• Σχόλιο του χρήστη 'Γ.Π.' | 13 Μαρτίου 2026, 13:36

    Η υπό εξέταση διάταξη εισάγει αρμοδιότητες στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) οι οποίες έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με το πλαίσιο του ν. 4795/2021 και τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF). Η ανάθεση καθηκόντων εκτελεστικής φύσεως —όπως η διαβίβαση αποφάσεων και η παροχή κατευθύνσεων— μετατρέπει τη Μ.Ε.Ε. de facto σε όργανο διοίκησης, παραβιάζοντας το άρθρο 7 του ν. 4795/2021. Η εμπλοκή των εσωτερικών ελεγκτών σε επιχειρησιακές διαδικασίες αναιρεί την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητά τους, καθώς καθίσταται ανέφικτη η αμερόληπτη αξιολόγηση διαδικασιών στις οποίες οι ίδιοι συμμετέχουν ή έχουν καθοδηγήσει. Η εν λόγω ρύθμιση συγκρούεται ευθέως με τις αρχές COSO και το «Μοντέλο των Τριών Γραμμών», σύμφωνα με τα οποία η διασφάλιση της συμμόρφωσης αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της 1ης και 2ης γραμμής (επιχειρησιακές και νομικές μονάδες). Αντιθέτως, η Μ.Ε.Ε., ως 3η γραμμή, οφείλει να περιορίζεται στον διασφαλιστικό της ρόλο. Επιπλέον, η αρμοδιότητα επισήμανσης παραλείψεων για πειθαρχικό έλεγχο μετατοπίζει το κέντρο βάρους της Μονάδας από τη βελτίωση των συστημάτων διακυβέρνησης στην καταστολή, κλονίζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης με τους ελεγχόμενους. Τέλος, η απασχόληση της Μονάδας με καθήκοντα γραμματειακής ή μηχανογραφικής υποστήριξης, καθώς και η εξαντλητική παρακολούθηση της συμμόρφωσης του Φορέα σε δικαστικές αποφάσεις, οδηγεί σε απομείωση των διαθέσιμων πόρων και ακυρώνει τον προγραμματισμό βάσει επικινδυνότητας (risk-based planning). Η κοινοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στη Μ.Ε.Ε. θα έπρεπε να λειτουργεί αποκλειστικά ως πρόσθετη πηγή πληροφόρησης για την αξιολόγηση κινδύνων κατά την κατάρτιση του ετήσιου πλάνου ελέγχων, και όχι ως δέσμια αρμοδιότητα επιχειρησιακής παρακολούθησης.