Στον ν. 4795/2021 (Α΄ 62) προστίθεται άρθρο 10Α ως εξής:
«Άρθρο 10Α
Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις
- Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φορέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002. Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση, παρέχοντας κατευθύνσεις για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης,
γ) παρακολουθεί τη συμμόρφωση και ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό ή το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα και τον ενδιαφερόμενο για την πορεία της και
δ) επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα.
- Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρακολουθεί τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει συστημικά προβλήματα και διατυπώνει εισηγήσεις για την επίλυσή τους.».





Η προτεινόμενη διάταξη δεν συνάδει με το θεσμικό πλαίσιο του Ν. 4795/2021, το οποίο κατοχυρώνει την οργανική και λειτουργική ανεξαρτησία της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου. Η ανάθεση στη Μονάδα αρμοδιοτήτων διοικητικού χειρισμού και συντονισμού ενεργειών συμμόρφωσης προς τις δικαστικές αποφάσεις μεταβάλλει τον ελεγκτικό της χαρακτήρα και δημιουργεί σύγχυση μεταξύ ελεγκτικών και εκτελεστικών λειτουργιών. Για το λόγο αυτό, η διάταξη θα πρέπει να αναδιατυπωθεί ώστε οι σχετικές αρμοδιότητες να ασκούνται από τις καθ΄ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες, με τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου να διατηρεί τον ανεξάρτητο ελεγκτικό της ρόλο σύμφωνα με τον Νόμο 4795/2021.
Άρθρο 8 – Εσωτερικός Μηχανισμός Συμμόρφωσης με Δικαστικές Αποφάσεις (Προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4795/2021)
Αναγνώριση σκοπού
• Η θεσμοθέτηση οργανωμένης παρακολούθησης της συμμόρφωσης με δικαστικές αποφάσεις αντιμετωπίζει πραγματικό χρόνιο πρόβλημα.
Θεμελιώδες πρόβλημα: Εκ νέου παράβαση ν. 4795/2021 — πάλι η ΜΕΕ
Οι ίδιες παθογένειες που εντοπίζονται στο άρθρο 6 εμφανίζονται εδώ σε εντονότερη μορφή. Η ΜΕΕ υποκαθιστά ουσιαστικά τη Νομική Υπηρεσία, που είναι ο φυσικός φορέας διαχείρισης δικαστικών αποφάσεων.
• Ο νόμος αναθέτει στη ΜΕΕ: (α) διαβίβαση αποφάσεων, (β) παροχή κατευθύνσεων συμμόρφωσης, (γ) παρακολούθηση, (δ) επισήμανση πειθαρχικών παραλείψεων — όλα εκτελεστικές αρμοδιότητες 1ης/2ης γραμμής.
• Η ΜΕΕ δεν διαθέτει τον φάκελο υπόθεσης, δεν γνωρίζει την ωριμότητα της απόφασης για εκτέλεση, δεν έχει εξειδίκευση στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Η εμπλοκή της επιμηκύνει τον χρόνο συμμόρφωσης αντί να τον μειώνει.
• Ο υφιστάμενος ν. 3068/2002 και τα τριμελή συμβούλια συμμόρφωσης δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται. Η σχέση νέου και παλαιού μηχανισμού παραμένει αδιευκρίνιστη — κίνδυνος σύγχυσης και παράλληλης λειτουργίας.
• ΜΕΕ υποστελεχωμένες: Οι περισσότερες λειτουργούν με έναν μόνο υπάλληλο. Η ανάθεση καθημερινής παρακολούθησης αποφάσεων θα εξαντλήσει τους πόρους τους, ακυρώνοντας τον risk-based προγραμματισμό.
