην διοίκηση, μετέχουν όλοι, ως μέλη της Ολομέλειας και αυτό είναι το ανώτατο όργανο. Επίσης, πρέπει να πάψουν οι εκάστοτε Υπουργοί Δικαιοσύνης να τονίζουν τα «στραβά» του συστήματος του αιρετού Συμβουλίου Διεύθυνσης και να μας πούν, ποιος ελέγχθηκε, ποιος τιμωρήθηκε και για ποιο αδίκημα από αυτούς που διετέλεσαν μέλη των απελθόντων Συμβουλίων. Αν αυτό δεν ισχύει, ας σταματήσει αυτή η σπέκουλα περί «διαφθοράς», διαφορετικά κατεβαίνουμε στο επίπεδο των «ανωνύμων νομικών».
    Τελειώνοντας, με την ελπίδα να έχουμε την ευκαιρία να διατυπώσουμε τις απόψεις μας σε συνάντηση με τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, όπως έχουν κατά καιρούς αυτή την ευκαιρία άλλοι παράγοντες της Δικαιοσύνης θα ήθελα να τονίσω τα εξής σημεία: α) Θα ήταν καλό να απαλειφθεί ο όρος «δικαιοδοσίας» στο κώλυμα εκλογιμότητας, διότι δεν είναι νοητό να μην μπορεί να εκλεγεί ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου, ένας που εξελέγη μέλος πριν πολλά χρόνια και ενδεχομένως σε άλλο Δικαστήριο, β) να αυξηθεί σε εύλογο ποσοστό, έως και το 50% των υπηρετούντων δικαστών, ο αριθμός των προς εκλογή στο ίδιο Συμβούλιο, ώστε να διευρυνθεί «η δεξαμενή των αρίστων» από τους οποίους να μπορεί η Ολομέλεια να εκλέξει τους καταλληλότερους για τη Διοίκηση. Όλα τα άλλα εξυπηρετούν τους εχθρούς του θεσμού και θέλω να πιστεύω, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι ο νύν Υπουργός δεν συγκαταλέγεται σ’ αυτούς.

  • 2 Φεβρουαρίου 2010, 21:48 | Έμπειρος Νομικός

    Βασικό κριτήριο εκλογιμότητας δεν πρέπει να είναι η αρχαιότητα, αλλά η ικανότητα, η εγκράτεια, η συγκρότηση και το κύρος των προς επιλογή δικαστών. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπάρχει περιορισμός στον αριθμό των εκλογίμων ή τουλάχιστον αυτός να είναι όσο το δυνατόν μικρός (το πολύ το 50% τον αρχαιοτέρων στα σχετικώς ολιγάριθμα δικαστήρια και το 35% στα δικαστήρια με μεγαλύτερο αριθμό δικαστών). Ιδίως ο αριθμός των πέντε (5) εκλογίμων σε κάποια δικαστήρια είναι όχι μόνο ανεπαρκής αλλά και επικίνδυνος γιατί η αρχαιότητα και μόνο δε σημαίνει καταλληλότητα διεύθυνσής δικαστηρίου. Τίποτε δεν αποκλείει κάποιοι από τους πέντε (5) εκλόγιμους (ένας ή δύο κτλ.) να αποχωρούν από την υπηρεσία σε έξι (6) μήνες από την ημέρα της εκλογής, κάποιοι άλλοι (ένας ή δύο κτλ.) να είναι εμφανώς ακατάλληλοι για διεύθυνση δικαστηρίου, οπότε θα πρόκειται για επιλογή μεταξύ δύο το πολύ δικαστών ή και για ορισμό του ενός μόνο απομείναντος εκλόγιμου δικαστή. Γι’ αυτό, για να επιτύχει ο θεσμός πρέπει, ανεξαρτήτως του αριθμού των υπηρετούντων δικαστών, ο αριθμός των εκλογίμων να είναι απεριόριστος ή ιδιαίτερα αυξημένος. Έτσι, σε όσα δικαστήρια προβλέπεται αριθμός εκλογίμων δέκα (10). πρέπει αυτός να αυξηθεί τουλάχιστον σε είκοσι (20) και σε όσα δικαστήρια προβλέπεται αριθμός εκλογίμων πέντε (5) να αυξηθεί σε δέκα (10). Άλλωστε, αφού καθιερώνεται το αιρετό σύστημα επιλογής των διοικήσεων των δικαστηρίων, που κατά γενική ομολογία είναι το δημοκρατικότερο σύστημα, πρέπει η αρχαιότητα να υποχωρήσει έναντι της αξίας και της ικανότητας των εκλογίμων γιατί αυτή (αρχαιότητα) δεν εξασφαλίζει την επιλογή των καταλληλότερων τους οποίους προφανώς γνωρίζουν καλά οι δικαστές κάθε δικαστηρίου και πρέπει αυτοί να έχουν την ευχέρία να τους εκλέξουν.

