Στον ν. 4795/2021 (Α΄ 62) προστίθεται άρθρο 24Α ως εξής:
«Άρθρο 24Α
Υποδοχή και παρακολούθηση καταγγελιών
- Επιπλέον των αρμοδιοτήτων αυτή του άρθρου 24, το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα που παραλαμβάνει καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος. Οι καταγγελίες του πρώτου εδαφίου μπορούν να υποβάλλονται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής εφαρμογής στην οποία έχει πρόσβαση αποκλειστικά το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας. Καταγγελίες που υποβάλλονται σε άλλη οργανική μονάδα διαβιβάζονται αμελλητί στο Αυτοτελές Γραφείο του πρώτου εδαφίου, μη θιγομένων των αρμοδιοτήτων των πειθαρχικών οργάνων.
- Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αξιολογεί προκαταρκτικά την καταγγελία που λαμβάνει. Αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, καταχρηστική ή επαναλαμβανόμενη, την θέτει στο αρχείο.
- Αν καταγγέλλεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, η καταγγελία διαβιβάζεται αμελλητί στον πειθαρχικό προϊστάμενο του καταγγελλόμενου υπαλλήλου. Αν καταγγέλλεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος, η καταγγελία διαβιβάζεται αμελλητί στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία διαβιβάζεται και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας.
- Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας παρακολουθεί τη διαδικασία διερεύνησης της καταγγελίας.
- Όποιος υποβάλλει καταγγελία της παρ. 1, παρέχοντας το όνομα και τον προσωπικό του αριθμό μπορεί να λάβει μοναδικό κωδικό πρόσβασης, προκειμένου να πληροφορείται, από τον Σύμβουλο Ακεραιότητας, την πορεία εξέτασης της καταγγελίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) και να λαμβάνει αιτιολογημένη απάντηση επί της καταγγελίας του. Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο.
- Η υποδοχή και διαχείριση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση που αφορούν στις αυτοτελείς υπηρεσίες και τα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δεν έχουν συστήσει Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας γίνονται από τον Σύμβουλο Ακεραιότητας του εποπτεύοντος φορέα.
- Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται τα στοιχεία που τηρούνται στην ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή της παρ. 1, οι χρήστες, ο τρόπος πρόσβασης, καθώς και κάθε τεχνικό και λεπτομερειακό θέμα για τη λειτουργία της».





Άρθρο 9
Αναγνώριση σκοπού
• Η ενίσχυση του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας στη διαχείριση καταγγελιών διαφθοράς εντός φορέα αποτελεί πολιτική επιλογή.
Θεμελιώδη προβλήματα
• Ο θεσμός είναι νέος: Οι πρώτοι Σύμβουλοι Ακεραιότητας τοποθετήθηκαν μόλις το 2025. Η επέκταση αρμοδιοτήτων πριν αξιολογηθεί η λειτουργία αλλοιώνει τον σχεδιασμό πριν αυτός αποδώσει.
• Αλλοίωση χαρακτήρα θεσμού: Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας θεσπίστηκε ως μηχανισμός πρόληψης, παροχής συμβουλευτικής υποστήριξης και ενίσχυσης κουλτούρας ακεραιότητας. Η μετατροπή του σε κεντρικό διαχειριστή καταγγελιών μετατοπίζει το επίκεντρο από πρόληψη σε καταστολή.
• Αοριστία καταγγέλλοντος: Η διάταξη δεν διευκρινίζει αν ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος ή/και πολίτης. Αν περιλαμβάνει πολίτες, παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον σκοπό του ν. 4795/2021 και της ΚΥΑ ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/2023.
• ΠΑΡΑΒΑΣΗ ν. 4990/2022 και Οδηγίας 2019/1937: Η πρόβλεψη «Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο» αντίκειται ευθέως στην Οδηγία 2019/1937 για την προστασία καταγγελλόντων και τον ν. 4990/2022. Αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για καταγγελίες και θα ακυρώσει τον θεσμό στην πράξη.
• Επικάλυψη με υφιστάμενους θεσμούς: Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου ΜΕΕ (αρ. 39 ν. 4622/2019), η ΕΑΔ, ο Συνήγορος του Πολίτη ασκούν ήδη παρεμφερείς αρμοδιότητες. Η δημιουργία επιπλέον μηχανισμού αυξάνει τη σύγχυση, όχι την αποτελεσματικότητα.
• Μονοπρόσωπος θεσμός: Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δεν δύναται να διαχειριστεί όγκο καταγγελιών εξωτερικών χρηστών, ιδίως σε φορείς με εποπτευόμενα ΝΠΔΔ/ΝΠΙΔ.
Προτάσεις
• Να ορισθεί ρητά ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δέχεται καταγγελίες αποκλειστικά από υπαλλήλους (whistleblowers) και όχι από πολίτες εν γένει.
• Να διαγραφεί η πρόβλεψη διαθεσιμότητας στοιχείων καταγγέλλοντος στον καταγγελλόμενο. Να αντικατασταθεί με ρύθμιση συμβατή με ν. 4990/2022 (εμπιστευτικότητα ταυτότητας).
• Η «προκαταρκτική αξιολόγηση» να αντικατασταθεί με απλή «εισαγωγική διαλογή» (triage) για προφανώς άτοπες ή επαναλαμβανόμενες καταγγελίες, με κριτήρια ορισμένα στον νόμο — όχι κρίση «αβασιμότητας».
