• Σχόλιο του χρήστη 'Δημήτρης Τσίτρας | TAXHELPER MON IKE' | 3 Μαρτίου 2026, 18:10

    Η ρύθμιση κινείται σε σωστή κατεύθυνση, γιατί ενισχύει τη διαφάνεια της διοικητικής διαδικασίας: προβλέπει απόδειξη παραλαβής, μοναδικό αριθμό/μέσο παρακολούθησης και πρόσβαση του ενδιαφερόμενου σε κρίσιμες πληροφορίες (πληρότητα φακέλου, εκτιμώμενος χρόνος διεκπεραίωσης, αρμόδια μονάδα και στοιχεία επικοινωνίας). Αν εφαρμοστεί ορθά και ομοιόμορφα, μπορεί να μειώσει την ταλαιπωρία, τις άσκοπες μετακινήσεις και την αβεβαιότητα. Ωστόσο, ειδικά για την επιχειρηματικότητα, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι μόνο «σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεσή μου», αλλά το ότι συχνά δεν υπάρχει πρακτικός τρόπος να λάβει μια επιχείρηση έγκαιρα μια επίσημη, έγγραφη και αξιόπιστη διευκρίνιση σε σύνθετα φορολογικά ή ασφαλιστικά ζητήματα. Αυτό αφορά κυρίως τους δύο κρισιμότερους πυλώνες της καθημερινής σχέσης κράτους–επιχειρήσεων: την ΑΑΔΕ και τον e-ΕΦΚΑ. Στην πράξη, ακόμη και επιχειρήσεις που θέλουν να συμμορφωθούν, πολλές φορές λειτουργούν υπό καθεστώς ανασφάλειας δικαίου, επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εγκαίρως τεκμηριωμένη απάντηση σε ζητήματα που επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες και κρίνεται τελικά η ορθότητά τους εκ των υστέρων σε έλεγχο. Εδώ είναι κρίσιμο να υιοθετηθεί η αρχή ότι η συμμόρφωση έχει «διπλή όψη». Δεν είναι μόνο υποχρέωση του πολίτη/επιχείρησης να εφαρμόζει σωστά τον νόμο, αλλά και υποχρέωση της Διοίκησης να παρέχει, όταν ζητείται με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, έγκαιρη και επίσημη καθοδήγηση. Αντίστοιχα, και η ευθύνη της μη συμμόρφωσης πρέπει να έχει αμφίπλευρη λογική: δεν είναι θεσμικά ισορροπημένο το σύνολο του κινδύνου να μετακυλίεται στον διοικούμενο όταν δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος έγκαιρης και τεκμηριωμένης απάντησης από την αρμόδια αρχή. Είναι πιθανό να προβληθεί ως αντίρρηση ότι ήδη υπάρχουν τα γνωστά 5ψήφια τηλέφωνα εξυπηρέτησης πολιτών στην ΑΑΔΕ και στον e-ΕΦΚΑ. Στην πράξη, όμως, τα τηλεφωνικά αυτά κέντρα λειτουργούν κυρίως ως κανάλια «δρομολόγησης» προς τον πολίτη/την επιχείρηση (πού να απευθυνθείς, ποια υπηρεσία είναι αρμόδια, ποια διαδικασία ακολουθείται) και όχι ως πλαίσιο δεσμευτικής, έγγραφης και αιτιολογημένης καθοδήγησης συμμόρφωσης σε σύνθετα ζητήματα. Η τηλεφωνική πληροφόρηση δεν αφήνει ασφαλές ίχνος, δεν είναι αξιοποιήσιμη σε μεταγενέστερο έλεγχο και δεν εγγυάται ομοιομορφία. Είναι χρήσιμη για απλές πληροφορίες, αλλά δεν λύνει το ουσιαστικό πρόβλημα των δύσκολων και αμφισβητούμενων θεμάτων που συναντά η αγορά στην καθημερινότητα. Επίσης, μπορεί να ειπωθεί ότι η ΑΑΔΕ δημοσιεύει συχνές ερωτήσεις–απαντήσεις και κατά καιρούς ομαδοποιεί ερωτήματα που δέχεται. Η πρακτική αυτή είναι χρήσιμη ως γενική ενημέρωση, όμως δεν καλύπτει το κενό που αναδεικνύεται εδώ. Τα ερωτήματα που συγκεντρώνονται για τέτοιες δημοσιεύσεις δεν συνοδεύονται από αριθμό πρωτοκόλλου προς τον ερωτώντα, ούτε από εξατομικευμένη, επίσημη απάντηση που να συνδέεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να εκδίδεται εντός συγκεκριμένου χρόνου. Συνήθως