  • Το αυτοδιοίκητο της δικαιοσύνης απαιτεί διευρυμένο σώμα.
    Οι Πρόεδροι πρέπει να απολογούνται στην κοινωνία ή τουλάχιστον στο τμήμα εκείνο της κοινωνίας που μπορεί να αξιολογήσει και να κρίνει τις πράξεις και τις παραλήψεις των.
    Είναι σημαντικό οι εκλογές να απολέσουν οποιαδήποτε συντεχνιακά χαρακτηριστικά. Προτείνω εκτός από τις ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων να ψηφίζει μαζί, για την ανάδειξη των οργάνων, ίσος αριθμός Καθηγητών των Νομικών Σχολών και αντιπρόσωποι από τους αντίστοιχους Δικηγορικούς Συλλόγους. Θεωρώ ότι οι εκλογές για τις διοικήσεις των δικαστηρίων δεν πρέπει να συνδέονται ή να προσομοιάζουν με τις εκλογές των συνδικαλιστικών τους οργάνων.
    Ευχαριστώ,

  • 2 Φεβρουαρίου 2010, 13:36 | Δημήτρης Ευγενίδης

    Η Πολιτεία όφειλε να επαναφέρει το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων της χώρας. Και είναι σημαντικό που η καινούργια κυβέρνηση το κάνει άμεσα, στα πρώτα βήματά της.
    Ως προς την εκλογή του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης κάθε Δικαστηρίου, κατά τη γνώμη μου, κριτήριο υποψηφιότητας δεν πρέπει να είναι μόνο η αρχαιότητα των υπηρετούντων δικαστών. Πρέπει όλοι οι ενδιαφερόμενοι Πρόεδροι Εφετών και Πρωτοδικών, καθώς και αντίστοιχα οι Εφέτες, Πρωτοδίκες και Ειρηνοδίκες να δύνανται να είναι υποψήφιοι για τη Διοίκηση του δικαστηρίου τους, εφόσον κατέχουν το αντίστοιχο αξίωμα, επί τριετία, χωρίς άλλο ποσοτικό περιορισμό (π.χ. με ποσοστό επί των αντιστοίχων οργανικών θέσεων, όπως προτείνεται). Έτσι, για την εκλογή τους ή μη θα κριθούν από τους συναδέλφους τους, εμμέσως πλην σαφώς και για τις ικανότητες-δεξιότητές τους και την εν γένει προσωπικότητά τους. Και αυτό γιατί πρέπει η Διοίκηση του Δικαστηρίου, που θα εκλεγεί, να συνδυάζει την εμπειρία, την ικανότητα αλλά και τη νεωτερικότητα.

  • 2 Φεβρουαρίου 2010, 11:39 | ΑΝΩΝΥΜΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

    Οι Δικαστές,προφανώς επηρεασμένοι από το γενικώτερο κλίμα διαφθοράς που έχει επικρατήσει, κι΄ακούγοντας τα εκατομμύρια,και δισεκατομμύρια ευρώ να κυκλοφορούν μαύρα και παράνομα γύρω μας,έχουν διαφθαρεί ΄κι΄αυτοί σε μεγάλο βαθμό.
    Αντί να διασφαλίζουν τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του θιγόμενου πολίτη ,εξαντλούν την αυστηρότητά τους στον κοσμάκη,και αντιμετωπίζουν επιεικώς τον μεγαλοσχήμονα,ή τον απατεώνα επιχειρηματία.
    Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουν και τους δικηγόρους,γιατί άραγε επηρεάζονται τόσο πολύ από τους έχοντες την φήμη μεγαλοδικηγόρου,και όχι από τον «ανώνυμο» δικηγόρο της καθημερινής μαχόμενης δικηγορίας που ο πελάτης του είναι επίσης «ανώνυμος»?
    Φυσικά, δεν ισοπεδώνω,εννοείται ότι, ευτυχώς,η πλειοψηφία των Δικαστών ακόμη,δεν έχει ενδώσει.
    Επομένως, αυτό που χρειάζεται είναι να ελέγχονται κι΄αυτοί και να κρίνονται,πιό αυστηρά , από ευσεινήδητους και αδιάφθορους κριτές,και μόνον τότε να προάγονται.Να ελέγχονται ειλικρινά όμως, και οι αποφάσεις που έχουν εκδώσει,και η νομική τους κατάρτιση,και ο βίος και η πολιτεία τους.Και όσοι έχουν παραβεί τον όρκο και την ηθική,επιτέλους να τιμωρούνται.Δεν μπορεί να είναι οι Δικαστές μονίμως οι κρίνοντες και όχι οι κρινόμενοι, ούτε οι ίδιοι υπεράνω του Νόμου.
    Δεν θέλουμε Δικαστές δύο ταχυτήτων ενώπιον του Νόμου, και δεν θέλουμε πολίτες δύο ταχυτήτων ενώπιον των Δικαστών,και των Δικαστηρίων.Αν βρείτε τρόπο να διασφαλίσετε την διαφάνεια και το κύρος της Δικαιοσύνης,θ΄αποκτήσει ξανά και ο πολίτης την εμπιστοσύνη ,γιά την απονομή της Δικαιοσύνης.Και σ΄αυτόν τον καίριο τομέα γιά την αξιοπρέπεια του πολίτη,και τα δίκαιά του, θα πρέπει να θέσετε πάλι τις βάσεις,εκ θεμελίων γιατί δυστυχώς,έχει επέλθει κατάρευση με πολλές έξωθεν παρεμβάσεις,κι΄επιρροές.