Άρθρο 9 – Υποδοχή Καταγγελιών από τον Σύμβουλο Ακεραιότητας (Προσθήκη άρθρου 24Α στον ν. 4795/2021)
Αναγνώριση σκοπού
• Η ενίσχυση του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας στη διαχείριση καταγγελιών διαφθοράς εντός φορέα αποτελεί πολιτική επιλογή.
Θεμελιώδη προβλήματα
• Ο θεσμός είναι νέος: Οι πρώτοι Σύμβουλοι Ακεραιότητας τοποθετήθηκαν μόλις το 2025. Η επέκταση αρμοδιοτήτων πριν αξιολογηθεί η λειτουργία αλλοιώνει τον σχεδιασμό πριν αυτός αποδώσει.
• Αλλοίωση χαρακτήρα θεσμού: Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας θεσπίστηκε ως μηχανισμός πρόληψης, παροχής συμβουλευτικής υποστήριξης και ενίσχυσης κουλτούρας ακεραιότητας. Η μετατροπή του σε κεντρικό διαχειριστή καταγγελιών μετατοπίζει το επίκεντρο από πρόληψη σε καταστολή.
• Αοριστία καταγγέλλοντος: Η διάταξη δεν διευκρινίζει αν ο καταγγέλλων είναι υπάλληλος ή/και πολίτης. Αν περιλαμβάνει πολίτες, παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον σκοπό του ν. 4795/2021 και της ΚΥΑ ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/2023.
• ΠΑΡΑΒΑΣΗ ν. 4990/2022 και Οδηγίας 2019/1937: Η πρόβλεψη «Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο» αντίκειται ευθέως στην Οδηγία 2019/1937 για την προστασία καταγγελλόντων και τον ν. 4990/2022. Αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για καταγγελίες και θα ακυρώσει τον θεσμό στην πράξη.
• Επικάλυψη με υφιστάμενους θεσμούς: Οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου ΜΕΕ (αρ. 39 ν. 4622/2019), η ΕΑΔ, ο Συνήγορος του Πολίτη ασκούν ήδη παρεμφερείς αρμοδιότητες. Η δημιουργία επιπλέον μηχανισμού αυξάνει τη σύγχυση, όχι την αποτελεσματικότητα.
• Μονοπρόσωπος θεσμός: Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δεν δύναται να διαχειριστεί όγκο καταγγελιών εξωτερικών χρηστών, ιδίως σε φορείς με εποπτευόμενα ΝΠΔΔ/ΝΠΙΔ.
Προτάσεις
• Να ορισθεί ρητά ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δέχεται καταγγελίες αποκλειστικά από υπαλλήλους (whistleblowers) και όχι από πολίτες εν γένει.
• Να διαγραφεί η πρόβλεψη διαθεσιμότητας στοιχείων καταγγέλλοντος στον καταγγελλόμενο. Να αντικατασταθεί με ρύθμιση συμβατή με ν. 4990/2022 (εμπιστευτικότητα ταυτότητας).
• Η «προκαταρκτική αξιολόγηση» να αντικατασταθεί με απλή «εισαγωγική διαλογή» (triage) για προφανώς άτοπες ή επαναλαμβανόμενες καταγγελίες, με κριτήρια ορισμένα στον νόμο — όχι κρίση «αβασιμότητας».
Σύμφωνα με το πνεύμα του Νόμου 4795/2021 (Α’ 62), ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας εισήχθη στην Ελληνική Δημόσια Διοίκηση για την ενίσχυση της διοικητικής ακεραιότητας και την καταπολέμηση της διαφθοράς, κυρίως μέσω της πρόληψης.
Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας ενεργεί στο πλαίσιο τριών λειτουργικών αξόνων: του συμβουλευτικού, του ενημερωτικού και του υποστηρικτικού. Οι αρμοδιότητές του αφορούν αναφορές ή καταγγελίες που υποβάλλονται από υπαλλήλους του φορέα του, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (εφόσον δεν έχουν συστήσει Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας), ώστε να συνδράμει, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, στην επίτευξη των σκοπών του Ν. 4795/2021.
Στην παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («…Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 24, το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα που παραλαμβάνει καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος…») γίνεται γενική αναφορά σε καταγγελίες, χωρίς να προσδιορίζεται το πρόσωπο του.
Κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί εάν ως καταγγέλλων εξακολουθεί να νοείται υπάλληλος του φορέα, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, ή εάν η διάταξη καταλαμβάνει και καταγγελίες πολιτών.
Στη δεύτερη περίπτωση, η προτεινόμενη ρύθμιση παρεκκλίνει από τον σκοπό του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας, όπως αυτός καθορίζεται στη ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023 (Β’ 2207, ΑΔΑ: 6ΓΜΦ46ΜΤΛ6-1Ξ6) κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης, βασική αρμοδιότητα του Συμβούλου Ακεραιότητας είναι η διασφάλιση ενός συνεκτικού πλαισίου αποτελεσματικής προστασίας των υπαλλήλων που αναφέρουν παραβιάσεις ακεραιότητας, καθώς και η παροχή υποστήριξης και συμβουλής σε θέματα ηθικής και ακεραιότητας στον χώρο εργασίας.
Επισημαίνεται ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αποτελεί μονοπρόσωπο θεσμό, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες ελλείψεις ανθρώπινων και υλικών πόρων στη Δημόσια Διοίκηση, ενδέχεται να επιφέρει σημαντική επιβάρυνση του φόρτου εργασίας του.
