• Σχόλιο του χρήστη 'ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ' | 29 Μαρτίου 2022, 14:32

    Η αυτοδίκαιη διαγραφή από το Μητρώο επιλέξιμων παρόχων σε περίπτωση αρνητικής αξιολόγησης (37 παρ. 4) και ο αποκλεισμός των παρόχων (37 παρ. 3) Η πρόβλεψη του άρθρου 37 παρ.4 για την επί διετία αυτοδίκαιη διαγραφή από το Μητρώο όσων ΚΔΒΜ δεν συγκέντρωσαν βαθμό 3 στην αξιολόγηση, η οποία διέπεται από πλείστα όσα νομικά και θεσμικά ζητήματα, όπως αυτά αναδείχθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, δημιουργεί επιπροσθέτως ζητήματα ευθείας αντίθεσης με θεμελιώδεις διοικητικούς κανόνες και αρχές του νομικού μας πολιτισμού. Η αποκλειστική αρμοδιότητα της Δ.ΥΠ.Α. να διαγράφει παρόχους κατάρτισης, καθώς και της κατάρτισης και υλοποίησης του πλαισίου αξιολόγησης και λογοδοσίας του άρθρου 38, βρίσκεται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις του Υπουργείου Παιδείας περί αδειοδότησής τους, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 64 και 66 του οικείου νόμου 4763/2020, με βάση τις οποίες για τα προγράμματα των ΚΔΒΜ που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων, πρόκειται να θεσπιστεί ένα Ενιαίο Σύστημα Διαχείρισης, Αξιολόγησης, Παρακολούθησης και Ελέγχου, οι εργασίες για την εκπόνηση του οποίου έχουν ήδη ξεκινήσει, με συμμετοχή σε σχετική Ομάδα Εργασίας και εκπροσώπων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και του ΟΑΕΔ . Πέραν του ότι η συγκεκριμένη διοικητική κύρωση της επί διετία διαγραφής ισοδυναμεί με de facto άρση της αδειοδότησης των Κ.Δ.Β.Μ. από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, παραγνωρίζοντας το πλαίσιο κυρώσεων του ν. 4763/2020, χωρίς καν την καθ΄ οιανδήποτε τρόπο μεσολάβηση του κατά νόμο αρμόδιου φορέα προς την επέλευση του εννόμου αποτελέσματος, στερείται, όπως και η πρόβλεψη περί αποκλεισμού των παρόχων, θεμελιωδών κατ’ ιδίαν διαδικαστικών εγγυήσεων που διέπουν κάθε διοικητική κύρωση. Ειδικότερα: Στο άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) καθιερώνεται η αρχή της νομιμότητας των αξιόποινων πράξεων και προβλέπεται ότι: «Ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ΄ ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος». Η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά και για τον καταλογισμό διοικητικών κυρώσεων, με ποινικό χαρακτήρα, όπως η επίμαχη. Η δε αρχή της σαφήνειας του κυρωτικού νόμου, που αφορά στον καθορισμό τόσο των αδικημάτων, όσο και των σχετικών ποινών, συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της αρχής της νομιμότητας, συνεπώς ο επιβαλλόμενος περιορισμός πρέπει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να βασίζεται σε νόμο που πληροί τις απαιτήσεις της σαφήνειας, της προβλεψιμότητας και της προσβασιμότητας. Περαιτέρω, επί διοικητικών κυρώσεων ισχύει η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία η ευθύνη πρέπει να είναι εξ ιδίων πράξεων και να συν τρέχει πταίσμα (δόλος/αμέλεια). Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και στο ενωσιακό δίκαιο, ως γενική αρχή και συνέπεια της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας της διοικητικής κύρωσης συνιστά θεμελιώδη εγγύηση που απορρέει τόσο από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ.1), το άρθρο 5 παρ. 1 όσο και από την ΕΣΔΑ. Προκειμένου η κύρωση να πληροί τα κριτήρια της αναλογικότητας, θα πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώτον, να εξυπηρετεί ορισμένο θεμιτό σκοπό αναγόμενο στο γενικό συμφέρον και αν είναι πρόσφορη και κατάλληλη, για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού. Δεύτερον, ο σκοπός θα πρέπει να εξυπηρετείται διά της κύρωσης κατά τρόπο συνεπή, συστηματικό και αποτελεσματικό. Τρίτον, θα πρέπει να εξετάζεται η αναγκαιότητα της κύρωσης για τη θεραπεία του επιδιωκόμενου σκοπού, ιδίως αν ο σκοπός αυτός μπορεί να εξυπηρετηθεί με λιγότερα περιοριστικά μέσα, το ίδιο αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών. Η δε επιμετρητική διαδικασία, ως έκφανση της αρχής της εξατομίκευσης των ποινών, μπορεί να περιλαμβάνει, στην περίπτωση των διοικητικών κυρώσεων, ένα ευρύ πλαίσιο, όπως κλιμακωτές κυρώσεις, πρόστιμα με διακύμανση της βάσης υπολογισμού τους, ανάλογα με το ποσό που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της παράβασης, κ.