• Σχόλιο του χρήστη 'Σύλλογος Προσωπικού ΕΚΚΕ' | 30 Δεκεμβρίου 2013, 14:33

    Σύλλογος Προσωπικού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) Σχόλια επί του Σχεδίου Νόμου για την«Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία» ΄Αρθρο 1: Είναι εκτενές, χωρίς να είναι σαφές. Μοιάζει να παραπέμπει αποσπασματικά σε άλλα κείμενα νομοθετικά και μη χωρίς να διατυπώνει με σαφήνεια ποιο είναι το αντικείμενο του Νόμου για την ΄Ερευνα. α) Παραπέμπει απλώς στο Σύνταγμα χωρίς να προσδιορίζει αν η έρευνα αποτελεί τομέα ζωτικού ενδιαφέροντος και χωρίς να επαναλαμβάνει την υποχρέωση του Κράτους για την ανάπτυξη και την προαγωγή της β) Αναφέρεται στην Ενοποιημένη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ (ΕΣΛΕΕ) επιλεκτικά, σε μέρος μόνον του άρθρου 179 της ΕΣΛΕΕ χωρίς να αποσαφηνίζει πως ενσωματώνεται η Συνθήκη αυτή στο αντικείμενο του Νόμου. γ) Αναφέρει ως αντικείμενο του Νόμου τη «διαμόρφωση ευέλικτης και αποτελεσματικής Εθνικής Πολιτικής ΕΤΑΚ» συγχέοντας το αντικείμενο του Νόμου με στόχους της πολιτικής για την έρευνα. Στη σχετική παράγραφο υπάρχει μακροσκελής παράθεση στόχων η οποία παραπέμπει σε εξαγγελίες και προθέσεις και όχι σε νομοθετικό κείμενο. δ) Το αυτό ισχύει και για την τρίτη παράγραφο του ΄Αρθρου 1, στην οποία μάλιστα εισάγεται ο όρος «συμμετρική δημοσιονομική στήριξη», όρος ασαφής και ξένος προς τα της ΄Ερευνας Σχόλιο: Στη διατύπωση του ΄Αρθρου 1 η Ερευνα δεν είναι στο επίκεντρο και δεν συνάγεται η αναγνώρισή της ως τομέα ζωτικού εθνικού ενδιαφέροντος. Ο δε σκοπός του Νόμου διατυπώνεται εμμέσως, με ασάφεια, πλατειασμό και αοριστία. ΄Αρθρο 2: Περιλαμβάνει 27 όρους, μεγάλο μέρος των οποίων δεν σχετίζονται άμεσα με την ΄Ερευνα καθιστώντας το κείμενο το Αρθρου ένα μακροσκελή κατάλογο με ετερόκλητους όρους οι οποίοι με τον τρόπο αυτό «ενσωματώνονται» στο πεδίο της ΄Ερευνας και καθίστανται «ισότιμοι» ως εάν είχαν την ίδια βαρύτητα. Επί πλέον απουσιάζουν βασικοί όροι που αφορούν την ερευνητική εργασία και διαδικασία ενώ αναφέρονται όροι οι οποίοι είτε είναι αυτονόητοι, είτε παραπέμπουν σε γενικές διατάξεις που δεν χρειάζεται να επαληφθούν στον ειδικό νόμο για την ΄Ερευνα Επιλεκτικά παρατηρούμε ότι: α) δεν υπάρχει η έννοια του όρου «΄Ερευνα» και το ΄Αρθρο 2 ξεκινά απευθείας από τη διάκριση «βασικής» και «εφαρμοσμένης» έρευνας. β) η «Βασική» έρευνα ορίζεται στο Αρθρο αυτό στερούμενη δύο βασικών χρακτηριστικών τα οποία είναι θεμελιώδη και εμφανίζονται στους προηγούμενους νόμους για την ΄Ερευνα (1514/1985 και 3653/2008) και είναι αφενός η «πρωτοτυπία» και αφετέρου η «ελεύθερη επιλογή». Επί πλέον αποτελεί ατυχή διατύπωση η αναφορά στα «θεμέλια των φαινομένων και των δεδομένων» σε αντικατάσταση της «θεμελίωσης των φαινομένων και των παρατηρήσιμων γεγονότων» γ) η «Εφαρμοσμένη» έρευνα ορίζεται ως απλή «αναζήτηση» και όχι ως «έρευνα» με «θεωρητικό» ή «πειραματικό» χαρακτήρα όπως αναφέρεται στους δύο προηγούμενους νόμους για την ΄Ερευνα το δε «πρακτικό αποτέλεσμα» στο οποίο αποσκοπεί παραμένει αόριστο και αποσυνδέεται από «εφαρμογές για τη βελτίωση της οικονομίας, της ποιότητας ζωής και της άμυνας της χώρας» (ν. 1514/1985) δ) Απουσιάζει παντελώς ο όρος «Μελέτη», παρά το γεγονός ότι ο όρος αυτός αναφέρεται σε άλλα σημεία του ΄Αρθρου 2 πχ. στα περί «Τεχνολογικής ανάπτυξης» ε) Απουσιάζει παντελώς ο όρος «Εργο» παρά το γεγονός ότι ο όρος αυτός αναφέρεται σε άλλα σημεία του ΄Αρθρου 2 πχ. στα περί «Αξιολόγησης» στ) Απουσιάζει παντελώς ο όρος «Πρόγραμμα» παρά το γεγονός ότι ο όρος αυτός αναφέρεται σε άλλα σημεία του ΄Αρθρου 2 πχ. στα περί «Τεχνολογικής