Στην παρ. 5 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45), α) διαγράφονται οι λέξεις «κατά τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 5 του Ν. 1943/1991 (Α’ 50)», β) προστίθενται νέα εδάφια, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:
«5. Η υπηρεσία στην οποία υποβάλλεται η αίτηση χορηγεί στον ενδιαφερόμενο απόδειξη παραλαβής όπου περιλαμβάνονται ο οικείος αριθμός πρωτοκόλλου, η προθεσμία εντός της οποίας υφίσταται υποχρέωση προς διεκπεραίωση της υπόθεσης, καθώς και η επισήμανση ότι, σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος, παρέχεται δυνατότητα αποζημίωσης. Στον ενδιαφερόμενο χορηγείται μοναδικός κωδικός ή άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο, το οποίο του παρέχει προσωποποιημένη πρόσβαση στο κεντρικό σημείο τήρησης ιστορικού των υποθέσεών του, όπου μπορεί να παρακολουθεί την πορεία της υπόθεσης προς διεκπεραίωση σε κάθε στάδιο αυτής. Τα στοιχεία, στα οποία έχει πρόσβαση ο ενδιαφερόμενος περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής: α) την πληροφορία ότι ο φάκελός του κατατέθηκε με πλήρη δικαιολογητικά, β) το διαδικαστικό στάδιο της υπόθεσης, γ) τον εκτιμώμενο χρόνο διεκπεραίωσής της και δ) την υπηρεσιακή μονάδα που είναι αρμόδια για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης και ε) στοιχεία επικοινωνίας, τηλεφωνικό αριθμό και ηλεκτρονική διεύθυνση, μέσω των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικοινωνεί με την υπηρεσιακή μονάδα που χειρίζεται την υπόθεση στο αντίστοιχο στάδιο. Παράλειψη της υποχρέωσης της παρούσας συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τους αρμόδιους υπαλλήλους και τους Προϊσταμένους τους κατά το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (ν. 3528/2007, Α΄ 26). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Εσωτερικών καθορίζονται ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και, ιδίως:
α) ο τρόπος ηλεκτρονικής πρόσβασης του ενδιαφερόμενου,
β) ο τρόπος ταυτοποίησης του ενδιαφερόμενου κατά τη χρήση του κεντρικού σημείου υποθέσεων του πολίτη,
γ) ο τρόπος χορήγησης του μοναδικού αριθμού ή του πρόσφορου μέσου για την παρακολούθηση της πορείας της υπόθεσης, και
δ) οι πληροφορίες που θα είναι διαθέσιμες κάθε φορά στον ενδιαφερόμενο, ο τρόπος άντλησής τους από την αρμόδια υπηρεσία και ο τρόπος πρόσβασης του ενδιαφερόμενου σ’ αυτές με χρήση του μοναδικού αριθμού ή του άλλου πρόσφορου μέσου.».





Άρθρο 5
(Ψηφιακή ενημέρωση για την πορεία υποθέσεων – τροποποίηση άρθρου 4 ΚΔΔ)
Το άρθρο προβλέπει ότι ο πολίτης θα μπορεί να παρακολουθεί ηλεκτρονικά την πορεία της υπόθεσής του μέσω μοναδικού κωδικού.
Παρατηρήσεις
Θετική αξιολόγηση της διαφάνειας και της ενημέρωσης του πολίτη.
Προτείνεται:
διαλειτουργικότητα μεταξύ πληροφοριακών συστημάτων,
ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο,
προστασία προσωπικών δεδομένων.
Άρθρο 5
• Η πρόβλεψη μοναδικού κωδικού παρακολούθησης υπόθεσης με ελάχιστα πέντε στοιχεία πορείας αποτελεί θεσμικά ορθή.
• Η πρόβλεψη πειθαρχικής συνέπειας για παράλειψη αποτελεί θετικό στοιχείο ενίσχυσης της υποχρέωσης.
Σοβαρά προβλήματα
• Η διάταξη προβλέπει ψηφιακή παρακολούθηση αιτήσεων χωρίς επαρκή αναφορά σε τεχνικές υποδομές ή προσωπικό. Υπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεων και ασυνεπούς ενημέρωσης πολιτών, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο.