• Η ρύθμιση αγνοεί το γεγονός ότι σε πληθώρα περιπτώσεων, ιδίως στους ΟΤΑ, ο Εσωτερικός Έλεγχος ανατίθεται σε εξωτερικούς συμβούλους. Αγνοεί, επίσης, το γεγονός ότι σε πολλούς φορείς δεν υπάρχει καθόλου Εσωτερικό Έλεγχος είτε εσωτερικά είτε με εξωτερική ανάθεση. Τι γίνεται σε αυτές και σε παρόμοιες περιπτώσεις; Ποιος έχει ευθύνη και ποιος λογοδοτεί;
• Η «επισήμανση πειθαρχικών παραλείψεων υπαλλήλων» (παρ. 1δ) μετατρέπει τη ΜΕΕ σε όργανο καταστολής. Αυτό καταστρέφει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους ελεγχόμενους, που είναι προαπαιτούμενο αποτελεσματικού ελέγχου.
• Ο όρος «διασφαλίζουν» (παρ. 1) δημιουργεί αποτελεσματική ευθύνη για τη ΜΕΕ, κάτι που αντίκειται στον ρόλο της (εύλογη διαβεβαίωση, όχι εγγύηση αποτελέσματος).
Προτεινόμενη Αναδιατύπωση
Αντί του άρθρου 10Α, να τροποποιηθεί το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 4795/2021 με προσθήκη νέας περίπτωσης (ιζ): «Αξιολογεί, στο πλαίσιο του εγκεκριμένου ετήσιου προγράμματος ελέγχων, την επάρκεια των διαδικασιών που ακολουθεί ο φορέας για τη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις κατά τον ν. 3068/2002, και διατυπώνει συστάσεις προς τη Διοίκηση.»
• Η εκτελεστική συμμόρφωση να παραμείνει αποκλειστική αρμοδιότητα Νομικής Υπηρεσίας και αρμόδιων οργανικών μονάδων.
• Να ρυθμιστεί ρητά η σχέση με τον υφιστάμενο ν. 3068/2002.
• Να απαλειφθεί η αρμοδιότητα επισήμανσης πειθαρχικών παραλείψεων (παρ. 1δ) ή να μετατραπεί σε αρμοδιότητα «διατύπωσης ευρημάτων» χωρίς απευθείας αναφορά σε πειθαρχικό προϊστάμενο.
Η προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4975/2021 αναθέτει στον εσωτερικό ελεγκτή καθήκοντα και αρμοδιότητες Διοικητικού/Λογιστηρίου/Οικονομικών δηλαδή λειτουργίες της «πρώτης γραμμής» με αποτέλεσμα την κατάργηση της «ανεξαρτησίας» του και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αρκετά άρθρα του ν 4795/2021. Οι εν λόγω λειτουργίες θα πρέπει να εκτελούνται από τις υπηρεσίες αυτές και ενδεχομένως και κάποια “monitoring controls” για το σκοπό αυτό. Ο εσωτερικός ελεγκτής ενεργεί ελέγχους με βάση την αξιολόγηση κινδύνων και την προταιροποίηση των στόχων του Οργανισμού και δύναται να παρέχει διασφάλιση ότι τα παραπάνω εκτελούνται σωστά από την πρώτη γραμμή αν ποτέ θεωρηθεί ότι οι λειτουργίες αυτές ενέχουν κινδύνους υψηλότερους από άλλες. Ο ν 4975/2021 λέει ρητά
Ι.Άρθρο 7 (Ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου) 2. Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή
ΙΙ.Άρθρο 10 (Στόχοι και αρμοδιότητες Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου), 2: ι) αξιολογεί τις διαδικασίες σχεδιασμού και εκτέλεσης των λειτουργιών και των προγραμμάτων του φορέα,
ια) ελέγχει τη συμμόρφωση του φορέα προς την ισχύουσα νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις πολιτικές που διέπουν τη λειτουργία του.
Πέραν των παραπάνω συνεπειών η επιβάρυνση αυτή θα τον αποσυντονίσει, θα επιβαρύνει το έργο του με ασχολίες άσχετες του αντικειμένου του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει τα κανονικά καθήκοντα και να επικεντρωθεί στον έλεγχο λειτουργιών «υψηλού κινδύνου».