ανάπτυξης» ζ) ο «Ερευνητικός φορέας» ορίζεται με βάσει τον «κύριο σκοπό» του που είναι η «επιστημονική και τεχνολογική έρευνα». Με την έννοια αυτή δεν αρμόζει εδώ η αναφορά στα Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης τα οποία ναι μεν έχουν ερευνητικές δραστηριότητες αλλά αυτές δεν αποτελούν τον κύριο και αποκλειστικό σκοπό της δραστηριότητάς του, Μήπως στο σημείο αυτό συγχέονται εκ παραδρομής (!) οι ερευνητικοί φορείς, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, με τους «δικαιούχους» χρηματοδοτήσεων για την έρευνα; Διότι δημιουργείται η εντύπωση, παρά τον ορισμό του εδαφίου 1, ότι τελικά εξομοιώνονται Ερευνητικά Κέντρα και Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο δεύτερο εδάφιο του 10. η) Η διατύπωση της έννοιας του όρου «Αξιολόγηση» είναι πολύ γενική. • Καταρχήν ενσωματώνει και τον όρο «Αποτίμηση» που συναντάται στους προηγούμενους νόμους για την ΄Ερευνα. Με τον τρόπο αυτό φαίνεται να εξομοιώνονται οι διαδικασίες «Αξιολόγησης» ερευνητικών δραστηριότητων βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας οι οποίες στους προηγούμενους νόμους είναι διακριτές, • Από τη διατύπωση αυτή απουσιάζει η «Αξιολόγηση ερευνητικών προτάσεων» και το «σύστημα αξιολόγησης ή και αποτίμησης με κριτές»(ν. 3653/2008). • Δεν εξειδικεύεται η διαφοροποίηση της έννοιας του όρου «Αξιολόγηση» ανάλογα με το αν πρόκειται γιο «Αξιολόγηση» Ερευνητικών Κέντρων, Ερευνητών και έργων/μελετών/προγραμμάτων. • Η «Αξιολόγηση» όπως ορίζεται είναι διαδικασία που αφορά μόνον τα ερευνητικά Κέντρα, τους Ερευνητές τους και του έργου τους και όχι όλους όσους υπάγονται στην κατηγορία των «Ερευνητικών φορέων» και των δικαιούχων χρηματοδότησης της ΄Ερευνας. Εισάγεται έτσι εμμέσως ένα σύστημα διάκρισης μεταξύ των εμπλεκομένων στην ΄Ερευνα, εφόσον το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 3) του εκτείνεται και σε Ερευνητικά Κέντρα και φορείς πέραν των εποπτευομένων της ΓΓΕΤ στους οποίους ο όρος «Αξιολόγηση» δεν αναφέρεται. θ) οι όροι «Επιστημονική και Τεχνολογική καινοτομία», «Καινοτομία» και «Τεχνολογική Ανάπτυξη» χαρακτηρίζονται από ασάφεια και μοιάζουν να επικαλύπτονται. ι) ο όρισμός του «Ιδρύματος Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης» είναι τόσο ευρύς ώστε να μπορεί να εξομοιώνει με Ερευνητικό Κέντρο, άνευ κριτηρίων, τα πάσης φύσεως εκπαιδευτικά ίδρυματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (εθνικά ή ευρωπαικά) τα οποία εμφανίζουν ερευνητικές δραστηριότητες. Με τον τρόπο αυτό αφενός διευρύνεται το φάσμα των δικαιούχων χρηματοδοτήσεων της ΄Ερευνας την ίδια στιγμή που οι δικαιούχοι αυτοί εξαιρούνται των διαδικασιών αυστηρής αξιολόγησης στις οποίες υπόκεινται τα Ερευνητικά Κέντρα, κατεξοχήν ερευνητικοί φορείς με κύριο σκοπό την έρευνα. ια) ο ορισμός του «Ερευνητή» είναι τόσο ευρύς ώστε να εξομοιώνει τους Ερευνητές των Ερευνητικών Κέντρων που υπάγονται σε αυστηρές διαδικασίες πρόσληψης, εξέλιξης και αξιολόγησης, με κάθε «Επιστήμονα/επαγγελματία» που γενικώς δραστηριοποιείται «για τη δημιουργία νέα γνώσης, προιόντων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων και τη διαχείριση των αντίστοιχων έργων» άνευ κριτηρίων. Με τον τρόπο αυτό διευρύνεται και πάλι όχι μόνο το φάσμα των φορέων, αλλά και το φάσμα των επιστημόνων και επαγγελματιών που μπορούν να αναλάβουν ερευνητικό έργο. Ενώ προηγούμενοι νόμοι προσπάθησαν να διαμορφώσουν ένα ειδικό στάτους για τους απασχολούμενους στην Ερευνα - στάτους ακαδημαικό που να εξασφαλίζει την υψηλή επιστημονική ποιότητα η οποία επιζητείται και μέσω της αξιολόγησης - το παρόν σχέδιο νόμου (Αρθρο 