• Υποδομή που δεν υπάρχει: Το «κεντρικό σημείο τήρησης ιστορικού υποθέσεων» απαιτεί δημιουργία νέου πληροφοριακού συστήματος σε εκατοντάδες φορείς. Χωρίς χρηματοδότηση και χρονοδιάγραμμα η διάταξη είναι κενό γράμμα.
• Ουσία ρύθμισης παραπέμπεται σε ΚΥΑ: Ο νόμος αφήνει για μελλοντική ΚΥΑ τον τρόπο πρόσβασης, ταυτοποίηση, πληροφορίες. Δεν μπορεί να γίνει ουσιαστική διαβούλευση επί κενών εξουσιοδοτήσεων.
• Το άρθρο τροποποιεί, ουσιαστικά, το σύστημα προθεσμιών του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Διατηρείται η προθεσμία των 50 ημερών, αλλά η εξειδίκευση των διαδικασιών μετατίθεται σε μεταγενέστερη κανονιστική πράξη. Η επιλογή αυτή δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Οι διοικητικές προθεσμίες δεν πρέπει να εξαρτώνται από μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις.
• Αόριστη πειθαρχική συνέπεια: Η παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ χωρίς εξειδίκευση ποιου παραπτώματος εφαρμόζεται είναι νομικά ελλιπής και επικίνδυνη για τον δημόσιο υπάλληλος.
• Κίνδυνος GDPR: Εάν ο μοναδικός κωδικός δεν συνδέεται με αυθεντικοποίηση, υπάρχει κίνδυνος πρόσβασης τρίτων σε ευαίσθητα διοικητικά δεδομένα. Η ΑΠΔΠΧ πρέπει να γνωμοδοτήσει.
Προτάσεις
• Να εισαχθεί χρηματοδοτική πρόβλεψη και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης (Κεντρική Διοίκηση → Αποκεντρωμένες → ΟΤΑ). Ενοποίηση ψηφιακών συστημάτων.
• Να εξειδικευθεί στον νόμο ποιο πειθαρχικό παράπτωμα εφαρμόζεται.
• Να διασφαλιστεί ρητά η υποχρέωση αυθεντικοποίησης πολίτη για πρόσβαση στα στοιχεία υπόθεσής του.
• Να ζητηθεί γνώμη ΑΠΔΠΧ πριν την ψήφιση.
• Να πραγματοποιηθεί πιλοτική εφαρμογή σε συγκεκριμένο αριθμό φορέων πριν τη γενίκευση.
Άρθρο 5 – Ψηφιακή Ενημέρωση Πορείας Υπόθεσης (Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 4 ΚΔΔ)
Θετικά στοιχεία
• Η πρόβλεψη μοναδικού κωδικού παρακολούθησης υπόθεσης με ελάχιστα πέντε στοιχεία πορείας αποτελεί θεσμικά ορθή.
• Η πρόβλεψη πειθαρχικής συνέπειας για παράλειψη αποτελεί θετικό στοιχείο ενίσχυσης της υποχρέωσης.
Σοβαρά προβλήματα
• Η διάταξη προβλέπει ψηφιακή παρακολούθηση αιτήσεων χωρίς επαρκή αναφορά σε τεχνικές υποδομές ή προσωπικό. Υπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεων και ασυνεπούς ενημέρωσης πολιτών, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο.
• Υποδομή που δεν υπάρχει: Το «κεντρικό σημείο τήρησης ιστορικού υποθέσεων» απαιτεί δημιουργία νέου πληροφοριακού συστήματος σε εκατοντάδες φορείς. Χωρίς χρηματοδότηση και χρονοδιάγραμμα η διάταξη είναι κενό γράμμα.
• Ουσία ρύθμισης παραπέμπεται σε ΚΥΑ: Ο νόμος αφήνει για μελλοντική ΚΥΑ τον τρόπο πρόσβασης, ταυτοποίηση, πληροφορίες. Δεν μπορεί να γίνει ουσιαστική διαβούλευση επί κενών εξουσιοδοτήσεων.
• Το άρθρο τροποποιεί, ουσιαστικά, το σύστημα προθεσμιών του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Διατηρείται η προθεσμία των 50 ημερών, αλλά η εξειδίκευση των διαδικασιών μετατίθεται σε μεταγενέστερη κανονιστική πράξη. Η επιλογή αυτή δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Οι διοικητικές προθεσμίες δεν πρέπει να εξαρτώνται από μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις.