  • 2 Φεβρουαρίου 2010, 09:55 | ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΙΤΟΥΛΑΔΙΤΗ

    ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΣΧΟΛΙΟΥ :

    1. Τα Διοικητικα Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά θα πρέπει να συμπεριληφθούν στη ρύθμιση του άρθρου αυτού, ώστε να διευθύνονται και αυτά απο τριμελή συμβούλια, αφού δεν υπάρχει λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την εξαίρεση τους, δεδομένου οτι και στα Δικαστήρια αυτά υπηρετεί αρκετά μεγάλος αριθμός δικαστών.

    2. Υποψήφιοι για τη θέση του προέδρου του συμβουλίου θα πρέπει να είναι όλοι οι Πρόεδροι που υπηρετούν στο εκάστοτε Δικαστήριο και όχι μόνο οι αρχαιότεροι, διότι άλλως περιορίζεται δραστικά ο αριθμός των υποψηφίων και αποκλείονται, ίσως, δικαστές, που έχουν την διάθεση να προσφέρουν και συγκεντρώνουν τα προσόντα γιαυτό. Οι Δικαστές είναι ικανοί να διακρίνουν τους ικανούς.

    3. Το κώλυμα επανεκλογής στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, θα πρέπει να απαλειφθεί, και να προβλεφθεί η μη επανεκλογή των ιδίων προσώπων, στην επόμενη εκλογική διαδικασία μετά τη λήξη της θητείας τους και για τα ίδια καθήκοντα που σχετίζονται με το βαθμό που φέρει ο υποψήφιος, και όχι με το βαθμό δικαιοδοσίας συνολικά. Ετσι, θα μπορεί να προβλεφθεί κώλυμα επανεκλογής ως μέλος, ή ως Πρόεδρος και όχι η θητεία μέλους να εμποδίζει την εκλογή ως Προέδρου αργότερα.

  • 1 Φεβρουαρίου 2010, 14:28 | Ανώνυμος

    Η προβλεπόμενη από το νέο νομοσχέδιο εκλογή των διοικήσεων και ειδικά των Προέδρων του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης των Δικαστηρίων για δύο (2) έτη, χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, πρέπει να ισχύσει οπωσδήποτε και για τους ήδη υπηρετούντες διορισμένους και αρεστούς στην προηγούμενη κυβέρνηση, που κατήργησε τον περί αυτοδιοίκητου νόμο, Προέδρους των Τριμελών Συμβουλίων Διοίκησης, γιατί έχουν δημιουργήσει «πελατεία» δικαστών και «παρεούλες» υποσχόμενοι ανταλλάγματα ψήφων.
    Έτσι θα αποφευχθεί η επικράτηση επαρμένων, λόγω της παραμονής τους στην εξουσία και την απομάκρυνσή τους από το πραγματικά δικαστικά τους καθήκοντα, ατόμων, τα οποία, όπως ακούγεται, επεμβαίνουν στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστών των δικαστηρίων που διοικούν, σαν να είναι υπάλληλοί τους, μετατρέποντας τη δικαιοσύνη σε θεραπαινίδα των εκάστοτε ισχυρών και ειδικώς της προηγούμενης εκτελεστικής εξουσίας, μέσω της οποίας αναρριχήθηκαν.
    Για να αποφευχθούν τα φαινόμενα αυτά ο νόμος πρέπει να ισχύσει από τώρα και όχι από την εκπνοή της ήδη υπάρχουσας θητείας των δοτών Προέδρων του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης.
    Να επισπευσθεί η ψήφιση και η ισχύς των διατάξεων του νομοσχεδίου, ώστε να μην υπάρχει χρόνος δημιουργίας πελατειακών και συναλλακτικών σχέσεων από τους ενδιαφερόμενους υποψηφίους σε ένα χώρο τόσο ευαίσθητο, όσο η Δικαιοσύνη, όπου το παραπάνω μέτρο θα είναι προς την κατεύθυνση της πραγματικής της ανεξαρτησίας.