2, παρ.13) λειτουργεί προς τελείως αντίθετη κατεύθυνση. Με τον ορισμό που υιοθετεί εξομοιώνει τους κατά νόμο, βάσει ακαδημαικών διαδικασιών, αναγνωρισμένους ως «Ερευνητές» και τους ασκούντες και ερευνητικό έργο διδάσκοντες καθηγητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με οποιονδήποτε επαγγελματία/ επιστήμονα δραστηριοποιείται σχετικά. Ισοπεδώνονται έτσι οι διαδικασίες που ο ίδιος ο νόμος προβλέπει, όπως και οι προηγούμενοι προέβλεπαν, για την ανάδειξη ερευνητών με κριτήρια υψηλής επιστημονικής ποιότητας. Το άρθρο 2. παρ.ιζ΄του ν. 3653/2008 που καταργείται είχε μεριμνήσει για την αποφυγή του σοβαρού αυτού ατοπήματος. Παρατήρηση: οι συντομογραφίες δεν αποτελούν όρους και δεν μπορούν να ενσωματώνονται στο ΄Αρθρο 2. Αρθρο 3 α) Δεν υπάρχει το Παράρτημα Ι της παρ. 1 έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η κατανόηση του πεδίου εφαρμογής του νόμου. β) οι διατάξει του νόμου εφαρμόζονται «κατά περίπτωση», κάτι το οποίο φαίνεται να εισάγει ένα ερευνητικό σύστημα πολλών ταχυτήτων ενδεχομένως: • ερευνητικό σύστημα που ρυθμίζεται αυστηρά και πρόκειται για τους φορείς της ΓΓΕΤ (παρ. 1) οι οποίοι κατά παράδοση υπάγονται στον νόμο για την Ερευνα • ερευνητικό σύστημα που ρυθμίζεται με άλλους όρους από αυτούς που προβλέπονται για τους φορέις της ΓΓΕΤ (πχ. ΑΕΙ, ερευνητικά κέντρα άλλων υπουργείων κά • ένα υπό διαμόρφωση ευρύτερο ερευνητικό σύστημα, που αφορά αόρίστως το δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και το οποίο θα αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου Σχόλιο: Και η διάταξη αυτή - όπως και οι προηγούμενες που ορίζουν τον ερευνητικό φορέα και τον ερευνητή - υπηρετεί την εγκαθίδρυση κοινών όρων ανταγωνισμού μεταξύ των διευρυμένων συντελεστών της έρευνας. Αυτό συμβαίνει σε βάρος της υψηλής επιστημονικής ποιότητας την οποία σε άλλα σημεία ο ίδιος νόμος εισάγει ως κριτήριο αξιολόγησης και για την κατοχύρωση της οποίας (ποιότητας) θεσπίζει ακαδημαικές διαδικασίες. Κατά τον τρόπο αυτό υποπίπτει σε αντιφάσεις. Άρθρο 10 α. Δεν προσδιορίζεται ο ρόλος του ΕΣΕΚΤ ως προς την ΕΣΕΤΑΚ, ενώ το όργανο δεν φαίνεται να έχει πλέον εισηγητικό ρόλο πρός τον ΓΓΕΤΚ. Με τον τρόπο αυτό η ερευνητική πολιτική φαίνεται να χαράσσεται χωρίς την συμβολή και την συμβουλή του ανώτατου αυτού επιστημονικού συμβουλευτικού οργάνου. β. Η σύνθεση του οργάνου ,όπως προβλέπεται χαρακτηρίζεται από ανομοιογένεια. Τα 2 μέλη πού προέρχονται από τον επιχειρηματικό χώρο προβλέπεται να έχουν χαμηλότερα προσόντα από αυτά των λοιπών μελών του εδαφίου 3.3.Επιπλέον το προφίλ τους ,όπως περιγράφεται δεν ανταποκρίνεται σε βασικές συνισταμένες της αποστολής του οργάνου ,όπως η διαμόρφωση ισχυρών δεσμών μεταξύ της ελληνικής και της διεθνούς ερευνητικής κοινότητας. Προτείνεται η συμμετοχή τους στο όργανο ως απλών παρατηρητών, κατά περίπτωση, όταν τα θέματα πού συζητώνται συναρτώνται με τον επιχειρηματικό χώρο. Άρθρο 11 Στην 1.1 επιλέγεται από τον παραγωγικό τομέα και τον επιχειρηματικό χώρο μόνο ο ΣΕΒ παραμερίζοντας τους λοιπούς εκπροσώπους άλλων συλλογικών φορέων του χώρου. Άρθρο 12 α. Στο 1.4 παράγραφο 1.4.3 εισάγεται ο όρος διανοητικό δυναμικό, όρος του οποίου η έννοια δεν ορίζεται προηγουμένως . β. Στο 1.4 παράγραφο 1.4.5 προβλέπεται η δημιουργία μηχανισμών αξιολόγησης ικανότητας`. Εισάγονται κατ’ αυτό τον τρόπο και νέες διαδικασίες αξιολόγησης οι οποίες φαίνεται να προστίθενται στις λοιπές διαδικασίες αξιολόγησης πού προβλέπονται σε επόμενα άρθρα. Οι συνεχείς και πολλαπλές αξιολογήσεις δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβάλουν στην βελτίωση του αποτελέσματος