• Αόριστη πειθαρχική συνέπεια: Η παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ χωρίς εξειδίκευση ποιου παραπτώματος εφαρμόζεται είναι νομικά ελλιπής και επικίνδυνη για τον δημόσιο υπάλληλος.
• Κίνδυνος GDPR: Εάν ο μοναδικός κωδικός δεν συνδέεται με αυθεντικοποίηση, υπάρχει κίνδυνος πρόσβασης τρίτων σε ευαίσθητα διοικητικά δεδομένα. Η ΑΠΔΠΧ πρέπει να γνωμοδοτήσει.
Προτάσεις
• Να εισαχθεί χρηματοδοτική πρόβλεψη και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης (Κεντρική Διοίκηση → Αποκεντρωμένες → ΟΤΑ). Ενοποίηση ψηφιακών συστημάτων.
• Να εξειδικευθεί στον νόμο ποιο πειθαρχικό παράπτωμα εφαρμόζεται.
• Να διασφαλιστεί ρητά η υποχρέωση αυθεντικοποίησης πολίτη για πρόσβαση στα στοιχεία υπόθεσής του.
• Να ζητηθεί γνώμη ΑΠΔΠΧ πριν την ψήφιση.
• Να πραγματοποιηθεί πιλοτική εφαρμογή σε συγκεκριμένο αριθμό φορέων πριν τη γενίκευση.
Η υποβολή άσκοπων ερωτημάτων προς τις δημόσιες υπηρεσίες αποτελεί σοβαρό ζήτημα,
καθώς χάνονται σημαντικές εργατοώρες. Αντίστοιχα, παρόμοιο πρόβλημα παρατηρείται
και στον ιδιωτικό τομέα, όπου η διαχείριση επαναλαμβανόμενων αιτημάτων μειώνει
την αποδοτικότητα.
Μια τέτοια κατάσταση επιβαρύνει σημαντικά την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών.
Αν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα, μέσω ενός λογαριασμού στον οποίο θα εισέρχεται με
κωδικούς Taxisnet, να βλέπει:
α) την παρακολούθηση των διασταυρώσεων προσωπικών δεδομένων που πραγματοποιούνται
μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών, είτε για συγκεκριμένη υπόθεση είτε στο πλαίσιο κρατικής
έρευνας, διασφαλίζοντας την τεκμηριωμένη ιχνηλασιμότητα των ενεργειών,
β) την παρακολούθηση της πορείας συγκεκριμένης υπόθεσης (ιστορικό ενεργειών και
στάδια επεξεργασίας),
τότε, συνδυάζοντας αυτά τα δύο στοιχεία, ο πολίτης θα μπορεί να γνωρίζει με σαφήνεια
σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία που τον αφορά.
Όσον αφορά τη:
γ) υποβολή ερωτημάτων ή αιτημάτων ενημέρωσης για συγκεκριμένη υπόθεση,
για την αποτελεσματική διαχείριση των ερωτημάτων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί φίλτρο μέσω
τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης, ώστε τα συχνά ή προφανή ερωτήματα να απαντώνται
αυτοματοποιημένα και να προωθούνται στις υπηρεσίες μόνο τα ουσιαστικά ζητήματα.
Η υλοποίηση μιας τέτοιας λειτουργίας θα μπορούσε να ενταχθεί σταδιακά στις υφιστάμενες
ψηφιακές υποδομές της δημόσιας διοίκησης, αξιοποιώντας τις ήδη διαθέσιμες
διαλειτουργικότητες μεταξύ μητρώων. Με τον τρόπο αυτό:
– ενισχύεται η διαφάνεια των διοικητικών διαδικασιών,
– βελτιώνεται η ενημέρωση και εμπιστοσύνη του πολίτη,
– μειώνεται ο διοικητικός φόρτος των υπηρεσιών.
Η προσέγγιση αυτή θα συμβάλει ουσιαστικά στη μετάβαση από μια διοίκηση προσανατολισμένη
στις διαδικασίες σε μια διοίκηση πραγματικά προσανατολισμένη στον πολίτη.