Άρθρο 8 – Εσωτερικός Μηχανισμός Συμμόρφωσης με Δικαστικές Αποφάσεις (Προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4795/2021)
Αναγνώριση σκοπού
• Η θεσμοθέτηση οργανωμένης παρακολούθησης της συμμόρφωσης με δικαστικές αποφάσεις αντιμετωπίζει πραγματικό χρόνιο πρόβλημα.
Θεμελιώδες πρόβλημα: Εκ νέου παράβαση ν. 4795/2021 — πάλι η ΜΕΕ
Οι ίδιες παθογένειες που εντοπίζονται στο άρθρο 6 εμφανίζονται εδώ σε εντονότερη μορφή. Η ΜΕΕ υποκαθιστά ουσιαστικά τη Νομική Υπηρεσία, που είναι ο φυσικός φορέας διαχείρισης δικαστικών αποφάσεων.
• Ο νόμος αναθέτει στη ΜΕΕ: (α) διαβίβαση αποφάσεων, (β) παροχή κατευθύνσεων συμμόρφωσης, (γ) παρακολούθηση, (δ) επισήμανση πειθαρχικών παραλείψεων — όλα εκτελεστικές αρμοδιότητες 1ης/2ης γραμμής.
• Η ΜΕΕ δεν διαθέτει τον φάκελο υπόθεσης, δεν γνωρίζει την ωριμότητα της απόφασης για εκτέλεση, δεν έχει εξειδίκευση στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Η εμπλοκή της επιμηκύνει τον χρόνο συμμόρφωσης αντί να τον μειώνει.
• Ο υφιστάμενος ν. 3068/2002 και τα τριμελή συμβούλια συμμόρφωσης δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται. Η σχέση νέου και παλαιού μηχανισμού παραμένει αδιευκρίνιστη — κίνδυνος σύγχυσης και παράλληλης λειτουργίας.
• ΜΕΕ υποστελεχωμένες: Οι περισσότερες λειτουργούν με έναν μόνο υπάλληλο. Η ανάθεση καθημερινής παρακολούθησης αποφάσεων θα εξαντλήσει τους πόρους τους, ακυρώνοντας τον risk-based προγραμματισμό.
• Η ρύθμιση αγνοεί το γεγονός ότι σε πληθώρα περιπτώσεων, ιδίως στους ΟΤΑ, ο Εσωτερικός Έλεγχος ανατίθεται σε εξωτερικούς συμβούλους. Αγνοεί, επίσης, το γεγονός ότι σε πολλούς φορείς δεν υπάρχει καθόλου Εσωτερικό Έλεγχος είτε εσωτερικά είτε με εξωτερική ανάθεση. Τι γίνεται σε αυτές και σε παρόμοιες περιπτώσεις; Ποιος έχει ευθύνη και ποιος λογοδοτεί;
• Η «επισήμανση πειθαρχικών παραλείψεων υπαλλήλων» (παρ. 1δ) μετατρέπει τη ΜΕΕ σε όργανο καταστολής. Αυτό καταστρέφει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους ελεγχόμενους, που είναι προαπαιτούμενο αποτελεσματικού ελέγχου.
• Ο όρος «διασφαλίζουν» (παρ. 1) δημιουργεί αποτελεσματική ευθύνη για τη ΜΕΕ, κάτι που αντίκειται στον ρόλο της (εύλογη διαβεβαίωση, όχι εγγύηση αποτελέσματος).
Προτεινόμενη Αναδιατύπωση
Αντί του άρθρου 10Α, να τροποποιηθεί το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 4795/2021 με προσθήκη νέας περίπτωσης (ιζ): «Αξιολογεί, στο πλαίσιο του εγκεκριμένου ετήσιου προγράμματος ελέγχων, την επάρκεια των διαδικασιών που ακολουθεί ο φορέας για τη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις κατά τον ν. 3068/2002, και διατυπώνει συστάσεις προς τη Διοίκηση.»
• Η εκτελεστική συμμόρφωση να παραμείνει αποκλειστική αρμοδιότητα Νομικής Υπηρεσίας και αρμόδιων οργανικών μονάδων.