  • 1 Φεβρουαρίου 2010, 09:38 | Αγγελική Λαϊνιώτη

    Η επαναφορά του «ανόθευτου» της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων αποτελεί σημαντική συμβολή του κοινού νομοθέτη προς την κατεύθυνση της θεσμικής κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας αλλά και επιβεβαίωση της λογικής αρχής ότι τα πρόσωπα που απονέμουν δίκαιο και ωριμότητα έχουν αλλά και ικανότητα να επιλέγουν την κατάλληλη διεύθυνση των δικαστηρίων. Κατά τούτο -συνεπώς- το παρόν σχέδιο νόμου έχει μείζονα σπουδαιότητα και το χαιρετίζουμε.
    Παρατηρήσεις: α) στο άρθ. 15 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει (βλ. άρθ. 4 σχεδίου νόμου)να προστεθούν τα διοικητικά εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιώς. β) στο άρθρο 15 παρ. 4 να μην προβλέπεται κανένας περιορισμός του αριθμού των εκλόγιμων, δεδομένου ότι τα διοικητικά και οργανωτικά προσόντα δεν συνάπτονται κατ’ ανάγκη με την αρχαιότητα. Διαφορετικά, να προβλεφθεί μεγαλύτερος (διπλάσιος τουλάχιστον) αριθμός εκλόγιμων, δεδομένου ότι ο περιορισμός που τίθεται, σε συνδυασμό με το κώλυμα της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 6 περίπτ. δ΄, θα περιορίσει υπέρμετρα τον αριθμό των εκλόγιμων (κυρίως για τη θέση του προέδρου του συμβουλίου), με αναγκαία συνέπεια τη δυσχέρεια των εκλογέων στην επιλογή της καταλληλότερης διοίκησης. γ) το κώλυμα της επανεκλογής της περίπτ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 15 να ισχύει μόνο για την ίδια ιδιότητα στο συμβούλιο, ώστε το πρόσωπο (πρωτοδίκης ή εφέτης), που στο παρελθόν έχει εκλεγεί ως μέλος του συμβουλίου να μην έχει μεν τη δυνατότητα να επανεκλεγεί με την ίδια ιδιότητα στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά, όμως, να μπορεί να εκλεγεί ως πρόεδρος του συμβουλίου, όταν προαχθεί στο βαθμό του προέδρου πρωτοδικών ή προέδρου εφετών. Ως ασφαλιστική δικλείδα ο νομοθέτης θα μπορούσε να θέσει την προϋπόθεση ο υποψήφιος πρόεδρος να έχει διανύσει μία διετία στο βαθμό αυτόν. δ) στη διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 15 να ισχύει το αμετάθετο (όπως προβλέπεται) μόνο όταν δεν συναρτάται με προαγωγή και τοποθέτηση και να οριστεί ότι, σε περίπτωση προαγωγής του προέδρου και/ή των μελών, αυτοί θα μετακινούνται στα δικαστήρια όπου τοποθετήθηκαν (όπως προβλέπεται για τους αναπληρωματικούς)και ότι η διοίκηση θα ασκείται -σε περίπτωση προαγωγής και των αναπληρωματικών- από τους επόμενους κατά σειρά εκλογής δικαστές. Άλλως, να γίνεται νέα εκλογή, που θα αφορά μόνο το ή τα πρόσωπα που αποχωρούν λόγω προαγωγής και θα ισχύει έως τη λήξη της θητείας. Με τις ρυθμίσεις αυτές αφενός θα αποτρέπεται η εκλογή προσώπων που αποσκοπούν στο «αμετακίνητο» και αφετέρου (και κυρίως) δεν θα νοθεύεται η αντιπροσωπευτικότητα, νόθευση η οποία θα επέλθει αν το τριμελές συμβούλιο π.χ. του πρωτοδικείου απαρτίζεται από έναν εφέτη και έναν ή δύο προέδρους πρωτοδικών.

  • 31 Ιανουαρίου 2010, 18:15 | Αγγελική Λαϊνιώτη

    Η επαναφορά του «ανόθευτου» της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων αποτελεί σημαντική συμβολή του κοινού νομοθέτη προς την κατεύθυνση της θεσμικής κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας αλλά και επιβεβαίωση της λογικής αρχής ότι τα πρόσωπα που απονέμουν δίκαιο και ωριμότητα έχουν αλλά και ικανότητα να επιλέγουν την κατάλληλη διεύθυνση των δικαστηρίων. Κατά τούτο -συνεπώς-το παρόν σχέδιο νόμου έχει μείζονα σπουδαιότητα και το χαιρετίζουμε.
    Παρατηρήσεις: α) στο άρθ. 15 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει (άρθ. 4 σχεδίου νόμου) να προστεθούν τα διοικητικά εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιώς. β) στο άρθρο 15 παρ. 4 να μην προβλέπεται κανένας περιορισμός του αριθμού των εκλόγιμων, δεδομένου ότι τα διοικητικά και οργανωτικά προσόντα δεν συνάπτονται κατ’ανάγκη με την αρχαιότητα. Διαφορετικά, να προβλεφθεί μεγαλύτερος (διπλάσιος τουλάχιστον) αριθμός εκλόγιμων, δεδομένου ότι ο περιορισμός που τίθεται, σε συνδυασμό με το κώλυμα της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 6 περίπτ. δ΄, θα περιορίσει υπέρμετρα τον αριθμό των εκλόγιμων (κυρίως για τη θέση του προέδρου του συμβουλίου), με αναγκαία συνέπεια τη δυσχέρεια των εκλογέων στην επιλογή της καταλληλότερης διοίκησης. γ) το κώλυμα της επανεκλογής της περίπτ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 15 να ισχύει μόνο για την ίδια ιδιότητα στο συμβούλιο, ώστε το πρόσωπο (πρωτοδίκης ή εφέτης), που στο παρελθόν έχει εκλεγεί ως μέλος του συμβουλίου να μην έχει μεν τη δυνατότητα να επανεκλεγεί με την ίδια ιδιότητα στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά, όμως, να μπορεί να εκλεγεί ως πρόεδρος του συμβουλίου, όταν προαχθεί στο βαθμό του προέδρου πρωτοδικών ή προέδρου εφετών. Ως ασφαλιστική δικλείδα ο νομοθέτης θα μπορούσε να θέσει την προϋπόθεση ο υποψήφιος πρόεδρος να έχει διανύει μία διετία στο βαθμό αυτόν. δ) στη διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 15 να ισχύει το αμετάθετο (όπως προβλέπεται) μόνο όταν δεν συναρτάται με προαγωγή και τοποθέτηση και να οριστεί ότι, σε περίπτωση προαγωγής του προέδρου και/ή των μελών, αυτοί θα μετακινούνται στα δικαστήρια όπου τοποθετήθηκαν (όπως προβλέπεται για τους αναπληρωματικούς) και ότι η διοίκηση θα ασκείται -σε περίπτωση προαγωγής και των αναπληρωματικών- από τους επόμενους κατά σειρά εκλογής δικαστές. Άλλως, να γίνεται νέα εκλογή, που θα αφορά μόνο το ή τα πρόσωπα που αποχωρούν λόγω προαγωγής και θα ισχύει έως τη λήξη της θητείας. Με τις ρυθμίσεις αυτές αφενός θα αποτρέπεται η εκλογή προσώπων που αποσκοπούν στο «αμετακίνητο» και αφετέρου (και κυρίως) δεν θα νοθεύεται η αντιπροσωπευτικότητα, νόθευση η οποία θα επέλθει αν το τριμελές συμβούλιο π.χ. του πρωτοδικείου απαρτίζεται από έναν εφέτη και έναν ή δύο προέδρους πρωτοδικών.