της ερευνητικής εργασίας. Ο κίνδυνος πού ελλοχεύει είναι οι νέες αυτές διαδικασίες να αποδυναμώνουν τις λοιπές διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο οι οποίες είναι ήδη αρκετές. Εκτός εάν οι ερευνητικοί φορείς της περιφέρειας ανήκουν στην θολή ζώνη του πεδίου εφαρμογής του νόμου και δεν υπάγονται στο αυστηρό σύστημα αξιολόγησης των εποπτευομένων από την ΓΓΕΤΚ ερευνητικών φορέων. Οπότε ισχύουν πολλά μέτρα και πολλά σταθμά αξιολόγησης συναρτώμενα με το ισχύον κατά περίπτωση νομικό πλαίσιο. Δηλαδή το παρόν σχέδιο νόμου έχει στην ουσία περιορισμένη ισχύ αδυνατώντας να δημιουργήσει ενιαίο χώρο έρευνας πού να διέπεται από κοινές διαδικασίες. Άρθρο 12 Στο 1.5 περί σύνθεσης των ΠΕΣ αναπαράγεται ό,τι και στα περί σύνθεσης του ΕΣΕΤΚ, δηλαδή η πρόβλεψη ενός οργάνου με ανομοιογενή σύνθεση και με ανομοιογενή προσόντα των μελών του . Εάν πρόκειται για Επιστημονικό Συμβούλιο η σύνθεσή του δεν μπορεί να περιλαμβάνει μέλη πού δεν έχουν επιστημονικό προφίλ, τα οποία μάλιστα να συναποφασίζουν για θέματα πού αφορούν το ερευνητικό προσωπικό της περιφέρειας. Παραβιάζεται έτσι μια βασική αρχή σύμφωνα με την οποία ο όμοιος κρίνει τον όμοιο. Πρόταση Οι μη ερευνητές να συμμετέχουν ως παρατηρητές μόνον καί κατά περίπτωση, στις συνεδριάσεις των οποίων τα θέματα αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή τον Επιχειρηματικό χώρο. Αρκούν 2 άτομα αντίστοιχα. Άρθρο 13 Η παράγραφος 2 περιορίζει την αποστολή των ερευνητικών Κέντρων στην ανάπτυξη της ΕΤΑΚ και την συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη παραλείποντας τον βασικό λόγο ύπαρξης των ερευνητικών κέντρων πού είναι πρωτίστως η διεξαγωγή βασικής έρευνας. Χωρίς βασική έρευνα οποιοδήποτε άλλο είδος έρευνας στερείται του βασικού κορμού γνώσεων επί των οπίων θα στηριχθεί η όποια εφαρμογή. Η διατύπωση του 2 ανταποκρίνεται σε μια εν στενή εννοία αντίληψη του τι είναι έρευνα, σ’ ένα στερεότυπο τρόπο σκέψης σύμφωνα με τον οποίο η έρευνα είναι πάντα συνυφασμένη με εφαρμογές. Άρθρο 15 α . Η τροποποίηση της σύνθεσης του ΔΣ των ερευνητικών κέντρων με την κατάργηση του εκπροσώπου των διοικητικών υπαλλήλων είναι επιζήμια . Καταρχήν στερεί από το όργανο τις απόψεις του προσωπικού πού υποστηρίζει το ερευνητικό έργο πολλαπλά, ιδίως σε μια εποχή πού αυξάνεται συνεχώς η γραφειοκρατία και ο οικονομικός έλεγχος. Επίσης μοιάζει ο συντάκτης του σχεδίου αυτού να απομονώνει τις διοικητικές υπηρεσίες των ερευνητικών κέντρων από τα Ινστιτούτα λησμονώντας ότι αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των προς διοίκηση υπηρεσιών και μονάδων πού το απαρτίζουν. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ η κατάργηση του εκπροσώπου των διοικητικών υπαλλήλων πλήττει άμεσα την νόμιμη συγκρότησή του δεδομένου ότι, μετά την συγχώνευσή των 3 Ινστιτούτων του σε 1,το ΔΣ είναι πλέον τριμελές απαρτιζόμενο πέραν του Διευθυντή του Κέντρου, από 2 εκπροσώπους ερευνητών και διοικητικών αντίστοιχα. β . Η διεύρυνση της σύνθεσης του ΔΣ των ερευνητικών κέντρων με μέλη εξωτερικά προς αυτά δεν γίνεται προς την σωστή κατεύθυνση. Τα ΔΣ των Κέντρων είναι σημαντικό να εμπλουτιστούν με πρόσωπα υψηλού επιστημονικού κύρους τα οποία να ενισχύουν το όργανο με την γνώση και την εμπειρία τους από τον ερευνητικό χώρο. Η προτεινόμενη συμμετοχή εκπροσώπου της ΓΓΕΤΚ στα ΔΣ ανταποκρίνεται σε μιάν αντίληψη ότι η λήψη αποφάσεων για την έρευνα είναι στενά και αποκλειστικά συναρτημένη με την ΕΣΕΤΑΚ ,αλλά και ότι η εποπτεία πρέπει να λάβει μορφή ελέγχου εκ του σύνεγγυς έστω κι αν καταλύεται ,εν μέρει η αυτονομία των ερευνητικών κέντρων .