Με εκτίμηση,
Γιαννόπουλος Διονύσιος
Αναλυτής Συστημάτων (MBA)
Προγραμματιστής Η/Υ
Καλησπέρα. Σωστά όλα τα παραπάνω αλλά επειδή η διάταξη είναι γενική και περιλαμβάνει κάθε είδους αίτηση που μπορεί να κάνει ένας πολίτης (τη στιγμή που έχει απαλειφθεί το έννομο και εύλογο συμφέρον και καλούμαστε να απαντάμε στα πάντα) καθώς προστίθεται και πάλι το ζήτημα της αποζημίωσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη έγγραφα πολιτών που κατ’ επανάληψη και καθημερινά για το οτιδήποτε κάνουν αιτήσεις υποχρεώνοντας τις υπηρεσίες σε γραφειοκρατία χωρίς ουσία. Θα πρέπει δηλαδή να μπει κάποια δικλείδα ασφαλείας προστατεύοντας τις υπηρεσίες από πολίτες που καταχρηστικά ασκούν το δικαίωμά τους αυτό. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις πολιτών που ασκούν το δικαίωμα αυτό καθημερινά, καθώς παλαιότερα χρησιμοποιούσαν το θέμα της αποζημίωσης ακριβώς για αυτό το λόγο. Μήπως πρέπει να βάλουμε όρους; Να περιοριστεί αυτό το δικαίωμα και να μη ασκείται από κάποιους πολίτες γιατί δεν έχουν να κάνουν κάτι άλλο και οι άσκοπες αυτές εργατοώρες να χρησιμοποιούνται για να επιλύονται σοβαρά και άμεσα προβλήματα; Προτείνω οι «αιτήσεις του διοικούμενου» να γίνουν πιο συγκεκριμένες και πιο αναλυτικές και να μην παραμένουν για τόσα χρόνια γενικές και αόριστες. Από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.
Ευχαριστώ
Για ένα πραγματικά φιλικό κράτος προς τον πολίτη
Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας στη χρήση
προσωπικών δεδομένων από τη δημόσια διοίκηση, θα μπορούσε να εξεταστεί
η δημιουργία ενός κεντρικού μηχανισμού καταγραφής και ενημέρωσης των
πολιτών σχετικά με την πρόσβαση και διασταύρωση των δεδομένων τους
από δημόσιες αρχές.
Η τήρηση ιστορικού πρόσβασης και διασταύρωσης προσωπικών δεδομένων
για κάθε πολίτη θα μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο μηχανισμό
διαφάνειας («Data Tracker»), μέσω του οποίου κάθε πολίτης θα έχει τη
δυνατότητα να βλέπει με ασφαλή τρόπο αρχείο όλων των προσβάσεων και
διασταυρώσεων των προσωπικών του δεδομένων από δημόσιες αρχές.
Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να λειτουργεί ως ένα είδος audit trail
για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στη δημόσια διοίκηση και
να εμφανίζει κατ’ ελάχιστον τα εξής στοιχεία:
• τη δημόσια αρχή που προέβη στην πρόσβαση
• τον σκοπό της επεξεργασίας
• την ημερομηνία και ώρα της πρόσβασης
Σε περιπτώσεις που σχετίζονται με ποινικές ή άλλες ευαίσθητες
διαδικασίες, το σύστημα θα μπορούσε προσωρινά να εμφανίζει γενική
ειδοποίηση (π.χ. «Υπάρχει ενεργή έρευνα – λεπτομέρειες θα είναι
διαθέσιμες μετά την ολοκλήρωσή της»), ώστε να διασφαλίζεται η ορθή
διεξαγωγή των διαδικασιών χωρίς να αναιρείται η αρχή της διαφάνειας.
Ο μηχανισμός θα μπορούσε να υλοποιηθεί ως διαδικτυακή εφαρμογή,
παρόμοια με την εμπειρία χρήσης υφιστάμενων ψηφιακών υπηρεσιών του
Δημοσίου, μέσω της οποίας ο πολίτης θα έχει τρεις βασικές δυνατότητες:
α) προβολή διασταυρώσεων προσωπικών δεδομένων
β) προβολή της πορείας υποθέσεων που τον αφορούν
γ) υποβολή ερωτημάτων ή αιτημάτων ενημέρωσης για συγκεκριμένη υπόθεση
Η δυνατότητα καταγραφής και ενημέρωσης του πολίτη σχετικά με την
επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων συνάδει με τις αρχές διαφάνειας
και λογοδοσίας που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας δεδομένων,
όπως ο Κανονισμός General Data Protection Regulation (GDPR).
Αντίστοιχες πρακτικές διαφάνειας εφαρμόζονται ήδη σε προηγμένα συστήματα
ψηφιακής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, όπως στην Estonia, όπου οι πολίτες
μπορούν να ενημερώνονται για τις προσβάσεις δημόσιων αρχών στα δεδομένα
τους μέσω της εθνικής ψηφιακής υποδομής X-Road.