• Να ρυθμιστεί ρητά η σχέση με τον υφιστάμενο ν. 3068/2002.
• Να απαλειφθεί η αρμοδιότητα επισήμανσης πειθαρχικών παραλείψεων (παρ. 1δ) ή να μετατραπεί σε αρμοδιότητα «διατύπωσης ευρημάτων» χωρίς απευθείας αναφορά σε πειθαρχικό προϊστάμενο.
Η προσθήκη αυτή συνεπάγεται ευθεία εμπλοκή της ΜΕΕ στην επιχειρησιακή λειτουργία του φορέα κατά παράβαση του ν. 4795/2021/ΦΕΚ 62/τ. Α/2021 περί ανεξαρτησίας της Μονάδας όσο και των αντίστοιχων επιταγών των Παγκόσμιων Προτύπων Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF 2024) του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών. Η υποχρέωση συμμόρφωσης του φορέα προς τις δικαστικές αποφάσεις αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, δηλαδή των αρμόδιων νομικών ή διοικητικών υπηρεσιών (1η και 2η γραμμή ρόλων). Η ΜΕΕ (3η γραμμή ρόλων) αξιολογεί την επάρκεια του ΣΕΕ αλλά δεν συμμετέχει στην εφαρμογή του. Η ευθεία επιχειρησιακή εμπλοκή της ΜΕΕ ακυρώνει την ανεξαρτησία της κατά παράβαση του ν.4795/2021 και των προτύπων του ΙΕΕ (IPPF 2024). Απαιτείται αναδιατύπωση και ευθυγράμμιση της διάταξης ώστε οι δικαστικές αποφάσεις να διαβιβάζονται απ’ ευθείας από την αρμόδια μονάδα διαχείρισης εγγράφων στις καθ’ ύλην αρμόδιες επιχειρησιακές μονάδες.Απαιτείται επανεξέταση, αναδιατύπωση της διάταξης και ευθυγράμμισή της με το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση. Σκόπιμη και αναγκαία είναι και η σύμφωνη γνώμη της ΕΑΔ λόγω του θεσμικού της ρόλου επί της λειτουργίας και του ΣΕΕ ο οποίος της αποδόθηκε δυνάμει του 4795/2021.
Η προτεινόμενη προσθήκη στον ν. 4975/2021 είναι σε ευθεία αντίθεση με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου και τον ν. 4795/2021 (άρθρα 7 και 10 ) καθώς αναθέτει στον εσωτερικό έλεγχο αρμοδιότητες ρόλου πρώτης και δεύτερης γραμμής (διαβίβαση αποφάσεων – εντολή για ενέργειες ) . Αφαιρεί την αντικειμενικότητα του εσωτερικού ελέγχου από τον έλεγχο της διαδικασίας , τον μετατρέπει σε επιχειρησιακό όργανο διαχείρισης της ίδιας της διαδικασίας , τον εμπλέκει στον εντοπισμό πειθαρχικών παραλείψεων και αλλοιώνει στην βάση της την έννοια του εσωτερικού ελέγχου .
Εκτός των ανωτέρω θα επιβαρύνει τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου με έργο το οποίο θα αδρανοποιήσει στην πράξη τις ελεγκτικές αρμοδιότητες λόγω υποστελέχωσης τους και του τεράστιου όγκου των δικαστικών αποφάσεων, υπάρχει επικάλυψη αρμοδιοτήτων με τις νομικές υπηρεσίες των φορέων και διοικητική επιβάρυνση στον πολίτη σε υπηρεσίες που έχουν γεωγραφική διασπορά των υπηρεσιών τους δεδομένου ότι αποφάσεις από τα δικαστήρια όλης της χώρας θα πρέπει να διαβιβάζονται πλέον σε ένα σημείο για να γίνει ανάθεσή τους (επιστροφή) σε αποκεντρωμένες σε όλη την επικράτεια υπηρεσίες με εκτελεστικές αρμοδιότητες .