  • 31 Ιανουαρίου 2010, 16:27 | Από Αγγελική Λαϊνιώτη

    Η επαναφορά του «ανόθευτου» της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων αποτελεί σημαντική συμβολή του κοινού νομοθέτη προς την κατεύθυνση της θεσμικής κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας αλλά και επιβεβαίωση της λογικής αρχής ότι τα πρόσωπα που απονέμουν δίκαιο και ωριμότητα έχουν αλλά και ικανότητα να επιλέγουν την κατάλληλη διεύθυνση των δικαστηρίων. Κατά τούτο -συνεπώς-το παρόν σχέδιο νόμου έχει μείζονα σπουδαιότητα και το χαιρετίζουμε.
    Παρατηρήσεις: α) στο άρθ. 15 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει (άρθ. 4 σχεδίου νόμου) να προστεθούν τα διοικητικά εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιώς. β) στο άρθρο 15 παρ. 4 να μην προβλέπεται κανένας περιορισμός του αριθμού των εκλόγιμων, δεδομένου ότι τα διοικητικά και οργανωτικά προσόντα δεν συνάπτονται κατ’ανάγκη με την αρχαιότητα. Διαφορετικά, να προβλεφθεί μεγαλύτερος (διπλάσιος τουλάχιστον) αριθμός εκλόγιμων, δεδομένου ότι ο περιορισμός που τίθεται, σε συνδυασμό με το κώλυμα της διάταξης του άρθ. 15 παρ. 6 περίπτ. δ΄, θα περιορίσει υπέρμετρα τον αριθμό των εκλόγιμων (κυρίως για τη θέση του προέδρου του συμβουλίου), με αναγκαία συνέπεια τη δυσχέρεια των εκλογέων στην επιλογή της καταλληλότερης διοίκησης. γ) το κώλυμα της επανεκλογής της περίπτ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 15 να ισχύει μόνο για την ίδια ιδιότητα στο συμβούλιο, ώστε το πρόσωπο (πρωτοδίκης ή εφέτης), που στο παρελθόν έχει εκλεγεί ως μέλος του συμβουλίου να μην έχει μεν τη δυνατότητα να επανεκλεγεί με την ίδια ιδιότητα στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά, όμως, να μπορεί να εκλεγεί ως πρόεδρος του συμβουλίου, όταν προαχθεί στο βαθμό του προέδρου πρωτοδικών ή προέδρου εφετών. Ως ασφαλιστική δικλείδα ο νομοθέτης θα μπορούσε να θέσει την προϋπόθεση ο υποψήφιος πρόεδρος να έχει διανύει μία διετία στο βαθμό αυτόν. δ) στη διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 15 να ισχύει το αμετάθετο (όπως προβλέπεται) μόνο όταν δεν συναρτάται με προαγωγή και τοποθέτηση και να οριστεί ότι, σε περίπτωση προαγωγής του προέδρου και/ή των μελών, αυτοί θα μετακινούνται στα δικαστήρια όπου τοποθετήθηκαν (όπως προβλέπεται για τους αναπληρωματικούς) και ότι η διοίκηση θα ασκείται -σε περίπτωση προαγωγής και των αναπληρωματικών- από τους επόμενους κατά σειρά εκλογής δικαστές. Άλλως, να γίνεται νέα εκλογή, που θα αφορά μόνο το ή τα πρόσωπα που αποχωρούν λόγω προαγωγής και θα ισχύει έως τη λήξη της θητείας. Με τις ρυθμίσεις αυτές αφενός θα αποτρέπεται η εκλογή προσώπων που αποσκοπούν στο «αμετακίνητο» και αφετέρου (και κυρίως) δεν θα νοθεύεται η αντιπροσωπευτικότητα, νόθευση η οποία θα επέλθει αν το τριμελές συμβούλιο π.χ. του πρωτοδικείου απαρτίζεται από έναν εφέτη και έναν ή δύο προέδρους πρωτοδικών.