Στην παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αξιολογεί προκαταρκτικά την καταγγελία που λαμβάνει. Αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, καταχρηστική ή επαναλαμβανόμενη, την θέτει στο αρχείο.»), γίνεται αναφορά σε «αβάσιμη» καταγγελία. Αυτό αντιβαίνει στις επιταγές του άρθρου 7 της ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023, σύμφωνα με τις οποίες ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δεν έχει ελεγκτικές αρμοδιότητες επί του περιεχομένου της αναφοράς/καταγγελίας.
H παράγραφος 5, εδ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α : «…Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο.» θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του θεσμού, ιδιαίτερα εντός του φορέα, καθώς αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην κατάθεση επώνυμων αναφορών.
Για τους ανωτέρω λόγους, και λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές ελλείψεις σε ανθρώπινους πόρους και υλικοτεχνικό εξοπλισμό που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες υπηρεσίες, κρίνεται σκόπιμο η προτεινόμενη ρύθμιση να επανεξεταστεί, ώστε ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας να διατηρήσει τον χαρακτήρα που επιδιώκει ο Ν. 4795/2021.
Έχοντας υπόψη:
α)Το υπό διαβούλευση άρθρο 24Α για το ν. 4795/2021 (Α΄ 62),
β)Την αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων για τη συλλογή, τη διερεύνηση, την επεξεργασία, τη σύνθεση, την ανάλυση, την αξιολόγηση και την αξιοποίηση των πληροφοριών, καταγγελιών και στοιχείων, που αφορούν στην εμπλοκή υπαλλήλων του Υπουργείου ή του εποπτευόμενου φορέα της Αρχής σε πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα, (εδάφιο δδ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133) 07.08.2019,
γ)Την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»,
δ)Το γεγονός ότι νεότερος νόμος καταργεί/ρυθμίζει παλαιότερο νόμο,
Παρατηρούμε τα εξής:
1)Στην παράγραφο 1 του υπό διαβούλευση άρθρο 24Α για το ν. 4795/2021 (Α΄ 62) και ειδικότερα στην παράγραφο 1 διατυπώνεται η εξής πρόταση: «Επιπλέον των αρμοδιοτήτων αυτή του άρθρου 24, το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα που παραλαμβάνει καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος.» η οποία ουσιαστικά την παρακάμπτει ή δυνητικά καταργεί την αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων για τη συλλογή, τη διερεύνηση, την επεξεργασία, τη σύνθεση, την ανάλυση, την αξιολόγηση και την αξιοποίηση των πληροφοριών, καταγγελιών και στοιχείων, που αφορούν στην εμπλοκή υπαλλήλων του Υπουργείου ή του εποπτευόμενου φορέα της Αρχής σε πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα, (εδάφιο δδ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133) 07.08.2019.
2)Την μη ύπαρξη μεταβατικής ρύθμισης για τα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων ως προς την ως άνωθεν αρμοδιότητα.
3)Την έλλειψη οποιασδήποτε μνείας στο κείμενο της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» ως προς την αλλαγή που επιφέρει στην ως άνωθεν αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων.
Δεδομένου ότι η ως άνωθεν αρμοδιότητα αποτελεί κυρίαρχη αρμοδιότητα στα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων, προτείνεται:
i)Η αναθεώρηση του υπό διαβούλευση άρθρου 24Α για το ν. 4795/2021 (Α΄ 62) με σαφή αναφορά στα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων και στο αν διατηρούν ή όχι την αρμοδιότητα του εδάφιο δδ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133),
ii)Η αναθεώρηση του κειμένου Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» ως προς την αλλαγή που επιφέρει στην ως άνωθεν αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων,
iii)Την σαφή αναφορά στις μεταβατικές διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»,σε ότι αφορά την άσκηση ή μη της αρμοδιότητας του εδάφιο δδ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133),από τα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων.
Έχοντας υπόψη:
α)Το υπό διαβούλευση άρθρο 24Α για το ν. 4795/2021 (Α΄ 62),
β)Την αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων για την διενέργεια διοικητικής έρευνας, ένορκης διοικητικής εξέτασης, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εντολής από το αρμόδιο όργανο ή μετά από αυτόφωρη σύλληψη, είτε βάσει καταγγελιών ή πληροφοριών που έχουν συλλέγει, επεξεργαστεί και αξιολογηθεί, για τη διερεύνηση ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων, καθώς και την παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο (εδάφιο ββ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133) 07.08.2019,
γ)Την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»,
δ)Το γεγονός ότι νεότερος νόμος καταργεί/ρυθμίζει παλαιότερο νόμο,
Παρατηρούμε τα εξής:
1)Την παράκαμψη ή δυνητική κατάργηση της αρμοδιότητας των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων για την διενέργεια διοικητικής έρευνας, ένορκης διοικητικής εξέτασης, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εντολής από το αρμόδιο όργανο ή μετά από αυτόφωρη σύλληψη, είτε βάσει καταγγελιών ή πληροφοριών που έχουν συλλέγει, επεξεργαστεί και αξιολογηθεί, για τη διερεύνηση ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων, καθώς και την παραπομπή των υπαιτίων στην αρμόδια εισαγγελική αρχή ή τον αρμόδιο πειθαρχικό προϊστάμενο (εδάφιο ββ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133),
2)Την μη ύπαρξη μεταβατικής ρύθμισης για τα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων ως προς την ως άνωθεν αρμοδιότητα.
3)Την έλλειψη οποιασδήποτε μνείας στο κείμενο της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» ως προς την αλλαγή που επιφέρει στην ως άνωθεν αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων.