Θα έπρεπε αντίθετα να θεσμοθετηθεί η προτεραιοποίηση / ο περιοδικός έλεγχος από τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου των διαδικασιών συμμόρφωσης σε δικαστικές αποφάσεις προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική συμβολή του εσωτερικού ελέγχου σε διαδικασίες υψηλής επικινδυνότητας
Η υπό εξέταση διάταξη εισάγει αρμοδιότητες στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου (Μ.Ε.Ε.) οι οποίες έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με το πλαίσιο του ν. 4795/2021 και τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF). Η ανάθεση καθηκόντων εκτελεστικής φύσεως —όπως η διαβίβαση αποφάσεων και η παροχή κατευθύνσεων— μετατρέπει τη Μ.Ε.Ε. de facto σε όργανο διοίκησης, παραβιάζοντας το άρθρο 7 του ν. 4795/2021. Η εμπλοκή των εσωτερικών ελεγκτών σε επιχειρησιακές διαδικασίες αναιρεί την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητά τους, καθώς καθίσταται ανέφικτη η αμερόληπτη αξιολόγηση διαδικασιών στις οποίες οι ίδιοι συμμετέχουν ή έχουν καθοδηγήσει.
Η εν λόγω ρύθμιση συγκρούεται ευθέως με τις αρχές COSO και το «Μοντέλο των Τριών Γραμμών», σύμφωνα με τα οποία η διασφάλιση της συμμόρφωσης αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της 1ης και 2ης γραμμής (επιχειρησιακές και νομικές μονάδες). Αντιθέτως, η Μ.Ε.Ε., ως 3η γραμμή, οφείλει να περιορίζεται στον διασφαλιστικό της ρόλο. Επιπλέον, η αρμοδιότητα επισήμανσης παραλείψεων για πειθαρχικό έλεγχο μετατοπίζει το κέντρο βάρους της Μονάδας από τη βελτίωση των συστημάτων διακυβέρνησης στην καταστολή, κλονίζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης με τους ελεγχόμενους.
Τέλος, η απασχόληση της Μονάδας με καθήκοντα γραμματειακής ή μηχανογραφικής υποστήριξης, καθώς και η εξαντλητική παρακολούθηση της συμμόρφωσης του Φορέα σε δικαστικές αποφάσεις, οδηγεί σε απομείωση των διαθέσιμων πόρων και ακυρώνει τον προγραμματισμό βάσει επικινδυνότητας (risk-based planning). Η κοινοποίηση των δικαστικών αποφάσεων στη Μ.Ε.Ε. θα έπρεπε να λειτουργεί αποκλειστικά ως πρόσθετη πηγή πληροφόρησης για την αξιολόγηση κινδύνων κατά την κατάρτιση του ετήσιου πλάνου ελέγχων, και όχι ως δέσμια αρμοδιότητα επιχειρησιακής παρακολούθησης.
Πέραν των ζητημάτων που έχουν ήδη επισημανθεί στα σχόλια της διαβούλευσης, πολύ εύστοχα και ορθά, αναφορικά με την προβληματική της εν λόγω διάταξης, εντοπίζεται και μία επιπλέον ουσιώδης αστοχία.
Στο πλαίσιο λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, τα ελεγκτικά έργα δεν αποσκοπούν στην αξιολόγηση του προσωπικού, στον εντοπισμό υπαιτίων ή στον καταλογισμό ευθυνών. Οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν αναζητούν σφάλματα και «ενόχους» ούτε στοχοποιούν υπαλλήλους· αντιθέτως, εστιάζουν στον εντοπισμό αδυναμιών διαδικασιών, ελλείψεων δικλίδων εσωτερικού ελέγχου και πιθανών κινδύνων στη λειτουργία του οργανισμού, προτείνοντας τρόπους βελτίωσης και ενίσχυσης των υφιστάμενων διαδικασιών.