ο.κ.. Επιπροσθέτως, η αρχή της χρηστής διοίκησης ως γενική αρχή του διοικητικού και ενωσιακού δικαίου, εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, από τη μία πλευρά ως υποχρέωση προς τη Διοίκηση για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, η οποία προέρχεται από σαφείς και ανεπιφύλακτες διαβεβαιώσεις προς αυτόν. Τέτοια περίπτωση συνιστά το νομικό κεκτημένο των προϋποθέσεων αδειοδότησης των ΚΔΒΜ, ως ισχύουν, αφής στιγμής με τις επίμαχες διατάξεις δεν καταργούνται, πλην όμως δημιουργούν ένα επιπλέον αδειοδοτικό πλαίσιο, το οποίο επί της ουσίας αντιβαίνει στα ήδη ισχύοντα. Από την άλλη πλευρά, η αρχή της χρηστής διοίκησης επιτάσσει την πρόσβαση του καθού η κύρωση στον φάκελο της υπόθεσής του και την τήρηση του δικαιώματός του για προηγούμενη ακρόαση. Εν προκειμένω, η κύρωση της διαγραφής των παρόχων εξαρτάται από κριτήρια τα οποία: είτε ανάγονται σε υποκειμενική κρίση (αξιολόγηση από τους καταρτιζόμενους), είτε δεν ανήκουν στην άμεση σφαίρα επιρροής τους (ποσοστό πιστοποίησης καταρτισθέντων), είτε βεβαίως είναι άσχετα με την εξειδικευμένη επαγγελματική τους δραστηριότητα ως φορέων κατάρτισης (ποσοστό καταρτισθέντων που βρήκαν απασχόληση). Συνεπώς εκτός του ότι τα επίμαχα κριτήρια είναι ασαφή, δεν ανάγονται στην υποκειμενική ευθύνη των παρόχων, ενώ η κύρωση του αποκλεισμού αντίστοιχα δεν καθορίζει αναλυτικά τα αδικήματα και τις επιβαλλόμενες ποινές, παρά παραπέμπει και αυτή σε μη καθορισμένα, αόριστα και ανεπαρκή κριτήρια. Παράλληλα, η προβλεπόμενη κύρωση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με τα παραπάνω, διότι πρόκειται περί ενός αυστηρότατου μέτρου εντελώς δυσανάλογου με τον επιδιωκόμενο και εκπεφρασμένο σκοπό της Πολιτείας για αναβάθμιση της ΣΕΚ, αξιολόγηση και λογοδοσία των παρόχων, ο οποίος, μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, όπως με πρόβλεψη π.χ. ενός συστήματος βαθμολόγησης, ή με σύστημα penalty points, το οποίο θα οδηγεί όχι σε αυτοδίκαιη και αυτόματη διαγραφή. Η διαπίστωση αυτή συναρτάται άμεσα με την φύση και το έννομο αποτέλεσμα της κύρωσης, που άγει αναγκαστικά σε έξοδο των παρόχων από επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία έχουν νομίμως προσφάτως αδειοδοτηθεί και για την οποία έχουν πραγματοποιήσει επένδυση σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, χωρίς να δικαιούνται καν να ασκήσουν το δικαίωμά τους για προηγούμενη ακρόαση πριν τη σε βάρος τους λήψη του δυσμενέστατου αυτού μέτρου, το οποίο πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματός τους της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. του Συντάγματος). Εκτός βέβαια των παραπάνω σοβαρότατων νομικών πλημμελειών των επίμαχων διατάξεων, συμπληρωματικά πρέπει να αναφερθεί ότι βρίσκονται σε σύγκρουση και με τις διατάξεις του ν. 4412/2016 και δη του άρθρου 73 παρ.4 ως προς τα κριτήρια αποκλεισμού, σύμφωνα με το οποίο ο αποκλεισμός ενός οικονομικού φορέα από μεταγενέστερες διαδικασίες ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης είναι δυνατός, μόνο εάν ο συγκεκριμένος φορέας υπέπεσε: α) σε σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια και β) η πλημμέλεια αυτή εμφιλοχώρησε κατά την εκτέλεση ουσιώδους απαίτησης στο πλαίσιο προηγούμενης δημόσιας σύμβασης. Κατά παράβαση των παραπάνω, η επί διετία διαγραφή από την πρώτη κιόλας αρνητική βαθμολόγηση, δεν αποτελεί ούτε σοβαρή πλημμέλεια, αφού π.χ. καταλαμβάνει και έναν πάροχο που επέτυχε αξιολόγηση της τάξης του 79,9% με άριστα το 100, ούτε επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια, αφού επιβάλλεται το πρώτον που θα επέλθει η εκ του νόμου “αρνητική αξιολόγηση”. Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, θεωρούμε ότι: α) οι επίμαχες διατάξεις θα πρέπει να αναθεωρηθούν πλήρως, β) θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το συντρέχον νομικό, θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο για την αξιολόγηση των παρόχων και γ) να προβλεφθεί συγκεκριμένο πλαίσιο κυρωτικών κανόνων, αξιοποιώντας τα πρότυπα της ΠΠ 2007-2013, όπως επί παραδείγματι την Υπουργική Απόφαση για την κατηγοριοποίηση παρατυπιών και παραβάσεων για συγχρηματοδοτούμενες δράσεις ΣΕΚ στα πλαίσια του Υπουργείου Εργασίας (Απόφαση Υπουργού Εργασίας αριθμ. 4.11268/οικ.5.8232/2014 (Β΄1155).