Η προτεινόμενη σχετική ρύθμιση ελλοχεύει κινδύνους για την αυτονομία των ερευνητικών κέντρων, αλλά και γιά την ίδια την ΓΓΕΤΚ η οποία εμπλέκεται πλέον όχι μόνον στον σχεδιασμό της ΕΣΕΤΑΚ, αλλά και στην λήψη αποφάσεων για την εφαρμογή της εντός των ερευνητικών κέντρων. Με τον τρόπο αυτό εμπλέκεται η ΓΓΕΤΚ και ως κρινόμενη στην διαδικασία αξιολόγησης των ερευνητικών κέντρων και των ερευνητών, την ίδια στιγμή πού διεκδικεί ρόλο ως κρίνουσα στην περιοδική αξιολόγηση των ερευνητικών κέντρων(άρθρο 8 παράγραφος 5 ). Η προτεινόμενη συμμετοχή εκπροσώπου της ως ισότιμου μέλους του ΔΣ θα θέσει, μεταξύ άλλων, καί σοβαρά ζητήματα ως προς την αξιοπιστία των διαδικασιών αξιολόγησης, στην οποία το παρόν σχέδιο νόμου προσδίδει τόσο μεγάλη σημασία. Πρόταση Το ΔΣ των Κέντρων να διευρυνθεί με ένα επιστήμονα υψηλού κύρους. Ο εκπρόσωπος της ΓΓΕΤΚ πρέπει να είναι μόνο παρατηρητής και να καλείται να παραστεί στις συνεδριάσεις πού άπτονται της ΕΣΕΤΑΚ και λοιπών θεμάτων της ΓΓΕΤΚ. Άρθρο 17 Στο 4.7 προβλέπεται ότι οι δαπάνες βαρύνουν τους πόρους των Ερευνητικών Κέντρων. Με την συνεχή μείωση των κρατικών επιχορηγήσεων καθίσταται σαφές ότι τα Κέντρα είναι δύσκολο να εξασφαλίσουν την κάλυψη των δαπανών αυτών. Άρα εισάγονται εδώ όργανα τα οποία κινδυνεύουν να παραμείνουν νεκρό γράμμα. Πρόταση Πρέπει να ισχύσει και γι αυτά ό,τι και για τα λοιπά όργανα των οποίων οι δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Παράγραφος 3, εδώ αναφέρεται ότι προεδρεύει ο διευθυντής του Ινστιτούτου στο Γνωμοδοτικό. Θεωρούμε ότι σ’ ένα εκλεγμένο από την ερευνητική κοινότητα όργανο δεν μπορεί να προεδρεύει ο διευθυντής του Ινστιτούτου. Ειδικότερα, στην περίπτωση του ΕΚΚΕ που ο διευθιυντής του Ινστιτούτου είναι και Πρόεδρος του Ερευνητικού Κέντρου Άρθρο 18 α . Στο 1.1 αναφέρει ότι το ερευνητικό προσωπικό αποτελείται από ερευνητές, ενώ στην συνέχεια προσθέτει και άλλες κατηγορίες :επισκέπτες ερευνητές, μεταδιδακτορικούς υποτρόφους και μεταπτυχιακούς φοιτητές. Την ίδια στιγμή αποκλείει από το ερευνητικό προσωπικό τους λειτουργικούς επιστήμονες πού είναι κάτοχοι διδακτορικού και αυτούς πού έχουν καταταγεί σε βαθμίδες. Εισάγει έτσι ανισότητες και διακρίσεις μεταξύ εχόντων τα αυτά τυπικά προσόντα υποβαθμίζοντας κατηγορίες προσωπικού πού απασχολούνται στην έρευνα καί παρέχουν ερευνητικό έργο. β. Στο 1.1.1 οι ερευνητές ορίζονται με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στο άρθρο 2 παράγραφο 17. Στό άρθρο 18 ο ορισμός είναι στενός και αφορά το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων μόνον. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται επομένως εντός του σχεδίου νόμου με δύο διαφορετικές έννοιες και νοούμενα δημιουργώντας σύγχυση και παρανοήσεις στον αναγνώστη. Γεννώνται τα εξής ερωτήματα: ι) Για πόσα ερευνητικά κέντρα της χώρας ισχύει ο ορισμός του άρθρου18 πέραν των εποπτευομένων από την ΓΓΕΤΚ ιι) Μήπως ο ορισμός του άρθρου 2 αφορά όσους ερευνητικούς φορείς δεν συγκαταλέγονται στο πεδίο εφαρμογής του σχεδίου νόμου ιιι) Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο ορισμών. Η τυχόν διατήρηση δύο ορισμών του ερευνητή θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση μεσω νέου νόμου ενός ερευνητικού συστήματος πολλών ταχυτήτων: ενός αυστηρού συστήματος το οποίο θα διέπεται από όλες τις προβλέψεις του παρόντος σχεδίου και ενός άλλου χαλαρού συστήματος μη υπαγόμενου μέν στο πεδίο εφαρμογής του σχεδίου, διεκδικούντος όμως μια θέση στον χώρο της έρευνας και κυρίως στο τομέα των χρηματοδοτήσεων έργων και προγραμμάτων. γ. Στο 1.1.2 η διατύπωση που υιοθετείται συναρτά την ερευνητική