Δεδομένου ότι η ως άνωθεν αρμοδιότητα αποτελεί κυρίαρχη αρμοδιότητα στα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων, προτείνεται:
i)Η αναθεώρηση του υπό διαβούλευση άρθρου 24Α για το ν. 4795/2021 (Α΄ 62) με σαφή αναφορά στα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων και στο αν διατηρούν ή όχι την αρμοδιότητα του εδάφιο ββ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133),
ii)Η αναθεώρηση του κειμένου Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» ως προς την αλλαγή που επιφέρει στην ως άνωθεν αρμοδιότητα των Γραφείων Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων,
iii)Την σαφή αναφορά στις μεταβατικές διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»,σε ότι αφορά την άσκηση ή μη της αρμοδιότητας του εδάφιο ββ,της υποπαραγράφου β,της παραγράφου 2,του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133),από τα Γραφεία Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου των Υπουργείων.
ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΤΑ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕΝΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΑΡΧΕΙΟ – ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΧΟΥΝ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗΣΕΙ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ & ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ. ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗ ΔΑΣΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΠΟΥ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΠΛΕΟΝ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.
Η προτεινόμενη προσθήκη του άρθρου 24Α στον Νόμο 4795/2021, με την οποία ανατίθενται πρόσθετες αρμοδιότητες στον Σύμβουλο Ακεραιότητας, δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς τη λειτουργικότητα και τη θεσμική συνέπεια του συγκεκριμένου θεσμού, πόσο μάλλον όταν η πρόταση αυτή κινδυνεύει να ακυρώσει τον αρχικό σχεδιασμό του θεσμού πριν ακόμη αυτός προλάβει να καθιερωθεί, να οργανωθεί διοικητικά, να λειτουργήσει και να αξιολογηθεί στην πράξη. Επί του παρόντος σημειώνεται ότι οι πρώτοι Σύμβουλοι Ακεραιότητας στα Υπουργεία τοποθετήθηκαν σταδιακά από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριου του έτους 2025.
Περαιτέρω, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αποτελεί για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση, έναν νέο θεσμό ανάδειξης ζητημάτων δεοντολογίας και ακεραιότητας που αντιμετωπίζει ο δημόσιος υπάλληλος κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων με απώτερο σκοπό την εκπαίδευση και την βελτίωση των μηχανισμών πρόληψης, εντοπισμού και αποτροπής περιστατικών παραβιάσεων αποσκοπώντας εμμέσως και στην πρόληψη φαινομένων κακοδιοίκησης.
Η εκ των υστέρων ανάθεση σε αυτόν πρόσθετων αρμοδιοτήτων, ενέχει τον κίνδυνο θεσμικής στρέβλωσης και αποδυνάμωσης του αρχικού του ρόλου πόσο μάλλον όταν λειτουργούν ήδη θεσμοί με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες στον τομέα της υποδοχής και διερεύνησης καταγγελιών πολιτών, όπως ενδεικτικά η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και ο Συνήγορος του Πολίτη. Οι αρχές αυτές επιτελούν ήδη αποτελεσματικά τον σχετικό ρόλο, γεγονός που καθιστά αμφίβολη τη σκοπιμότητα δημιουργίας παράλληλου μηχανισμού εντός κάθε φορέα, με κίνδυνο επικάλυψης αρμοδιοτήτων και θεσμικής σύγχυσης.
Ιδιαίτερα προβληματική εν τοις πράγμασι είναι η πρόβλεψη αρμοδιοτήτων σχετικών με την παραλαβή και διαχείριση καταγγελιών πολιτών δεδομένου ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας είναι μονομελές όργανο, δεσμευόμενο από αυστηρό πλαίσιο εμπιστευτικότητας, το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά σε κάθε είδους υποστήριξη από διοικητικούς υπαλλήλους του φορέα, λόγω έλλειψης σχετικού θεσμικού πλαισίου ως προς τις αρμοδιότητες των τελευταίων. Ειδικότερα, η ανάθεση στον Σύμβουλο Ακεραιότητας της διοικητικής διαδικασίας παραλαβής, πρωτοκόλλησης και διαχείρισης καταγγελιών δημιουργεί επιπλέον διοικητικό φόρτο, δεδομένης της σύνθετης διαδικασίας έως την περαίωσή της πόσο μάλλον όταν σε αυτήν προστίθεται και η πρόσθετη διαδικασία της αρχικής διερεύνησης των καταγγελιών πολιτών vs της διερεύνησης καταγγελιών υπαλλήλων όπου ρητώς αποκλείεται οποιαδήποτε διοικητική διερεύνηση. Κατ’ αποτέλεσμα, σε μία προσπάθεια ανάδειξης και αναβάθμισης του σημαντικότατου θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας ενέχει σοβαρός κίνδυνος να υποβαθμιστεί ο ρόλος του θεσμού και να μετατραπεί στην πράξη σε ένα γραφείο πρωτοκόλλου καταγγελιών, αποδημώντας τον ουσιαστικό του ρόλο.
Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να μην ακυρώσουμε την εξαιρετική αυτή νομοθετική πρωτοβουλία προτείνεται ο Σύμβουλος Ακεραιότητας να αναλάβει έναν ενδιάμεσο κομβικό ρόλο, ήτοι να κοινοποιείται σε καταγγελίες που αφορούν σε περιστατικά κακοδιοίκησης, ώστε να αντλεί στοιχεία για συστημικές αδυναμίες του οργανισμού, να προβαίνει σε εισηγήσεις προς τα αρμόδια όργανα για δράσεις ενίσχυσης της διοικητικής ακεραιότητας, όπως προγράμματα εκπαίδευσης προσωπικού και βελτίωση των εσωτερικών διαδικασιών αλλά και να εμπλουτίζει με τις σχετικές πληροφορίες την ετήσια έκθεση του.
Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας σχεδιάστηκε να επιτελεί κυρίως εκπαιδευτικό, συμβουλευτικό και εισηγητικό ρόλο και όχι ελεγκτικό ή κατασταλτικό. Ο στόχος του θεσμού είναι η ενίσχυση της κουλτούρας ακεραιότητας εντός της διοίκησης και η πρόληψη φαινομένων κακοδιοίκησης, ενώ για την επιβολή κυρωτικών ή ελεγκτικών μέτρων υπάρχουν ήδη πολυάριθμοι ελεγκτικοί μηχανισμοί και ανεξάρτητες αρχές.
Εν κατακλείδι, η αποτελεσματικότητα ενός νέου θεσμού δεν ενισχύεται μέσω της συνεχούς διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του για την κάλυψη κενών της διοίκησης αλλά μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του, της αποσαφήνισης του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, της προστασίας του θεσμού και της επί τοις πράγμασι υποστήριξης αμβλύνοντας υπάρχουσες αγκυλώσεις που δυσχεραίνουν το καθημερινό έργο του Συμβούλου Ακεραιότητας. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας έχει επί του παρόντος και αρμοδιότητα που εκτείνεται και στις αυτοτελείς υπηρεσίες και τα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του εποπτεύοντος φορέα, τα οποία δεν έχουν συστήσει και δεν προβλέπεται να συστήσουν στο άμεσο μέλλον Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας. Συνεπώς η ανάθεση επιπλέον διαδικασιών διαχείρισης καταγγελιών στο συγκεκριμένο μονομελές όργανο κινδυνεύει να καταστεί ανέφικτη, ακυρώνοντας την ουσία της επιδιωκόμενης με την εν επικείμενη τροποποίηση πρωτοβουλίας.
Από την σημερινή ανάρτηση της ΑΣΥΡ (9/3/26) ο σκοπός της ρύθμισης είναι η «συγκέντρωση των καταγγελιών που αφορούν μία υπηρεσία σε μία μονάδα». Ο σκοπός αυτός ήδη εξυπηρετείται από άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες σε υπουργεία, ανεξάρτητες αρχές και αλλού.
Ειδικά στα υπουργεία, υφίσταται αρμοδιότητα της υποπερ. (δδ) της περ. (β) της παρ. 3 του άρθρου 39 του ν. 4622/2019, όπου η συλλογή, διερεύνηση, επεξεργασία, σύνθεση, ανάλυση, αξιολόγηση και αξιοποίηση πληροφοριών, καταγγελιών και στοιχείων, που αφορούν στην εμπλοκή υπαλλήλων του Υπουργείου ή του εποπτευόμενου φορέα της Αρχής σε πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα, ανατίθεται στο Τμήμα Β΄ Εσωτερικών Ερευνών και Διερεύνησης Καταγγελιών της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου.
Αντίστοιχες διατάξεις υφίσταται και σε λοιπές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα (βλ. https://www.gov.gr/ipiresies/polites-kai-kathemerinoteta/kataggelies).
Τέλος, οι πρόσθετες αρμοδιότητες που προτείνονται να ανατεθούν στο Σύμβουλο Ακεραιότητας όχι μόνο περιπλέκουν θεσμικά τη διαχείριση καταγγελιών, αλλά βρίσκονται και εκτός της σκοπιμότητας θέσπισης αυτού του οργάνου που αφορά στη λειτουργία εσωτερικού διαύλου επικοινωνίας (καταγγελιών κλπ) και όχι εξωτερικού.
Με την προτεινόμενη διάταξη 24Α προστίθεται στις αρμοδιότητες του Υποστηρικτικού άξονα του Συμβούλου Ακεραιότητας η παραλαβή αναφορών από πολίτες και η άσκηση διαμεσολάβησης (διαβίβαση και παρακολούθηση αναφοράς ). Στη Δημόσια Διοίκηση , η Εθνική Αρχή Διαφάνειας , Ο Συνήγορος του πολίτη και Οργανικές Μονάδες της φορέων της Γενικής Κυβέρνησης (π.χ e- EFKA : Δ/νση Αναφορών και Ενστάσεων ) είναι δίαυλοι υποβολής παρακολούθησης ή και διερεύνησης αυτών. Αναφορές επίσης υποβάλλονται στις Πολιτικές Ηγεσίες των Υπουργείων, στους Διοικητές των Νομικών Προσώπων, στους Προϊστάμενους Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και η κοινή πείρα διδάσκει πως συχνά καταγγελίες υποβάλλονται σε δύο ή και παραπάνω Όργανα της Διοίκησης και το καθένα από αυτά αναζητά το αρμόδιο προς διερεύνηση όργανο και διαβιβάζει την καταγγελία. Ένα επιπλέον όργανο με την αρμοδιότητα της διαβίβασης είναι πιθανό να δημιουργήσει σύγχυση και καθυστερήσεις σε όλα τα στάδια της διαχείρισης μιας καταγγελίας. Κατά την άποψή μου, η προσθήκη της ανωτέρω διάταξης , με τον τρόπο που διατυπώνεται, α) δεν καθιστά με ξεκάθαρο τρόπο το κράτος φιλικότερο προς τον πολίτη, β) δημιουργεί την ανάγκη ενίσχυσης του Γραφείου του Συμβούλου με επιπλέον ανθρώπινο δυναμικό και γ) αποπροσανατολίζει το θεσμό του Συμβούλου Ακεραιότητας από το σκοπό της σύστασής του.