Η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού θα ενίσχυε τη διαφάνεια στη διαχείριση
προσωπικών δεδομένων από δημόσιες αρχές, θα ενδυνάμωνε την εμπιστοσύνη
των πολιτών προς τη δημόσια διοίκηση και παράλληλα θα διευκόλυνε τη
διοικητική εποπτεία και τον εσωτερικό έλεγχο των δημόσιων υπηρεσιών.
Αντίστοιχη προσέγγιση διαφάνειας θα μπορούσε να εξεταστεί και για τις
επιχειρήσεις, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση και διασταύρωση εταιρικών
δεδομένων από δημόσιες αρχές. Ένα παρόμοιο σύστημα θα μπορούσε να επιτρέπει
στους νόμιμους εκπροσώπους μιας επιχείρησης να έχουν εικόνα των
βασικών προσβάσεων ή διασταυρώσεων που πραγματοποιούνται στα στοιχεία
της επιχείρησης από δημόσιους φορείς, ενισχύοντας τη διαφάνεια και
την προβλεψιμότητα του διοικητικού περιβάλλοντος.
Με εκτίμηση,
Γιαννόπουλος Διονύσιος
Αναλυτής Συστημάτων (MBA)
Προγραμματιστής Η/Υ
«Μηχανισμός διαφάνειας για την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα
(Data Tracker)»
Στο πλαίσιο της ενίσχυσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας στη χρήση
προσωπικών δεδομένων από τη δημόσια διοίκηση, θα μπορούσε να εξεταστεί
η δημιουργία ενός κεντρικού μηχανισμού καταγραφής και ενημέρωσης των
πολιτών σχετικά με την πρόσβαση και διασταύρωση των δεδομένων τους
από δημόσιες αρχές.
Η τήρηση ιστορικού πρόσβασης και διασταύρωσης προσωπικών δεδομένων
για κάθε πολίτη θα μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο μηχανισμό
διαφάνειας («Data Tracker»), μέσω του οποίου κάθε πολίτης θα έχει τη
δυνατότητα να βλέπει με ασφαλή τρόπο αρχείο όλων των προσβάσεων και
διασταυρώσεων των προσωπικών του δεδομένων από δημόσιες αρχές.
Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να λειτουργεί ως ένα είδος audit trail
για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στη δημόσια διοίκηση και
να εμφανίζει κατ’ ελάχιστον τα εξής στοιχεία:
• τη δημόσια αρχή που προέβη στην πρόσβαση
• τον σκοπό της επεξεργασίας
• την ημερομηνία και ώρα της πρόσβασης
Σε περιπτώσεις που σχετίζονται με ποινικές ή άλλες ευαίσθητες
διαδικασίες, το σύστημα θα μπορούσε προσωρινά να εμφανίζει γενική
ειδοποίηση (π.χ. «Υπάρχει ενεργή έρευνα – λεπτομέρειες θα είναι
διαθέσιμες μετά την ολοκλήρωσή της»), ώστε να διασφαλίζεται η ορθή
διεξαγωγή των διαδικασιών χωρίς να αναιρείται η αρχή της διαφάνειας.
Ο μηχανισμός θα μπορούσε να υλοποιηθεί ως διαδικτυακή εφαρμογή,
παρόμοια με την εμπειρία χρήσης υφιστάμενων ψηφιακών υπηρεσιών του
Δημοσίου, μέσω της οποίας ο πολίτης θα έχει τρεις βασικές δυνατότητες:
α) προβολή διασταυρώσεων προσωπικών δεδομένων
β) προβολή της πορείας υποθέσεων που τον αφορούν
γ) υποβολή ερωτημάτων ή αιτημάτων ενημέρωσης για συγκεκριμένη υπόθεση
Η δυνατότητα καταγραφής και ενημέρωσης του πολίτη σχετικά με την
επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων συνάδει με τις αρχές διαφάνειας
και λογοδοσίας που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας δεδομένων,
όπως ο Κανονισμός General Data Protection Regulation (GDPR).
Αντίστοιχες πρακτικές διαφάνειας εφαρμόζονται ήδη σε προηγμένα συστήματα
ψηφιακής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, όπως στην Estonia, όπου οι πολίτες
μπορούν να ενημερώνονται για τις προσβάσεις δημόσιων αρχών στα δεδομένα
τους μέσω της εθνικής ψηφιακής υποδομής X-Road.