εργασία και με την εφαρμογή των γνώσεων εγκλωβίζοντάς την σε μία εν στενή έννοια αντίληψη περί έρευνας και περί σχέσης βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας. Πρόταση Στην υπάρχουσα διατύπωση πρέπει να προστεθεί «ή και την εφαρμογή της» δ. Στα απαιτούμενα προσόντα των ερευνητών και στις τρείς βαθμίδες γίνεται αναφορά σε «έργα», «προγράμματα» ή «πεδία» της ΕΤΑΚ τα οποία είναι και τα μόνα πού τεκμηριώνουν την ικανότητα του ερευνητή. Αλλά ποια θεωρούνται ως τέτοια και με ποιες διαδικασίες; Η διατύπωση στο 1.1.2.1 και επόμενα μπορεί να αποκλείει ερευνητικές δραστηριότητες πού δεν εντάσσονται εν στενή εννοία στην ΕΤΑΚ Πρόταση Τα περί ΕΤΑΚ να αποτελούν ένα από τα κριτήρια κρίσης των ερευνητών και όχι το κυρίαρχο Πρόταση Η παρ. 1.1. του άρθρου 18 του ΣΝ να τροποποιηθεί ως ακολούθως: 1.1. Ερευνητικό. Το ερευνητικό προσωπικό αποτελείται από τους Ερευνητές και το Ειδικό Ερευνητικό Προσωπικό (ή Ειδικούς Λειτουργικούς Ερευνητές) Η παράγραφος 1.1.3 να τροποποιηθεί ως ακολούθως: 1.1.3. Το Ειδικό Ερευνητικό Προσωπικό (ή οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες), είναι επιστήμονες, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών της ημεδαπής ή της αλλοδαπής και διαθέτουν τουλάχιστον τριετή συνεχή ερευνητική εμπειρία σε ερευνητικό ίδρυμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, που εργάζονται για το σχεδιασμό και την εφαρμογή επιστημονικών και τεχνολογικών προγραμμάτων και έργων, ενώ δύνανται να παρέχουν εκπαιδευτικό και διδακτικό έργο. Η παράγραφος 1.1.4 να τροποποιηθεί ως ακολούθως: 1.1.4. Οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες κατατάσσονται σε τρεις βαθμίδες, Α,Β,Γ ανάλογα με την προσφορά τους, τα ειδικά τους προσόντα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια και τις διαδικασίες του άρθρου 29 του παρόντος νόμου. Η διαδικασία κατάταξης και τα κριτήρια επιλογής τους καθορίζονται από τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ερευνητικού Κέντρου λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις και διαδικασίες της παρ. 1.1. του άρθρου 18 του παρόντος. Το εδάφιο 2 της παρ 3. του άρθρου 18 του παρόντος να τροποποιηθεί ως ακολούθως: Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ειδικού Ερευνητικού Προσωπικού (ή των Ειδικών Λειτουργικών Ερευνητών) αναλογεί σε ποσοστό 90% του βασικού μισθού του Ερευνητή αντίστοιχης βαθμίδας. Άρθρο 18 – Σχετικά με την κατάργηση της Δ΄ βαθμίδας ερευνητών δεν προβλέπεται τι θα γίνει με εκείνους που ήδη υπηρετούν σε αυτή τη βαθμίδα. Υπάρχει, βέβαια, σχετική μεταβατική διάταξη στο κεφάλαιο Ε΄, Άρθρο 38 παράραγραφος 3, αλλά δεν είναι σαφές το πλαίσιο εξέλιξής τους καθώς στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται λόγος για αξιολόγηση χωρίς να διευκρινίζει τα όποια περαιτέρω (π.χ. ανοιχτή ή κλειστή προκήρυξη θέσης, γνωστικό αντικείμενο, κλπ.,). Πάντως, έτσι όπως είναι διατυπωμένο παραπέμπει σε μια κλειστή εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης επίσπευσης ένταξης στην επόμενη βαθμίδα καθώς καταργείται αυτόματα η Δ΄ βαθμίδα. Επίσης, στην ίδια μεταβατική διάταξη γίνεται λόγος για λύση σύμβασης με την πρώτη αξιολόγηση ενώ στον ν. 1514, δινόταν η ευκαιρία για επαν-υποβολή αιτήματος εξέλιξης μετά από ένα έτος. Εξάλλου, ως προς αυτό, υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη της εξέλιξης από την ερευνητική βαθμίδα Γ΄σε Β΄σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 9 όπου δίνεται η δυνατότητα να ζητήσουν για δεύτερη φορά και εκ’ νέου την προκύρηξη της θέσης τους μετά παρέλευση τριών ετών από την λήψη της αποφασης για την μη εξέλιξή τους. Προτείνεται να ισχύσει η ίδια δυνατότητα και από την Δ’ βαθμίδα στη Γ’. Άρθρο 29 α. Η διατύπωση του 10 είναι προσανατολισμένη προς συγκεκριμένες μορφές ερευνητικής δραστηριότητας (π.