Ωστόσο, άποψή μου είναι πως ο Σύμβουλος Ακεραιότητας ως «εργαλείο ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των υπαλλήλων και των πολιτών προς τη Δημόσια Διοίκηση» έχει θέση και χώρο στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο. Με την παρακολούθηση της διερεύνησης των αναφορών μέχρι την ολοκλήρωση τους και την ενημέρωση του πολίτη για την εξέλιξη και την έκβαση τους , προάγονται οι διαδικασίες διαφάνειας εντός και εκτός του φορέα και ο πολίτης γίνεται αποδέκτης τους.
Πιο συγκεκριμένα, με την αμελλητί υποχρέωση ενημέρωσης του Συμβούλου Ακεραιότητας από το Όργανο διερεύνησης για παραλαβή αναφοράς προς το σκοπό τούτο, ο Σύμβουλος παρακολουθεί και ενημερώνει τον πολίτη, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο : α) στην περαιτέρω εμπιστοσύνη του πολίτη για την διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση β) στην κουλτούρα ακεραιότητας και διαφάνειας εντός του φορέα και στην ενίσχυση της δράσης του Σ.Α. στο πλαίσιο του Συμβουλευτικού του ρόλου.
Σύμφωνα με το πνεύμα του Νόμου 4795/2021 (Α’ 62), ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας εισήχθη στην Ελληνική Δημόσια Διοίκηση για την ενίσχυση της διοικητικής ακεραιότητας και την καταπολέμηση της διαφθοράς, κυρίως μέσω της πρόληψης.
Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας ενεργεί στο πλαίσιο τριών λειτουργικών αξόνων: του συμβουλευτικού, του ενημερωτικού και του υποστηρικτικού. Οι αρμοδιότητές του αφορούν αναφορές ή καταγγελίες που υποβάλλονται από υπαλλήλους του φορέα του, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (εφόσον δεν έχουν συστήσει Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας), ώστε να συνδράμει, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, στην επίτευξη των σκοπών του Ν. 4795/2021.
Στην παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («…Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 24, το Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας ορίζεται ως η οργανική μονάδα που παραλαμβάνει καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 έως 4 του παρόντος…») γίνεται γενική αναφορά σε καταγγελίες, χωρίς να προσδιορίζεται το πρόσωπο του καταγγέλλοντος.
Προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφιβολιών, κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί εάν ως καταγγέλλων εξακολουθεί να νοείται υπάλληλος του φορέα, των αυτοτελών υπηρεσιών του και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, ή εάν η διάταξη καταλαμβάνει και καταγγελίες πολιτών. Στη δεύτερη περίπτωση, η προτεινόμενη ρύθμιση παρεκκλίνει από τον σκοπό του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας, όπως αυτός καθορίζεται στη ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023 (Β’ 2207, ΑΔΑ: 6ΓΜΦ46ΜΤΛ6-1Ξ6) κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της απόφασης, βασική αρμοδιότητα του Συμβούλου Ακεραιότητας είναι η διασφάλιση ενός συνεκτικού πλαισίου αποτελεσματικής προστασίας των υπαλλήλων που αναφέρουν παραβιάσεις ακεραιότητας, καθώς και η παροχή υποστήριξης και συμβουλής σε θέματα ηθικής και ακεραιότητας στον χώρο εργασίας.
Περαιτέρω, ανακύπτουν ζητήματα ως προς την ταυτοποίηση των στοιχείων των καταγγελλόντων, ενώ μεταβάλλεται, έστω και έμμεσα, ο θεσμικός ρόλος του Συμβούλου Ακεραιότητας, ο οποίος από μηχανισμός πρόληψης τείνει να μετατραπεί σε διαχειριστή καταγγελιών ή αναφορών. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αποτελεί μονοπρόσωπο θεσμό, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες ελλείψεις ανθρώπινων και υλικών πόρων στη Δημόσια Διοίκηση, ενδέχεται να επιφέρει σημαντική επιβάρυνση του φόρτου εργασίας του.
Στην παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α («Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας αξιολογεί προκαταρκτικά την καταγγελία που λαμβάνει. Αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, καταχρηστική ή επαναλαμβανόμενη, την θέτει στο αρχείο.»), γίνεται αναφορά σε «αβάσιμη» καταγγελία. Αυτό αντιβαίνει στις επιταγές του άρθρου 7 της ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023, σύμφωνα με τις οποίες ο Σύμβουλος Ακεραιότητας δεν έχει ελεγκτικές αρμοδιότητες επί του περιεχομένου της αναφοράς/καταγγελίας.
H παράγραφος 5, εδ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 24Α : «…Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο.» θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του θεσμού, ιδιαίτερα εντός του φορέα, καθώς αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην κατάθεση επώνυμων αναφορών.
Για τους ανωτέρω λόγους, και λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές ελλείψεις σε ανθρώπινους πόρους και υλικοτεχνικό εξοπλισμό που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες υπηρεσίες, κρίνεται σκόπιμο η προτεινόμενη ρύθμιση να επανεξεταστεί, ώστε ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας να διατηρήσει τον χαρακτήρα που επιδιώκει ο Ν. 4795/2021.