συλλέγονται εσωτερικά, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, και δημοσιεύονται αργότερα όταν «συσσωρευτεί υλικό», σε απροσδιόριστο χρόνο. Αυτό δεν παρέχει ασφάλεια δικαίου στον πολίτη ή στην επιχείρηση που χρειάζεται άμεση καθοδήγηση για μια απόφαση συμμόρφωσης. Από επαγγελματική εμπειρία ως λογιστής–φοροτεχνικός (και από την εμπειρία πολλών συναδέλφων), όταν αναζητείται ουσιαστική και έγγραφη διευκρίνιση για σύνθετα φορολογικά/ασφαλιστικά ζητήματα, συχνά απαιτείται να ενεργοποιηθούν χρονοβόρες διαδικασίες που δεν έχουν σχεδιαστεί ως «κανάλι καθοδήγησης», αλλά ως μηχανισμοί ελέγχου ή αντιδικίας. Ενδεικτικά, σε αρκετές περιπτώσεις η έγγραφη αντιμετώπιση οδηγεί πρακτικά σε λύσεις όπως η υποβολή δήλωσης «με επιφύλαξη» για να κινηθεί εκ των υστέρων ο μηχανισμός εξέτασης. Αυτό, όμως, δεν είναι προληπτική συμμόρφωση· είναι διαχείριση ρίσκου μετά το γεγονός, με κόστος, χρόνο και αβεβαιότητα. Για να γίνει το άρθρο 5 πραγματικά φιλικό προς τον πολίτη και την επιχειρηματικότητα, προτείνεται να ενισχυθεί με ειδική πρόβλεψη για ΑΑΔΕ και e-ΕΦΚΑ, μέσω ενός απλού, ψηφιακού και δεσμευτικού πλαισίου «Επίσημου Ερωτήματος Συμμόρφωσης» που θα λειτουργεί μέσα από το ίδιο περιβάλλον παρακολούθησης υποθέσεων. Η πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει, πρώτον, υποβολή τεκμηριωμένου ερωτήματος με σαφή περιγραφή πραγματικών περιστατικών και επισυναπτόμενα, λήψη απόδειξης παραλαβής και μοναδικού αριθμού υπόθεσης, καθώς και δυνατότητα παρακολούθησης της πορείας μέχρι την απάντηση. Δεύτερον, σαφείς προθεσμίες απάντησης σε εύλογο χρόνο, με δυνατότητα μόνο μίας αιτιολογημένης παράτασης που θα κοινοποιείται έγκαιρα. Τρίτον, έγγραφη απάντηση με αιτιολόγηση και σαφή αναφορά στα δηλωθέντα περιστατικά, ώστε η απάντηση να δεσμεύει τη Διοίκηση για τα συγκεκριμένα δεδομένα, με εύλογες εξαιρέσεις (ανακρίβεια στοιχείων ή μεταβολή νομοθεσίας). Τέταρτον, μηχανισμό κλιμάκωσης όταν η υπόθεση «λιμνάζει» και δημοσίευση συγκεντρωτικών δεικτών απόδοσης (χρόνοι απόκρισης και ποσοστά εμπρόθεσμων απαντήσεων). Πέμπτον, ανωνυμοποιημένη δημοσίευση απαντήσεων σε βάση γνώσης, ώστε να ενισχύεται η ομοιομορφία εφαρμογής και να μειώνονται τα επαναλαμβανόμενα ερωτήματα. Τέλος, η ανάγκη θεσμοθέτησης ενός τέτοιου μηχανισμού ενισχύεται από το γεγονός ότι η Διοίκηση απαιτεί από επιχειρήσεις, πολίτες και επαγγελματίες ακρίβεια, πληρότητα και αυστηρή τήρηση προθεσμιών, με κυρώσεις που συχνά είναι υψηλές και σε αρκετές περιπτώσεις δυσανάλογες σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης. Δεν είναι ισορροπημένο το κράτος να αξιώνει μηδενικές καθυστερήσεις από τη μία πλευρά, αλλά να μην διαθέτει από την άλλη πλευρά ένα αντίστοιχα συγκεκριμένο, ιχνηλάσιμο και δεσμευτικό πλαίσιο έγκαιρης έγγραφης καθοδήγησης, ιδίως σε ζητήματα όπου μια λανθασμένη ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες. Με την ενίσχυση αυτή, το άρθρο 5 θα πετύχει τον σκοπό του ουσιαστικότερα: δεν θα περιορίζεται στην παρακολούθηση μιας υπόθεσης, αλλά θα συμβάλλει έμπρακτα στην προληπτική συμμόρφωση και στην ασφάλεια δικαίου, που είναι βασικές προϋποθέσεις για μια υγιή σχέση κράτους–πολίτη–επιχειρήσεων.