• Σχόλιο του χρήστη 'ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΜΠΡΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ' | 6 Μαρτίου 2026, 10:10

    Σύμφωνα με το πνεύμα του Νόμου 4795/2021 (Α’ 62), ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας εισήχθη στην Ελληνική Δημόσια Διοίκηση για την ενίσχυση της διοικητικής ακεραιότητας και την καταπολέμηση της διαφθοράς, κυρίως μέσω της πρόληψης. Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας ενεργεί στο πλαίσιο τριών λειτουργικών αξόνων: του συμβουλευτικού, του ενημερωτικού και του υποστηρικτικού. Οι αρμοδιότητές του αφορούν αναφορές ή καταγγελίες που υποβάλλονται από υπαλλήλους του φορέα του, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (εφόσον δεν έχουν συστήσει Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας), ώστε να συνδράμει, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, στην επίτευξη των σκοπών του Ν. 4795/2021. Στην παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («…Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 24, το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα που παραλαμβάνει καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος…») γίνεται γενική αναφορά σε καταγγελίες, χωρίς να προσδιορίζεται το πρόσωπο του καταγγέλλοντος. Προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφιβολιών, κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί εάν ως καταγγέλλων εξακολουθεί να νοείται υπάλληλος του φορέα, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, ή εάν η διάταξη καταλαμβάνει και καταγγελίες πολιτών. Στη δεύτερη περίπτωση, η προτεινόμενη ρύθμιση παρεκκλίνει από τον σκοπό του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας, όπως αυτός καθορίζεται στη ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023 (Β’ 2207, ΑΔΑ: 6ΓΜΦ46ΜΤΛ6-1Ξ6) κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης, βασική αρμοδιότητα του Συμβούλου Ακεραιότητας είναι η διασφάλιση ενός συνεκτικού πλαισίου αποτελεσματικής προστασίας των υπαλλήλων που αναφέρουν παραβιάσεις ακεραιότητας, καθώς και η παροχή υποστήριξης και συμβουλής σε θέματα ηθικής και ακεραιότητας στον χώρο εργασίας. Περαιτέρω, ανακύπτουν ζητήματα ως προς την ταυτοποίηση των στοιχείων των καταγγελλόντων, ενώ μεταβάλλεται, έστω και έμμεσα, ο θεσμικός ρόλος του Συμβούλου Ακεραιότητας, ο οποίος από μηχανισμός πρόληψης τείνει να μετατραπεί σε διαχειριστή καταγγελιών ή αναφορών. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αποτελεί μονοπρόσωπο θεσμό, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες ελλείψεις ανθρώπινων και υλικών πόρων στη Δημόσια Διοίκηση, ενδέχεται να επιφέρει σημαντική επιβάρυνση του φόρτου εργασίας του. Στην παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αξιολογεί προκαταρκτικά την καταγγελία που λαμβάνει. Αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, καταχρηστική ή επαναλαμβανόμενη, την θέτει στο αρχείο.»), γίνεται αναφορά σε «αβάσιμη» καταγγελία. Αυτό αντιβαίνει στις επιταγές του άρθρου 7 της ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023, σύμφωνα με τις οποίες ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δεν έχει ελεγκτικές αρμοδιότητες επί του περιεχομένου της αναφοράς/καταγγελίας. H παράγραφος 5, εδ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α : «…Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο.» θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του θεσμού, ιδιαίτερα εντός του φορέα, καθώς αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην κατάθεση επώνυμων αναφορών. Για τους ανωτέρω λόγους, και λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές ελλείψεις σε ανθρώπινους πόρους και υλικοτεχνικό εξοπλισμό που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες υπηρεσίες, κρίνεται σκόπιμο η προτεινόμενη ρύθμιση να επανεξεταστεί, ώστε ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας να διατηρήσει τον χαρακτήρα που επιδιώκει ο Ν. 4795/2021.