Η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού θα ενίσχυε τη διαφάνεια στη διαχείριση
προσωπικών δεδομένων από δημόσιες αρχές, θα ενδυνάμωνε την εμπιστοσύνη
των πολιτών προς τη δημόσια διοίκηση και παράλληλα θα διευκόλυνε τη
διοικητική εποπτεία και τον εσωτερικό έλεγχο των δημόσιων υπηρεσιών.
Αντίστοιχη προσέγγιση διαφάνειας θα μπορούσε να εξεταστεί και για τις
επιχειρήσεις, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση και διασταύρωση εταιρικών
δεδομένων από δημόσιες αρχές. Ένα παρόμοιο σύστημα θα μπορούσε να επιτρέπει
στους νόμιμους εκπροσώπους μιας επιχείρησης να έχουν εικόνα των
βασικών προσβάσεων ή διασταυρώσεων που πραγματοποιούνται στα στοιχεία
της επιχείρησης από δημόσιους φορείς, ενισχύοντας τη διαφάνεια και
την προβλεψιμότητα του διοικητικού περιβάλλοντος.
Με εκτίμηση,
Γιαννόπουλος Διονύσιος
Αναλυτής Συστημάτων (MBA)
Προγραμματιστής Η/Υ
Η ρύθμιση κινείται σε σωστή κατεύθυνση, γιατί ενισχύει τη διαφάνεια της διοικητικής διαδικασίας: προβλέπει απόδειξη παραλαβής, μοναδικό αριθμό/μέσο παρακολούθησης και πρόσβαση του ενδιαφερόμενου σε κρίσιμες πληροφορίες (πληρότητα φακέλου, εκτιμώμενος χρόνος διεκπεραίωσης, αρμόδια μονάδα και στοιχεία επικοινωνίας). Αν εφαρμοστεί ορθά και ομοιόμορφα, μπορεί να μειώσει την ταλαιπωρία, τις άσκοπες μετακινήσεις και την αβεβαιότητα.
Ωστόσο, ειδικά για την επιχειρηματικότητα, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι μόνο «σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεσή μου», αλλά το ότι συχνά δεν υπάρχει πρακτικός τρόπος να λάβει μια επιχείρηση έγκαιρα μια επίσημη, έγγραφη και αξιόπιστη διευκρίνιση σε σύνθετα φορολογικά ή ασφαλιστικά ζητήματα. Αυτό αφορά κυρίως τους δύο κρισιμότερους πυλώνες της καθημερινής σχέσης κράτους–επιχειρήσεων: την ΑΑΔΕ και τον e-ΕΦΚΑ. Στην πράξη, ακόμη και επιχειρήσεις που θέλουν να συμμορφωθούν, πολλές φορές λειτουργούν υπό καθεστώς ανασφάλειας δικαίου, επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν εγκαίρως τεκμηριωμένη απάντηση σε ζητήματα που επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες και κρίνεται τελικά η ορθότητά τους εκ των υστέρων σε έλεγχο.
Εδώ είναι κρίσιμο να υιοθετηθεί η αρχή ότι η συμμόρφωση έχει «διπλή όψη». Δεν είναι μόνο υποχρέωση του πολίτη/επιχείρησης να εφαρμόζει σωστά τον νόμο, αλλά και υποχρέωση της Διοίκησης να παρέχει, όταν ζητείται με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, έγκαιρη και επίσημη καθοδήγηση. Αντίστοιχα, και η ευθύνη της μη συμμόρφωσης πρέπει να έχει αμφίπλευρη λογική: δεν είναι θεσμικά ισορροπημένο το σύνολο του κινδύνου να μετακυλίεται στον διοικούμενο όταν δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος έγκαιρης και τεκμηριωμένης απάντησης από την αρμόδια αρχή.