Τα παραπάνω πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συγκεκριμένων ελεγκτικών έργων που εντάσσονται στο εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, σύμφωνα με καθορισμένη ελεγκτική μεθοδολογία.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης δ), σύμφωνα με την οποία η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου «επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα», καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική.
Η διάταξη αυτή μετατοπίζει τον ρόλο του εσωτερικού ελέγχου από την αξιολόγηση διαδικασιών προς την επισήμανση πιθανών πειθαρχικών ευθυνών υπαλλήλων, οδηγώντας τον εσωτερικό ελεγκτή σε ρόλο που δεν συνάδει με τη φύση και την αποστολή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.
Αυτό, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αντίληψη των υπαλλήλων για τον ρόλο των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, δημιουργώντας κλίμα φόβου ή επιφυλακτικότητας απέναντι στους εσωτερικούς ελεγκτές. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου αποτελεί η καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ ελεγκτών και ελεγχόμενων, ώστε να διευκολύνεται η ουσιαστική βελτίωση των διαδικασιών και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου.
Πέραν των ζητημάτων που έχουν ήδη επισημανθεί στα σχόλια της διαβούλευσης, πολύ εύστοχα και ορθά, αναφορικά με την προβληματική της εν λόγω διάταξης, εντοπίζεται και μία επιπλέον ουσιώδης αστοχία.
Στο πλαίσιο λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, τα ελεγκτικά έργα δεν αποσκοπούν στην αξιολόγηση του προσωπικού, στον εντοπισμό υπαιτίων ή στον καταλογισμό ευθυνών. Οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν αναζητούν σφάλματα και «ενόχους» ούτε στοχοποιούν υπαλλήλους· αντιθέτως, εστιάζουν στον εντοπισμό αδυναμιών διαδικασιών, ελλείψεων δικλίδων εσωτερικού ελέγχου και πιθανών κινδύνων στη λειτουργία του οργανισμού, προτείνοντας τρόπους βελτίωσης και ενίσχυσης των υφιστάμενων διαδικασιών.
Τα παραπάνω πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συγκεκριμένων ελεγκτικών έργων που εντάσσονται στο εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, σύμφωνα με καθορισμένη ελεγκτική μεθοδολογία.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση της περίπτωσης δ), σύμφωνα με την οποία η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου «επισημαίνει στα πειθαρχικώς προϊστάμενα όργανα παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα», καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική.
Η διάταξη αυτή μετατοπίζει τον ρόλο του εσωτερικού ελέγχου από την αξιολόγηση διαδικασιών προς την επισήμανση πιθανών πειθαρχικών ευθυνών υπαλλήλων, οδηγώντας τον εσωτερικό ελεγκτή σε ρόλο που δεν συνάδει με τη φύση και την αποστολή της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου.
Αυτό, ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αντίληψη των υπαλλήλων για τον ρόλο των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, δημιουργώντας κλίμα φόβου ή επιφυλακτικότητας απέναντι στους εσωτερικούς ελεγκτές. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου αποτελεί η καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ ελεγκτών και ελεγχόμενων, ώστε να διευκολύνεται η ουσιαστική βελτίωση των διαδικασιών και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου.