  • 30 Ιανουαρίου 2010, 18:17 | Ανώνυμος Δικηγόρος ΙΙ

    Ο σχολιασμός του Ανώνυμου Δικηγόρου της 29 Ιαν. 2010 ώρα 13.19 υπό το άρ. 1 του νομοσχεδίου περιέχει πολλές αλήθειες.
    Πώς είναι δυνατόν να διοικηθεί σωστά και αποτελεσματικά ένα Δικαστήριο όταν οι διοικητές του δικαστές, με το αλισιβερίσι της ψηφοφορίας που έχει προηγηθεί, έχουν ήδη εξαρτηθεί από την ψήφο (δηλαδή από την αρέσκεια ή απαρέσκεια) εκείνων των (ομοβάθμων μάλιστα)συναδέλφων τους τους οποίους στη συνέχεια καλούνται να …. διοικήσουν;;; Εκτός αν θα πρόκειται για «διοίκηση» από την οποία θα ελλείπουν τα στοιχεία του Ελέγχου και της Κύρωσης, δηλαδή για παρωδία.
    Το ζήτημα του αιρετού ή μη της διοίκησης του Δικαστηρίου σηκώνει πολλή συζήτηση, αφού το προεκλογικό αλισιβερίσι συνήθως καταλήγει σε δημιουργία ομάδων και παροχή ψήφου βάσει υποσχέσεων. Αν όμως το αιρετό αποτελεί ειλημμένη απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου, καλό θα ήταν να εξετασθεί σοβαρά στις εκλογές για την ανάδειξη της διοίκησης του Δικαστηρίου ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΚΛΕΓΕΙΝ ΚΑΙ ΕΚΛΕΓΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ. Το Δικαστήριο είναι ο τόπος λειτουργίας της Δικαιοσύνης, ΙΣΟΤΙΜΟΙ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ στην οποία είναι και οι Δικηγόροι. Έτσι δεν ορίζει ο Νόμος;
    Αξίζει ιδιαίτερης επισήμανσης επίσης ότι στα συγκεκριμένα Δικαστήρια που προτείνεται το αυτοδιοίκητο κρίνονται ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΕΣ (ΙΔΙΩΣ ΩΣ ΠΡΟς ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ) ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ.

  • 30 Ιανουαρίου 2010, 15:03 | Κωνσταντίνος Ζουρνατζής

    Σε σχέση με το άρθρο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι :

    1.Ο περιορισμός των υποψηφίων Προέδρων σε δέκα και μόνο, για τα Διοικητικά Πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, μπορεί να αντιστοιχεί περίπου στο σύνολο των υπηρετούντων στο βαθμό για τα δύο τελευταία (συνεπώς με την εξαίρεση των δυο τελευταίων σε αρχαιότητα Προέδρων δεν επιτυγχάνεται κάτι ιδιαίτερο σε σχέση με την προτεινόμενη λογική στη λειτουργία του θεσμού), ενώ για το πρώτο περιορίζει της επιλογή σε ποσοστό κάτω του ενός τρίτου, καθιστώντας τη ρύθμιση εμφανώς δυσανάλογη στο πρίσμα της συνολικής λογικής της διάταξης, και περιορίζοντας τη «δεξαμενή» επιλογής υπέρμετρα για λόγους που εξηγούνται από τις ακόλουθες παραγράφους. Το ίδιο και με επιπρόσθετο κίνδυνο καθολικής πρακτικής αστοχίας της ρύθμισης πρέπει να παρατηρηθεί και για τον παράλογο περιορισμό των εκλογίμων για τη θέση των μελών στο ένα τέταρτο των αρχαιοτέρων κάτι που μεταφράζεται σε περίπου 12 για τα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιά και Θεσσαλονίκης και περίπου 35 για το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας.

    2.Ξεκινώντας από το πρακτικώς εφαρμόσιμο της διάταξης, αν υποτεθεί ότι προβλέπεται μακροπρόθεσμη η εφαρμογή της, με το ρυθμό αποκλεισμού εκλογίμων λόγω του κωλύματος επανεκλογής στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιά και Θεσσαλονίκης, τα οποία λόγω αριθμού υπηρετούντων δικαστών παρουσιάζουν μικρή κινητικότητα πληθυσμού (μόνο προαγόμενοι εγκαταλείπουν τη θέση τους) τα εκλεγόμενα μέλη (2 σε κάθε εκλογή) των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης θα κωλύονται και στην εκλογή τους ως Πρόεδροι όταν επιστρέψουν με μετάθεση στο βαθμό του Προέδρου. Με αυτόν τον τρόπο οι πραγματικά εκλόγιμοι Πρόεδροι στα Δικαστήρια αυτά μετά από δύο εκλογές (τέσσερα έτη, χρόνος ικανός για προαγωγή και επιστροφή των αρχαιότερων πρωτοδικών) θα είναι μετά βίας 2 ή 3 και με κίνδυνο να μην επιθυμούν οι εναπομείναντες να ασκήσουν χρέη Προϊσταμένου για οικογενειακούς ή άλλους λόγους (υγείας, προσωπικούς κλπ). Εξάλλου, και όσοι πρωτοδίκες φιλοδοξούν να εκλεγούν Πρόεδροι Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης, μπορεί να μην εκδηλώνουν υποψηφιότητα για την εκλογή τους ως μέλη, περιορίζοντας τους εκλόγιμους πρωτοδίκες (μαζί με τους τυχόν ήδη διαταλέσαντες και μήπω προαχθέντες) επίσης σε 2 ή 3, με τον ίδιο παραπάνω αναφερόμενο κίνδυνο.