Η προτεινόμενη διάταξη μεταβάλλει ουσιωδώς τον τρόπο λειτουργίας του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας όπως αυτός διαμορφώθηκε με τον ν. 4795/2021 και όπως εφαρμόζεται στην πράξη στους φορείς της δημόσιας διοίκησης. Στην καθημερινή λειτουργία του θεσμού, ο Σύμβουλος Ακεραιότητας λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός πρόληψης, παροχής συμβουλευτικής υποστήριξης προς τους υπαλλήλους και ενίσχυσης της κουλτούρας ακεραιότητας, ενώ η διερεύνηση καταγγελιών αποτελεί αρμοδιότητα των πειθαρχικών οργάνων, της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και των προβλεπόμενων μηχανισμών αναφοράς παραβάσεων.
Η ανάθεση στο Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας της υποδοχής και προκαταρκτικής αξιολόγησης καταγγελιών δημιουργεί στην πράξη σημαντικές λειτουργικές δυσχέρειες, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περισσότερα γραφεία στελεχώνονται με περιορισμένο προσωπικό και δεν διαθέτουν ελεγκτικές ή ανακριτικές αρμοδιότητες. Επιπλέον, η πρόβλεψη ότι τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη προς τον θεσμό και να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την υποβολή καταγγελιών, γεγονός που στην πράξη θα δυσχεράνει τη λειτουργία του μηχανισμού ακεραιότητας στους φορείς της δημόσιας διοίκησης.
Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η αναδιατύπωση της διάταξης ώστε ο Σύμβουλος Ακεραιότητας να διατηρήσει κυρίως συμβουλευτικό και συντονιστικό ρόλο ως προς τη διαχείριση καταγγελιών, χωρίς να μετατραπεί σε κεντρικό μηχανισμό υποδοχής και προκαταρκτικής αξιολόγησής τους.
Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 24Α μεταβάλλει ουσιωδώς τον θεσμικό ρόλο του Συμβούλου Ακεραιότητας όπως αυτός καθορίστηκε με τον ν. 4795/2021, μετατρέποντας το Αυτοτελές Γραφείο από μηχανισμό πρόληψης και συμβουλευτικής υποστήριξης σε κεντρικό σημείο υποδοχής και προκαταρκτικής αξιολόγησης καταγγελιών. Η μεταβολή αυτή δημιουργεί πρακτικές και θεσμικές δυσχέρειες, ιδίως δεδομένου ότι τα περισσότερα γραφεία λειτουργούν με περιορισμένη στελέχωση και χωρίς ελεγκτικές ή ανακριτικές αρμοδιότητες. Επιπλέον, η πρόβλεψη ότι «τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο» εγείρει σοβαρά ζητήματα εμπιστευτικότητας και ενδέχεται να αποδυναμώσει τον μηχανισμό αναφοράς περιστατικών κακοδιοίκησης, ιδίως υπό το πρίσμα του ισχύοντος πλαισίου προστασίας καταγγελλόντων (Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και ν. 4990/2022). Η αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας προϋποθέτει την εμπιστοσύνη των υπαλλήλων και τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των καταγγελιών. Για τον λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η αναδιατύπωση της διάταξης ώστε ο Σύμβουλος Ακεραιότητας να διατηρεί κυρίως συντονιστικό και διαβιβαστικό ρόλο ως προς τις καταγγελίες, χωρίς να αναλαμβάνει την προκαταρκτική αξιολόγησή τους και με σαφείς εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων των καταγγελλόντων
Η προτεινόμενη προσθήκη του άρθρου 24Α στον ν. 4795/2021 μεταβάλλει ουσιωδώς τον θεσμικό ρόλο του Συμβούλου Ακεραιότητας, όπως αυτός διαμορφώθηκε με τον ίδιο νόμο, και δημιουργεί σοβαρά ζητήματα θεσμικής συνέπειας, επικάλυψης αρμοδιοτήτων και λειτουργικής επιβάρυνσης του θεσμού.
Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας θεσπίστηκε με τον ν. 4795/2021 ως μηχανισμός ενίσχυσης της διοικητικής ακεραιότητας, με κύρια αποστολή την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης προς τους υπαλλήλους, την προώθηση πολιτικών πρόληψης και την ενίσχυση της κουλτούρας ακεραιότητας στη δημόσια διοίκηση. Η μετατροπή του, με την προτεινόμενη διάταξη, σε οργανική μονάδα υποδοχής και διαχείρισης καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση αλλοιώνει τον αρχικό χαρακτήρα του θεσμού και μετατοπίζει το επίκεντρο της λειτουργίας του από την πρόληψη στη διαχείριση καταγγελιών.
Επιπλέον, η ανάθεση της αρμοδιότητας υποδοχής και προκαταρκτικής αξιολόγησης καταγγελιών δημιουργεί επικάλυψη με ήδη υφιστάμενους θεσμούς και διαδικασίες, ιδίως:
τα πειθαρχικά όργανα της διοίκησης,
την Εθνική Αρχή Διαφάνειας,
τους μηχανισμούς αναφοράς παραβάσεων που προβλέπονται στον ν. 4990/2022 για την προστασία προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης.