Έχοντας υπόψη:
α)Το υπό διαβούλευση άρθρο 10Α του ν. 4795/2021 (Α΄ 62),
β)Την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»,
γ)Το άρθρο 39 του ν.4622.2019 (A’ 133) 07.08.2019,
δ)Το άρθρο 10 ν. 4795/2021 (Α΄ 62),
ε)Της αναγκαιότητας οι ασκούμενες αρμοδιότητες των Μονάδων Εσωτερικών Ελέγχων να ευθυγραμμίζονται με την υπάρχουσα ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και τα διεθνή πρότυπα εσωτερικού ελέγχου,
Προτείνεται η τροποποίηση του υπό διαβούλευση άρθρου 10Α του ν. 4795/2021 (Α΄ 62),ως εξής :
Άρθρο 10Α
Συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις
Επιπλέον των αρμοδιοτήτων του άρθρου 10, οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου διασφαλίζουν ότι ο φορέας, στον οποίον υπάγονται, συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274), χωρίς να απαιτείται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στον ν. 3068/2002. Προκειμένου να ασκηθεί αυτή η αρμοδιότητα, οι δικαστικές αποφάσεις του πρώτου εδαφίου κοινοποιούνται στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του φορέα ή, αν κοινοποιηθούν σε άλλη οργανική μονάδα του φορέα, διαβιβάζονται αμελλητί στη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία:
α) αν η απόφαση επιδικάζει χρηματικό ποσό, ειδοποιεί την αρμόδια Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών των άρθρων 24 και 25 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), στην οποία και διαβιβάζει,χωρίς διατύπωση άποψης, την απόφαση για τις νόμιμες ενέργειες,
β) αν η απόφαση αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, διαβιβάζει αυτήν στις οργανικές μονάδες που έχουν αρμοδιότητα για τη συμμόρφωση.
Στην περίπτωση που η παροχή κατευθύνσεων για τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης κρίνεται απαραίτητη,αυτές παρέχονται μόνο μετά από διενέργεια διαβεβαιωτικού ή συμβουλευτικού έργου ή την παροχή συμβουλευτικής υπηρεσίας της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου, σύμφωνα με τις πρόνοιες και τους περιορισμούς του άρθρου 39 του ν.4622.2019 (A’ 133) και των Κεφαλαίων Α’,Β’,Γ’,Δ’,Ε’και ΣΤ’ του Μέρους Α’ του ν. 4795/2021 (Α΄ 62),
γ) ελέγχει τη συμμόρφωση σύμφωνα με την αληθή έννοια της υποπαραγράφου ια, της παραγράφου 2, του άρθρου 10, του ν. 4795/2021 (Α΄ 62) και ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό ή το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα και τον ενδιαφερόμενο για την πορεία της και
δ) γνωστοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες υπηρεσίες και στον πειθαρχικό Προϊστάμενο, σύμφωνα με την αληθή έννοια της υποπαραγράφου ιε, της παραγράφου 2, του άρθρου 10, του ν. 4795/2021 (Α΄ 62),τυχών παραλείψεις υπαλλήλων σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση, για να διερευνηθεί αν οι παραλείψεις αυτές συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα.
2.Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου ελέγχει με διενέργεια διαβεβαιωτικού έργου, τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει τυχών συστημικά προβλήματα και διατυπώνει, στην έκθεση ελέγχου, ελεγκτική γνώμη για την επίλυσή τους.
Η ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο υπό διαβούλευση άρθρο δεν συνάδει με το πνεύμα του ν. 4795/2021 ούτε με τα Διεθνή Πρότυπα για την Επαγγελματική Εφαρμογή του Εσωτερικού Ελέγχου (International Professional Practices Framework – IPPF).
Ειδικότερα, στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021 ορίζεται ότι: «Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή.»
Κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση και αναδιατύπωση της διάταξης, καθώς και η προηγούμενη λήψη της σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η οποία είναι αρμόδια για τον συντονισμό, την εποπτεία και την αξιολόγηση της λειτουργίας των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου.
Η προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου που τίθεται σε διαβούλευση δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το θεσμικό πλαίσιο που έχει θεσπιστεί για τον εσωτερικό έλεγχο μέσω του ν. 4795/2021, ούτε με τις αρχές που αποτυπώνονται στα Διεθνή Πρότυπα Επαγγελματικής Πρακτικής του Εσωτερικού Ελέγχου (IPPF) του Institute of Internal Auditors (IIA).Υπενθυμίζεται ότι η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ρητά, στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4795/2021, πως οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στη διοικητική λειτουργία του φορέα ούτε να αναλαμβάνουν επιχειρησιακές αρμοδιότητες που σχετίζονται με αυτή.