Είναι πιθανό να προβληθεί ως αντίρρηση ότι ήδη υπάρχουν τα γνωστά 5ψήφια τηλέφωνα εξυπηρέτησης πολιτών στην ΑΑΔΕ και στον e-ΕΦΚΑ. Στην πράξη, όμως, τα τηλεφωνικά αυτά κέντρα λειτουργούν κυρίως ως κανάλια «δρομολόγησης» προς τον πολίτη/την επιχείρηση (πού να απευθυνθείς, ποια υπηρεσία είναι αρμόδια, ποια διαδικασία ακολουθείται) και όχι ως πλαίσιο δεσμευτικής, έγγραφης και αιτιολογημένης καθοδήγησης συμμόρφωσης σε σύνθετα ζητήματα. Η τηλεφωνική πληροφόρηση δεν αφήνει ασφαλές ίχνος, δεν είναι αξιοποιήσιμη σε μεταγενέστερο έλεγχο και δεν εγγυάται ομοιομορφία. Είναι χρήσιμη για απλές πληροφορίες, αλλά δεν λύνει το ουσιαστικό πρόβλημα των δύσκολων και αμφισβητούμενων θεμάτων που συναντά η αγορά στην καθημερινότητα.
Επίσης, μπορεί να ειπωθεί ότι η ΑΑΔΕ δημοσιεύει συχνές ερωτήσεις–απαντήσεις και κατά καιρούς ομαδοποιεί ερωτήματα που δέχεται. Η πρακτική αυτή είναι χρήσιμη ως γενική ενημέρωση, όμως δεν καλύπτει το κενό που αναδεικνύεται εδώ. Τα ερωτήματα που συγκεντρώνονται για τέτοιες δημοσιεύσεις δεν συνοδεύονται από αριθμό πρωτοκόλλου προς τον ερωτώντα, ούτε από εξατομικευμένη, επίσημη απάντηση που να συνδέεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να εκδίδεται εντός συγκεκριμένου χρόνου. Συνήθως συλλέγονται εσωτερικά, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, και δημοσιεύονται αργότερα όταν «συσσωρευτεί υλικό», σε απροσδιόριστο χρόνο. Αυτό δεν παρέχει ασφάλεια δικαίου στον πολίτη ή στην επιχείρηση που χρειάζεται άμεση καθοδήγηση για μια απόφαση συμμόρφωσης.
Από επαγγελματική εμπειρία ως λογιστής–φοροτεχνικός (και από την εμπειρία πολλών συναδέλφων), όταν αναζητείται ουσιαστική και έγγραφη διευκρίνιση για σύνθετα φορολογικά/ασφαλιστικά ζητήματα, συχνά απαιτείται να ενεργοποιηθούν χρονοβόρες διαδικασίες που δεν έχουν σχεδιαστεί ως «κανάλι καθοδήγησης», αλλά ως μηχανισμοί ελέγχου ή αντιδικίας. Ενδεικτικά, σε αρκετές περιπτώσεις η έγγραφη αντιμετώπιση οδηγεί πρακτικά σε λύσεις όπως η υποβολή δήλωσης «με επιφύλαξη» για να κινηθεί εκ των υστέρων ο μηχανισμός εξέτασης. Αυτό, όμως, δεν είναι προληπτική συμμόρφωση· είναι διαχείριση ρίσκου μετά το γεγονός, με κόστος, χρόνο και αβεβαιότητα.
Για να γίνει το άρθρο 5 πραγματικά φιλικό προς τον πολίτη και την επιχειρηματικότητα, προτείνεται να ενισχυθεί με ειδική πρόβλεψη για ΑΑΔΕ και e-ΕΦΚΑ, μέσω ενός απλού, ψηφιακού και δεσμευτικού πλαισίου «Επίσημου Ερωτήματος Συμμόρφωσης» που θα λειτουργεί μέσα από το ίδιο περιβάλλον παρακολούθησης υποθέσεων. Η πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει, πρώτον, υποβολή τεκμηριωμένου ερωτήματος με σαφή περιγραφή πραγματικών περιστατικών και επισυναπτόμενα, λήψη απόδειξης παραλαβής και μοναδικού αριθμού υπόθεσης, καθώς και δυνατότητα παρακολούθησης της πορείας μέχρι την απάντηση. Δεύτερον, σαφείς προθεσμίες απάντησης σε εύλογο χρόνο, με δυνατότητα μόνο μίας αιτιολογημένης παράτασης που θα κοινοποιείται έγκαιρα. Τρίτον, έγγραφη απάντηση με αιτιολόγηση και σαφή αναφορά στα δηλωθέντα περιστατικά, ώστε η απάντηση να δεσμεύει τη Διοίκηση για τα συγκεκριμένα δεδομένα, με εύλογες εξαιρέσεις (ανακρίβεια στοιχείων ή μεταβολή νομοθεσίας). Τέταρτον, μηχανισμό κλιμάκωσης όταν η υπόθεση «λιμνάζει» και δημοσίευση συγκεντρωτικών δεικτών απόδοσης (χρόνοι απόκρισης και ποσοστά εμπρόθεσμων απαντήσεων). Πέμπτον, ανωνυμοποιημένη δημοσίευση απαντήσεων σε βάση γνώσης, ώστε να ενισχύεται η ομοιομορφία εφαρμογής και να μειώνονται τα επαναλαμβανόμενα ερωτήματα.