Η επικάλυψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε διοικητική σύγχυση ως προς τις αρμόδιες αρχές, σε καθυστερήσεις στη διαχείριση των καταγγελιών και σε δυσανάλογη επιβάρυνση των Αυτοτελών Γραφείων Συμβούλου Ακεραιότητας, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις στελεχώνονται με περιορισμένους ανθρώπινους πόρους.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο, καθώς η διάταξη αυτή δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την υποβολή καταγγελιών και να αποδυναμώσει τον μηχανισμό αναφοράς περιστατικών κακοδιοίκησης, ιδίως όταν λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κατευθύνσεις προστασίας καταγγελλόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τέλος, η ανάθεση στον Σύμβουλο Ακεραιότητας της υποδοχής και διαχείρισης καταγγελιών που αφορούν και εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα τα οποία δεν διαθέτουν αντίστοιχο γραφείο ενδέχεται να οδηγήσει σε υπέρμετρη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και σε πρακτική αδυναμία αποτελεσματικής άσκησης των καθηκόντων του.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται σκόπιμο να επανεξεταστεί η προτεινόμενη ρύθμιση και να διασφαλιστεί ότι ο θεσμός του Συμβούλου Ακεραιότητας θα διατηρήσει τον κατεξοχήν προληπτικό και συμβουλευτικό του χαρακτήρα, χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό διοικητικής διαχείρισης καταγγελιών.
Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 24Α μεταβάλλει ουσιωδώς τον θεσμικό ρόλο του Συμβούλου Ακεραιότητας όπως αυτός καθορίστηκε με τον ν. 4795/2021, μετατρέποντας το Αυτοτελές Γραφείο από μηχανισμό πρόληψης και συμβουλευτικής υποστήριξης σε κεντρικό σημείο υποδοχής και προκαταρκτικής αξιολόγησης καταγγελιών. Η μεταβολή αυτή δημιουργεί πρακτικές και θεσμικές δυσχέρειες, ιδίως δεδομένου ότι τα περισσότερα γραφεία λειτουργούν με περιορισμένη στελέχωση και χωρίς ελεγκτικές ή ανακριτικές αρμοδιότητες. Επιπλέον, η πρόβλεψη ότι «τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο» εγείρει σοβαρά ζητήματα εμπιστευτικότητας και ενδέχεται να αποδυναμώσει τον μηχανισμό αναφοράς περιστατικών κακοδιοίκησης, ιδίως υπό το πρίσμα του ισχύοντος πλαισίου προστασίας καταγγελλόντων (Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και ν. 4990/2022). Η αποτελεσματική λειτουργία του θεσμού του Συμβούλου Ακεραιότητας προϋποθέτει την εμπιστοσύνη των υπαλλήλων και τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των καταγγελιών. Για τον λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η αναδιατύπωση της διάταξης ώστε ο Σύμβουλος Ακεραιότητας να διατηρεί κυρίως συντονιστικό και διαβιβαστικό ρόλο ως προς τις καταγγελίες, χωρίς να αναλαμβάνει την προκαταρκτική αξιολόγησή τους και με σαφείς εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων των καταγγελλόντων.
Την ΑΣΥΡ πότε θα την ανεβάσατε για να μπορούμε να κάνουμε κάποιο σοβαρό σχόλιο;
ΚΑΛΗΜΕΡΑ,
ΤΟ ΕΔΑΦΙΟ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙ «Τα στοιχεία του καταγγέλλοντος είναι διαθέσιμα στον καταγγελλόμενο υπάλληλο.» ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 4795/2021 ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΝΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 15 ΤΗΣ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023 Κοινή Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας «Καθορισμός του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων του Συμβούλου Ακεραιότητας, των διαδικασιών που ακολουθούνται, καθώς και των κριτηρίων ανανέωσης της θητείας του» (Β’ 2207 και ΑΔΑ: 6ΓΜΦ46ΜΤΛ6-1Ξ6).
Επιπλέον δεδομένου οτι ο ΣΑ ασκει τα καθήκοντα του ΥΠΠΑ σύμφωνα με το ν.4990/2022 ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΟΡΙΖΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 14 ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ.
ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 24 ΠΑΡ.1 ΤΟΥ Ν.4795/2021 ΗΔΗ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ Παραλαμβάνει αναφορές από τους υπαλλήλους του φορέα, για περιστατικά παραβίασης ακεραιότητας ή διαφθοράς και ασκεί διαμεσολάβηση, προκειμένου να επιληφθούν τα όργανα του φορέα ή εξωτερικοί φορείς που είναι αρμόδιοι για τη διερεύνησή τους. ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ.
ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΟΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 2 ΚΑΙ 3 ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΗΔΗ ΣΤΗΝ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.58/1007/οικ.5559/29.3.2023 Κοινή Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας «Καθορισμός του τρόπου άσκησης των αρμοδιοτήτων του Συμβούλου Ακεραιότητας, των διαδικασιών που ακολουθούνται, καθώς και των κριτηρίων ανανέωσης της θητείας του» (Β’ 2207 και ΑΔΑ: 6ΓΜΦ46ΜΤΛ6-1Ξ6).
Σχετικά με το άρθρο 9: Είναι απαραίτητο να υπάρξει η δυνατότητα υποβολής ανώνυμων καταγγελιών. Αναγνωρίζω τον κίνδυνο να προκύψει μεγάλος όγκος καταγγελιών που θα αποδειχθούν άνευ αντικειμένου και θα αρχειοθετηθούν και οι οποίες θα έχουν προκύψει εξαιτίας προσωπικών αντιπαραθέσεων με σκοπό να διαβάλουν κάποιον. Ωστόσο, εάν αυτή η δυνατότητα της ανωνυμίας δεν δοθεί, υφίσταται ο μεγαλύτερος κίνδυνος να αποθαρρύνονται οι καταγγέλλοντες από φόβο για αντίποινα από πλευράς του καταγγελλόμενου. Και αυτό θα οδηγήσει στην κατ’ ουσίαν ακύρωση της λειτουργίας του Συμβούλου Ακεραιότητας.
Θα μπορούσατε παρακαλώ να μπει και τεχνητή νοημοσύνη και το power bi