χ. 10.5) οι οποίες δεν αφορούν το σύνολο των επιστημονικών κλάδων πού υπηρετεί η έρευνα και των ερευνητών πού θα τελούν υπό κρίση στο μέλλον. β. Τα κριτήρια αξιολόγησης των ερευνητών 10.3 και 10.4 δεν είναι επιστημονικά. Μετατρέπουν της διαδικασία επιστημονικής κρίσης του ερευνητή σε διαδικασία αξιολόγησης της συγκέντρωσης οικονομικών πόρων. Προσωπικά δεδομένα ,όπως τα εισοδήματα από ερευνητικές πηγές, δημοσιοποιούνται, αλλά και αποτελούν επιπλέον την βάση για την τελούμενη αξιολόγηση. Τέτοια κριτήρια δεν συναρτώνται απαραιτήτως με την επιστημονική δεινότητα του κρινόμενου, η οποία είναι το κατεξοχήν ζητούμενο της διαδικασίας κρίσης των ερευνητών. Πρόταση Να παραμείνουν μόνο τα καθαρώς επιστημονικά κριτήρια πού αφορούν όλους τους ερευνητές. γ. Στο 11 προβλέπεται οι δαπάνες των μελών των επιτροπών να καλύπτονται από τα ερευνητικά Κέντρα. Η ήδη δύσκολη καί οριακή οικονομική κατάσταση των Κέντρων συνεπεία των συνεχών μειώσεων της κρατικής επιχορήγησης καθίσταται ακόμα δυσχερέστερη. Μετακυλίονται και πάλι στα Κέντρα δαπάνες τις οποίες οφείλει να καλύπτει η Πολιτεία εάν έχει την πραγματική βούληση να επενδύσει στην έρευνα ,τα ερευνητικά κέντρα και το ερευνητικό δυναμικό. Χωρίς την ανάλογη μακροχρόνια οικονομική επένδυση η έρευνα δεν μπορεί να καταστεί μοχλός ανάπτυξης. Επίσης, σύμφωνα με τον ν. 1514 η μη ευόδωση της διαδικασίας εξέλιξης από τη ερευνητική βαθμίδα Γ΄ σε Β΄ δεν λυνόταν η σύμβαση τους με το Ερευνητικό κέντρο και παρέμεναν σε αυτό. Στον υπό διαβούλευση νόμο και παράγραφο 9 του άρθρου 29 κάτι τέτοιο κακώς δεν προβλέπεται. Επιπλέον υπάρχει ασάφεια σχετικά με τη σύνθεση του αριθμού των επιτροπών κρίσεων στις ερευνητικές βαθμίδες. Έτσι όπως είναι διατυπωμένο φαίνεται ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων σε αυτές τις επιτροπές θέσεις να είναι 8, ενώ γίνεται λόγος για 7μελή επιτροπή. Άρθρο 30 Στην παράγραφο 2 διευρύνεται ο κατάλογος των κριτών με στελέχη του ευρύτερου παραγωγικού τομέα. Εισάγεται κατ΄ αυτό τον τρόπο η αντίληψη ότι οι κρίσεις των ερευνητών δεν είναι διαδικασίες ακαδημαϊκές εφόσον με κριτήρια αλλότρια-ξένα προς την έρευνα-θα κρίνονται επιστήμονες πού έχουν μακροχρόνια επενδύσει στο χώρο της έρευνας. Με τέτοιες ρυθμίσεις υποβαθμίζεται η όλη διαδικασία κρίσης ερευνητών εφόσον οι ερευνητές κρίνονται από μη όμοιους και μάλιστα χαμηλοτέρων προσόντων σε πολλές περιπτώσεις. Κατ’ επέκταση υποβαθμίζεται έτσι το ακαδημαϊκό ερευνητικό προφίλ της χώρας. Επιπλέον οι σχετικές ρυθμίσεις συναρτούν την διαδικασία κρίσης και εξέλιξης των ερευνητών με την καλλιέργεια καλών σχέσεων με τον ευρύτερο παραγωγικό τομέα και ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Άρθρο 31 Το ερώτημα είναι ποια ερευνητικά κέντρα αξιολογούνται με την προβλεπόμενη εδώ διαδικασία, όλα η μήπως μόνον τα κέντρα πού εποπτεύονται από την ΓΓΕΤΚ; Επανέρχεται εδώ το ζήτημα πού τέθηκε και προηγουμένως και πού έχει να κάνει με το πεδίο εφαρμογής του σχεδίου νόμου. Εάν το άρθρο 31 ισχύει και πάλι για τα κέντρα πού κατά παράδοση αξιολογούνται με αυστηρές διαδικασίες, τότε το σχέδιο νόμου επαναλαμβάνει και επικυρώνει τα μέχρι τώρα ισχύοντα, δηλαδή την ύπαρξη ενός ερευνητικού συστήματος πολλών ταχυτήτων το οποίο διαφοροποιείται και ως προς την αξιολόγηση των ερευνητικών φορέων. Εάν αυτό αληθεύει ,η μέσω του σχεδίου νόμου πολλαπλή ενδυνάμωση του ρόλου της ΓΓΕΤΚ συναρτάται και πάλι με το ήδη γνωστό ,κλασσικό και οικείο στην ΓΓΕΤΚ πεδίο άσκησης ερευνητικής πολιτικής ,τα εποπτευόμενα από αυτήν ερευνητικά κέντρα. Προτάσεις ως προς τις μεταβατικές διατάξεις 1. Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος της ημεδαπής ή αλλοδαπής ήδη υπηρετούντες Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες δύνανται, από τη δημοσίευση του παρόντος, μετά από σχετική αίτησή τους να κριθούν σε βαθμίδα ερευνητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 18 και 29 του παρόντος και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ερευνητικού Κέντρου ή Ινστιτούτου στο οποίο υπηρετούν. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κενή θέση ερευνητή, η τοποθέτηση γίνεται σε προσωποπαγή θέση. 2. Οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και τουλάχιστον τριετούς ερευνητικής εμπειρίας κατά τον χρόνο υποβολής αιτήσεως για κρίση, ήδη υπηρετούντες Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες δύνανται, εντός τριετίας από τη δημοσίευση του παρόντος, και εφόσον αποκτήσουν διδακτορικό δίπλωμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, μετά από σχετική αίτησή τους να κριθούν σε βαθμίδα ερευνητή σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 18 και 29 του παρόντος και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ερευνητικού Κέντρου ή Ινστιτούτου στο οποίο υπηρετούν. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κενή θέση ερευνητή, η τοποθέτηση γίνεται σε προσωποπαγή θέση. 3. Οι ήδη υπηρετούντες Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες, που δεν θα υπαχθούν στις περιπτώσεις 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατατάσσονται (σε προσωποπαγείς θέσεις?...), διατηρούν την βαθμίδα Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα που κατέχουν κατά την δημοσίευση του παρόντος νόμου ή μετά από σχετική αίτησή τους δύνανται να κριθούν για την εξέλιξή τους σε επόμενη βαθμίδα. (Προσοχή: Σε περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτή η προτεινόμενη ρύθμιση πρέπει οπωσδήποτε να προβλεφθεί μεταβατική διάταξη: «Οι ήδη υπηρετούντες Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες, που δεν θα υπαχθούν στις περιπτώσεις 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατατάσσονται σε προσωποπαγείς θέσεις και διατηρούν την βαθμίδα Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα που κατέχουν κατά την δημοσίευση του παρόντος νόμου» 4. Το εδάφιο 2 του άρθρου 38§3 (για ερευνητές Δ βαθμίδας) αντικαθίσταται ως ακολούθως: Εάν αξιολογηθούν αρνητικά έχουν δικαίωμα να ζητήσουν να κριθούν εκ νέου μετά από παρέλευση τριών ετών από την λήψη της απόφασης για την μη εξέλιξή τους. 5. Οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες Δ’ βαθμίδας οι οποίοι υπηρετούν κατά την έναρξη του παρόντος, αξιολογούνται υποχρεωτικά με την συμπλήρωση του χρόνου απασχόλησής τους. Εάν δεν εξελιχθούν στην επόμενη βαθμίδα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να κριθούν εκ νέου μετά από παρέλευση τριών ετών από την λήψη της απόφασης για την μη εξέλιξή τους. 6. Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος της ημεδαπής ή αλλοδαπής ήδη υπηρετούντα μέλη του ειδικού τεχνικού επιστημονικού προσωπικού δύνανται, από τη δημοσίευση του παρόντος, μετά από σχετική αίτησή τους να κριθούν σε βαθμίδα ερευνητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 18 και 29 του παρόντος και τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ερευνητικού Κέντρου ή Ινστιτούτου στο οποίο υπηρετούν. Σύλλογος Προσωπικού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)