    3.Εξάλλου, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο λόγω μεγάλου αριθμού υπηρετούντων δικαστών σε σχέση με το συνολικό αριθμό δικαστών παρουσιάζει μεγάλη κινητικότητα πληθυσμού (στατιστικά, οι μισοί τουλάχιστο από τους κάθε φορά προαγόμενους Προέδρους Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες υπηρετούν σε αυτό) επακόλουθο είναι, όσο αρχαιότερος είναι ο εκλεγόμενος τόσο περισσότερο να καθίσταται βέβαιο ότι κατά τη θητεία του θα προαχθεί. Σύμφωνα όμως με την κριτική που ασκήθηκε στο θεσμό για τον τρόπο λειτουργίας του κατά την πρώτη εφαρμογή του, είχε προσαφθεί ότι πολλοί υποψήφιοι επιθυμούσαν την εκλογή προκειμένου να μη μετατίθενται σε περίπτση προαγωγής, ρύθμιση (περί αμεταθέτου σε περίπτωση προαγωγής) που επεβίωσε παρά την παραπάνω δριμεία κριτική και την αντίθετη άποψη της Ενωσης Διοικητικών Δικαστών.

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
    Ισως θα έπρεπε, για μια φορά τουλάχιστον, και ως προς τα Διοικητικά Πρωτοδικεία στα οποία δεν έχουν παρατηρηθεί προβλήματα στη λειτουργία του θεσμού της αυτοδιοίκησης, ο νομοθέτης να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις :

    1.Της εμπιστοσύνης στην κρίση της Ολομέλειάς τους, η οποία μπορει με ασφάλεια να συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία των υποψηφίων (αρχαιότητα, ικανότητες κλπ) και

    2.Της καλύτερης μελέτης των προτεινόμενων διατάξεων ώστε να μην είναι εξόφθαλμη η σε λίγο χρόνο δημιουργία προβλημάτων που καθιστούν αναγκαία τη συνεχή νομοθετική επέμβαση στο θεσμό.

    Σε αυτό το πλαίσιο, κατά την άποψή μου, πρέπει να :

    1.Απαλειφθεί η ποσόστωση αρχαιότητας των υποψηφίων για τη θέση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης και να αυξηθούν κατά πολύ οι εκλόγιμοι για τη θέση των μελών (τουλάχιστον στο διπλάσιο,δηλαδή το ½ των υπηρετούντων).

    2.Απαλειφθεί το παράλογο κώλυμα επανεκλογής στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας. Αν πρέπει να αποφευχθεί η επανεκλογή των ίδιων προσώπων αυτό πρέπει να γίνει για τα ίδια καθήκοντα (που σχετίζονται με το βαθμό που φέρει ο υποψήφιος και όχι με το βαθμό δικαιοδοσίας συνολικά). Συνεπώς, μπορεί να προβλεφθεί κώλυμα επανεκλογής ως μέλος, ή ως Πρόεδρος και όχι η θητεία μέλους να εμποδίζει την εκλογή ως Προέδρου αργότερα.
    [Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του ισχύοντος στην Ελλάδα δικαίου ακόμα και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να επανεκλεγεί μία φορά, ενώ οι βουλευτές, οι εκλεγόμενοι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση κλπ δεν αντιμετωπίζουν κανένα περιορισμό. Δεν βλέπω τι παραπάνω κίνδυνο ενέχει η άπαξ επανεκλογή στο Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης ενός Διοικητικού Δικαστηρίου, ώστε να απαγορεύεται].

    3.Απαλειφθεί η απαγόρευση μετάθεσης σε περίπτωση προαγωγής, τουλάχιστον για τα μέλη του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης και για όλους τους αναπληρωτές.

