Αρχική Ενεργή μάχη:Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών...ΜΕΡΟΣ Δ’ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ Ή ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ (άρθρα 32-39)Σχόλιο του χρήστη Παύλος Κωνσταντινίδης | 24 Ιανουαρίου 2026, 22:10




Η εισαγωγή της ελεγχόμενης ή προδιαγεγραμμένης καύσης ως γενικού μέσου πρόληψης δασικών πυρκαγιών στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο εγείρει σοβαρά ζητήματα επιστημονικής τεκμηρίωσης, περιβαλλοντικής προστασίας και συμβατότητας με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του περιβάλλοντος. Καταρχάς, από τεχνική και δασοκομική άποψη, η εφαρμογή της ελεγχόμενης καύσης σε τυπικά μεσογειακά μικτά δάση αειφύλλων πλατυφύλλων με συμμετοχή πευκοειδών είναι εξαιρετικά επισφαλής. Η δομή των οικοσυστημάτων αυτών, με συνεχή θαμνώδη όροφο και παρουσία ρητινούχων ειδών στον ανώροφο, καθιστά την επέκταση της φωτιάς πέραν των αρχικώς προβλεπόμενων ορίων αντικειμενικά πιθανή. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις πραγματικές συνθήκες του πεδίου και εισάγει αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης δασικής πυρκαγιάς αντί πρόληψής της. Σε οικολογικό επίπεδο, η ελεγχόμενη καύση συνιστά σοβαρή διαταραχή της φυσικής δομής και λειτουργίας των δασικών οικοσυστημάτων. Επηρεάζει δυσμενώς τη μικροπανίδα, το οργανικό στρώμα του εδάφους, τη μικροβιακή και μυκορριζική δραστηριότητα, καθώς και τον κύκλο των θρεπτικών στοιχείων. Οι επιπτώσεις αυτές υπονομεύουν τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ήπιες ή αναστρέψιμες παρεμβάσεις. Συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας της ρύθμισης με την αρχή της προληπτικής προστασίας του περιβάλλοντος, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος και στη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, η ελεγχόμενη καύση του θαμνώδους ορόφου δεν επιφέρει διαρκή μείωση της καύσιμης ύλης. Τα περισσότερα μεσογειακά θαμνώδη είδη παραβλαστάνουν ταχύτατα και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, συνήθως ενός έως δύο ετών, επανέρχονται στο προηγούμενο ή και αυξημένο ύψος και πυκνότητα. Ως εκ τούτου, το μέτρο δεν παρουσιάζει μεσοπρόθεσμη αποτελεσματικότητα και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον προκαλεί σοβαρή οικολογική διαταραχή χωρίς αντίστοιχο και διαρκές όφελος. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επιστημονική βάση της προτεινόμενης ρύθμισης. Η αναφερόμενη εμπειρία περιορίζεται σε μία δοκιμή δύο επαναλήψεων σε φρυγανικές εκτάσεις και πολύ αραιούς θαμνώνες και όχι σε τυπικά μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα. Υφίσταται μία μόνο επιστημονική εργασία, η οποία τελεί υπό αξιολόγηση ως προς τη μεθοδολογική της επάρκεια, την ποιότητα των δεδομένων και τη δυνατότητα γενίκευσης των συμπερασμάτων της. Δεν υπάρχει επαρκές και συνεκτικό σώμα επιστημονικής τεκμηρίωσης που να δικαιολογεί τη θεσμοθέτηση της ελεγχόμενης καύσης ως μέτρου γενικής εφαρμογής. Αντιθέτως, υπάρχουν επιστημονικά ιδρύματα και ερευνητικοί φορείς που εξέτασαν τη μέθοδο και κατέληξαν στην απόρριψή της ως επικίνδυνης και οικολογικά άσκοπης επέμβασης, ιδίως για μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα. Η παράλειψη συνεκτίμησης των δεδομένων αυτών συνιστά έλλειμμα πληρότητας και αντικειμενικότητας της νομοθετικής τεκμηρίωσης. Επιπλέον, το ίδιο το νομοσχέδιο προβλέπει χρονικό διάστημα πιλοτικής εφαρμογής, γεγονός που συνιστά έμμεση παραδοχή αβεβαιότητας ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του μέτρου. Η επιλογή αυτή αντιστρέφει τη λογική της ορθής νομοθέτησης, καθώς προηγείται η θεσμοθέτηση και έπεται η επιστημονική επαλήθευση. Δημιουργείται έτσι ένα νομοθετικό πλαίσιο για ένα μέτρο του οποίου δεν είναι βέβαιο ούτε ότι μπορεί, ούτε ότι πρόκειται να εφαρμοστεί. Ιδιαίτερη προβληματικότητα παρουσιάζει και ο καθορισμός χρονικού ορίζοντα έως τον Νοέμβριο του 2027 για πιλοτικές εφαρμογές, χωρίς καμία πρόβλεψη ή διασφάλιση ότι εντός του διαστήματος αυτού θα υπάρξουν κατάλληλες μετεωρολογικές και οικολογικές συνθήκες. Οι συνθήκες ασφαλούς ελεγχόμενης καύσης δεν καθορίζονται νομοθετικά αλλά εξαρτώνται από απρόβλεπτους φυσικούς παράγοντες. Επομένως, είναι απολύτως πιθανό το μέτρο να παραμείνει ανεφάρμοστο, παρότι έχει ήδη ενσωματωθεί σε κανονιστικό πλαίσιο. Τέλος, επισημαίνεται ότι η πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, σύμφωνα με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της προληπτικής προστασίας, προϋποθέτει τη συστηματική εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων χαμηλού ρίσκου και αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας, όπως η μηχανική αραίωση της βλάστησης, η απομάκρυνση νεκρής βιομάζας, η στοχευμένη βόσκηση όπου είναι οικολογικά και νομικά επιτρεπτή, η δημιουργία και συντήρηση αντιπυρικών ζωνών με οικολογικά κριτήρια και η επαρκής στελέχωση των δασικών υπηρεσιών. Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της ελεγχόμενης καύσης, όπως εισάγεται στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις της επιστημονικής επάρκειας, της περιβαλλοντικής προφύλαξης και της αναλογικότητας και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τα δασικά οικοσυστήματα. Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η απόσυρση ή ουσιώδης αναδιαμόρφωση της σχετικής ρύθμισης. Δρ. Παύλος Κωνσταντινίδης Πρώην Τακτικός Ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης Ειδικός σε θέματα οικολογίας Δασικών Πυρκαγιών