Τα περιγραφόμενα του άρθρου 10Α δεν δύναται να αποτελούν αρμοδιότητες των Μονάδων Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα άρθρα 7 και 10 του Ν. 4795/2021, περί Ανεξαρτησίας της λειτουργίας του Εσωτερικού Ελέγχου και των ήδη αναλυτικών στόχων και αρμοδιοτήτων των ΜΕΕ που αφορούν τη αξιολόγηση διαδικασιών σχεδιασμού, εκτέλεσης λειτουργιών και προγραμμάτων του φορέα, τον έλεγχο συμμόρφωσης του φορέα προς την ισχύουσα νομοθεσία, τους κανονισμούς και πολιτικές που διέπουν τη λειτουργία του.
Η συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις πρέπει να παραμένει ευθύνη της Διοίκησης του φορέα και των καθ’ ύλην αρμόδιων υπηρεσιών, ενώ η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου μπορεί μόνο να αξιολογεί την επάρκεια του σχετικού πλαισίου συμμόρφωσης.
Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 10Α αναθέτει στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου (ΜΕΕ) αρμοδιότητες διοικητικής φύσης. Η συνεχής παρακολούθηση της συμμόρφωσης ανήκει στη λειτουργική ευθύνη του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου και δεν εμπίπτει στις ΜΕΕ. Η ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στη ΜΕΕ δημιουργεί ασυμβίβαστη ανάμειξη στη διοικητική λειτουργία, καθώς οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα ούτε συμμετέχουν στη λειτουργία του φορέα. Σύμφωνα με τον Ν. 4795/2021 (ΦΕΚ 62 Α’) και τα Παγκόσμια Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου, η εμπλοκή της ΜΕΕ με τον τρόπο που προβλέπει το υπό ψήφιση άρθρο είναι αντίθετη προς το νόμο.
H προσθήκη άρθρου 10Α στον ν. 4975/2021 αναθέτει στον εσωτερικό ελεγκτή καθήκοντα και αρμοδιότητες Διοικητικού/Λογιστηρίου/Οικονομικών δηλαδή λειτουργίες της «πρώτης γραμμής» με αποτέλεσμα την κατάργηση της «ανεξαρτησίας» του και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αρκετά άρθρα του ν 4795/2021 .Οι εν λόγω λειτουργίες θα πρέπει να εκτελούνται από τις υπηρεσίες αυτές και ενδεχομένως και κάποια“monitoring controls” για το σκοπό αυτό. Ο εσωτερικός ελεγκτής ενεργεί ελέγχους με βάση την αξιολόγηση κινδύνων και την προταιροποίηση των στόχων του Οργανισμού και δύναται να παρέχει διασφάλιση ότι τα παραπάνω εκτελούνται σωστά από την πρώτη γραμμή αν ποτέ θεωρηθεί ότι οι λειτουργίες αυτές ενέχουν κινδύνους υψηλότερους από άλλες. Ο ν 4975/2021 λέει ρητά
Ι.Άρθρο 7 (Ανεξαρτησία της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου) 2. Οι Εσωτερικοί Ελεγκτές δεν εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διοίκηση του φορέα ούτε αναλαμβάνουν επιχειρησιακά καθήκοντα που σχετίζονται με αυτή
ΙΙ.Άρθρο 10 (Στόχοι και αρμοδιότητες Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου), 2: ι) αξιολογεί τις διαδικασίες σχεδιασμού και εκτέλεσης των λειτουργιών και των προγραμμάτων του φορέα,
ια) ελέγχει τη συμμόρφωση του φορέα προς την ισχύουσα νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις πολιτικές που διέπουν τη λειτουργία του.
Πέραν των παραπάνω συνεπειών η επιβάρυνση αυτή θα τον αποσυντονίσει, θα επιβαρύνει το έργο του με ασχολίες άσχετες του αντικειμένου του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκτελέσει τα κανονικά καθήκοντα και να επικεντρωθεί στον έλεγχο λειτουργιών «υψηλού κινδύνου». Πόσο μάλλον όταν οι περισσότερες μονάδες εσωτερικού ελέγχου είναι υποστελεχωμένες.