  • 30 Ιανουαρίου 2010, 08:16 | Έλσα Πάντου

    Ο περιορισμός των υποψηφίων στους αρχαιότερους των Προέδρων, Πρωτοδικών ή Εφετών, ουδεμία εγγύηση ικανότητας ή σθένους παρέχει. Αντίθετα, περιορίζει υπέρμετρα τους υποψηφίους, συνακόλουθα, και τους πιθανούς ενδιαφερόμενους να προσφέρουν ουσιαστικά από τις θέσεις αυτές.Έτσι, τα μεγάλα Δικαστήρια της χώρας, τα τελευταία χρόνια σύρονται σε «εκλογές» με φαινομενικά 10 ή 20 υποψηφίους, στην πραγματικότητα δε, σχεδόν πάντα με έναν -δύο ενδιαφερόμενους, που μπορεί για πολλούς και διάφορους -προφανείς-λόγους , να μην είναι κατάλληλοι. Αποτέλεσμα, η αποδυνάμωση του θεσμού της αυτοδιοίκησης.
    Πρόταση:Να επαναφερθεί η ρύθμιση, όπως είχε θεσμοθετηθεί αρχικά,επί Υπουργείας Βαγγέλη Γιαννόπουλου, δηλαδή, υποψήφιοι να είναι το σύνολο των Προέδρων και Πρωτοδικών ή Εφετών των Δικαστηρίων. Οι Δικαστές γνωρίζουν τους ικανούς , δεν χρειάζονται επετηρίδες.

  • 29 Ιανουαρίου 2010, 20:26 | Κύπρος Λουκαϊδης

    Και τα Διοικητικά Εφετεία Πειραιά και Θεσσαλονίκης πρέπει να αποκτήσουν Τριμελή Συμβούλια Διεύθυνσης, αφού ήδη υπηρετεί σ΄αυτά μεγάλος αριθμός Δικαστών και υπαλλήλων, αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα (μηχανοργάνωσης, καθαρογραφής αποφάσεων, εκκρεμοτήτων, κενών θέσεων κλπ)και δεν αρκεί πλέον για η Διεύθυνσή τους ένας μόνος Πρόεδρος Εφετών.

  • 29 Ιανουαρίου 2010, 15:29 | ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΙΤΟΥΛΑΔΙΤΗ

    Νομίζω οτι θα πρέπει να τροποποιηθεί η παρ. 6 περ. δ, στην οποία προτείνεται η μη επανεκλογή, στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, όσων στο παρελθόν διατέλεσαν πρόεδροι ή τακτικά μέλη τριμελών συμβουλίων, διότι ο δικαστής, που στο βαθμό του πρωτοδίκη διατέλεσε μέλος του τριμελούς συμβουλίου, θα πρέπει να διατηρείμε την προαγωγή του στο βαθμό του Προέδρου το δικαίωμα εκλογής, στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, ως Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου, καθώς πρόκειται για προνόμιο που συνδέεται με την προαγωγή του.

  • 29 Ιανουαρίου 2010, 08:34 | Κωνσταντίνος Παππάς

    Θα πρέπει τα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά να συμπεριληφθούν στο παρόν άρθρο και να διευθύνονται και αυτά από τριμελή συμβούλια, καθόσον στα δικαστήρια αυτά υπηρετεί ικανός αριθμός δικαστικών λειτουργών.

  • 28 Ιανουαρίου 2010, 23:25 | Ιωάννα Λαμπίρη

    Στην παρ. 5 του παρόντος άρθρου αναφέρεται ως προτεινόμενη ρύθμιση το αμετάθετο του Προέδρου και των τακτικών μελών του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης των μεγάλων δικαστηρίων. Θα πρέπει, ίσως, να διακριθεί η περίπτωση της μετάθεσης από αυτή της τοποθέτησης λόγω προαγωγής. Στην πρώτη περίπτωση (δικαστικός λειτουργός που δεν έχει προαχθεί) συμφωνώ ότι πρέπει να θεσπισθεί το αμετάθετο για όλα τα μέλη των τριμελών συμβουλίων με τους προβλεπόμενους περιορισμούς. Στη δεύτερη περίπτωση δηλ. προαγωγής δικαστικού λειτουργού και τοποθέτησής του σε δικαστήριο της Επικράτειας, δεν πρέπει να ισχύσει η μη απομάκρυνσή του από τον τόπο του δικαστηρίου, στη διοίκηση του οποίου συμμετέχει, δεδομένου ότι στο παρελθόν εκδήλωσαν επιθυμία εκλογής όχι δικαστές με πραγματικό ενδιαφέρον για τη λειτουργία της υπηρεσίας, αλλά υπό προαγωγή δικαστές με μοναδικό κίνητρο τη μη απομάκρυνσή τους από το τόπο, όπου μέχρι τότε υπηρετούσαν. Επίσης, το γεγονός ότι τα μέλη των τριμελών συμβουλίων ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρι τη λήξη της θητείας του είναι πρόσφορο να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία δικαστηρίων με περιορισμένο αριθμό οργανικών θέσεων, στα οποία, ενδεχομένως, θα τοποθετηθούν με την προαγωγή τους.
    Στην παρ. 6 περ. δ προτείνεται η μη επανεκλογή, στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, όσων στο παρελθόν διατέλεσαν πρόεδροι ή τακτικά μέλη τριμελών συμβουλίων. Θα πρέπει, ίσως, να διευκρινιστεί ότι δικαστής, που στο βαθμό του πρωτοδίκη διατέλεσε μέλος του τριμελούς συμβουλίου, διατηρεί με την προαγωγή του στο βαθμό του Προέδρου το δικαίωμα εκλογής, στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, ως Πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου, καθώς πρόκειται για προνόμιο που συνδέεται με την προαγωγή του.