Τέλος, η ανάγκη θεσμοθέτησης ενός τέτοιου μηχανισμού ενισχύεται από το γεγονός ότι η Διοίκηση απαιτεί από επιχειρήσεις, πολίτες και επαγγελματίες ακρίβεια, πληρότητα και αυστηρή τήρηση προθεσμιών, με κυρώσεις που συχνά είναι υψηλές και σε αρκετές περιπτώσεις δυσανάλογες σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης. Δεν είναι ισορροπημένο το κράτος να αξιώνει μηδενικές καθυστερήσεις από τη μία πλευρά, αλλά να μην διαθέτει από την άλλη πλευρά ένα αντίστοιχα συγκεκριμένο, ιχνηλάσιμο και δεσμευτικό πλαίσιο έγκαιρης έγγραφης καθοδήγησης, ιδίως σε ζητήματα όπου μια λανθασμένη ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες.
Με την ενίσχυση αυτή, το άρθρο 5 θα πετύχει τον σκοπό του ουσιαστικότερα: δεν θα περιορίζεται στην παρακολούθηση μιας υπόθεσης, αλλά θα συμβάλλει έμπρακτα στην προληπτική συμμόρφωση και στην ασφάλεια δικαίου, που είναι βασικές προϋποθέσεις για μια υγιή σχέση κράτους–πολίτη–επιχειρήσεων.
Η δυνατότητα αποζημίωσης από τον διοικούμενο σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, θα πρέπει να έχει χαρακτήρα άμεσο και να καθορίζεται με σαφήνεια το όργανο, οι διαδικασίες και ο τρόπος που θα καθορίζεται η αποζημίωση.
Η χορήγηση αποζημίωσης στον διοικούμενο σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου, θεωρώ ότι θα πρέπει να έχει επιπτώσεις και στον αρμόδιο υπάλληλο/ους που ήταν υπεύθυνος/οι για την έγκαιρη διεκπεραίωση της αίτησης του πολίτη.
Θα μπορούσε να προβλεφθεί η στέρηση μισθολογικής ή βαθμολογικής εξέλιξης κατά 1-2 έτη του υπαλλήλου, ανάλογα με την περίπτωση καθώς και την συχνότητα υποτροπής του, στην μη έγκαιρη διεκπεραίωση αιτημάτων των πολιτών.
πρέπει να αναθεωρηθεί η πρόβλεψη για την δυνατότητα εισαγγελικής παραγγελίας για ικανοποίηση αίτησης για λήψη-γνώση στοιχείων από πολίτη-διοικούμενο
με βάση την υπάρχουσα νομολογία η διάταξη-παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών θεωρείται διοικητική πράξη & δεν προσβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών από όποιον θίγεται
πρέπει να προβλεφθεί ειδικό ένδικο βοήθημα, γιατί με όσα έχουν νομολογηθεί, η όποια διαφορά τυχόν προκύπτει για περιπτώσεις Εισαγγελικής παραγγελίας-διάταξης (θετικής ή απορριπτικής) είναι ακυρωτική & προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως στο Στε
κατά την γνώμη μου πρέπει να προβλεφθεί με διαδικασία («οιονεί») ασφαλιστικών μέτρων είτε στα πολιτικά δικαστήρια, είτε στα διοικητικά δικαστήρια, με προφορική διαδικασία, με προθεσμία άσκησης ένδικου βοηθήματος εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έκδοση της σχετικής Εισαγγελικής διάταξης-παραγγελίας, δικάσιμος εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από άσκηση του ενδίκου βοηθήματος & κοινοποίηση στον εκδόσαντα την πράξη Εισαγγελέα & σε όποιους έχουν έννομο συμφέρον προ δύο (2) εργασίμων ημερών από την δικάσιμο-> η απόφαση που θα εκδοθεί να είναι ανέκκλητη & άμεσα εφαρμόσιμη